search

ΟΙΚΟΝΟΜΙΑ

Πετρέλαιο: Οι αγορές βλέπουν υψηλές τιμές έως το 2028 – Ο κίνδυνος για νέο κύμα με ακρίβεια

Οι αγορές προεξοφλούν παρατεταμένες πιέσεις στις τιμές πετρελαίου και ντίζελ έως το 2028

Πετρέλαιο: Έφθασε τα 126 δολάρια το βαρέλι, πόσο θα αυξηθεί η βενζίνη

Το ενδεχόμενο μιας παρατεταμένης περιόδου υψηλών τιμών στην ενέργεια, με επιπτώσεις που μπορεί να φτάσουν έως το 2028, αρχίζει να αποκτά ολοένα μεγαλύτερη βαρύτητα στις διεθνείς αγορές. Ο πόλεμος στο Ιράν, η αβεβαιότητα γύρω από τις θαλάσσιες μεταφορές πετρελαίου και οι σοβαρές ζημιές σε διυλιστήρια αλλάζουν τους υπολογισμούς των επενδυτών, που μέχρι πρόσφατα θεωρούσαν ότι η ενεργειακή αναταραχή θα είχε περιορισμένη διάρκεια.

Οκτώ μήνες μετά την έναρξη της σύγκρουσης, το βασικό πρόβλημα δεν είναι πλέον μόνο η διαθεσιμότητα αργού πετρελαίου. Είναι η δυνατότητα ολόκληρης της ενεργειακής αλυσίδας να επανέλθει σε κανονικούς ρυθμούς, την ώρα που τα αποθέματα περιορίζονται και η μεταφορά καυσίμων γίνεται ακριβότερη.

Οι πιέσεις αυτές δημιουργούν τον κίνδυνο ενός νέου πληθωριστικού κύματος, καθώς το υψηλό ενεργειακό κόστος μεταφέρεται σταδιακά στις μεταφορές, στην παραγωγή και τελικά στις τιμές που πληρώνουν οι καταναλωτές.

Οι τιμές του Brent στέλνουν μήνυμα για το 2027

Η μεταβολή των προσδοκιών αποτυπώνεται κυρίως στα προθεσμιακά συμβόλαια πετρελαίου, τα οποία δείχνουν ότι η αγορά είναι διατεθειμένη να πληρώσει υψηλότερες τιμές για παραδόσεις ακόμη και αρκετά χρόνια αργότερα.

Από τις αρχές Σεπτεμβρίου, τα συμβόλαια Brent με παράδοση τον Δεκέμβριο του 2027 έχουν ενισχυθεί περισσότερο από 13%, φτάνοντας τα 86 δολάρια το βαρέλι. Παράλληλα, τα συμβόλαια Δεκεμβρίου 2026 έχουν καταγράψει άνοδο περίπου 12%.

Οι συγκεκριμένες τιμές δεν αποτελούν ασφαλή πρόβλεψη για το μέλλον. Αντανακλούν, ωστόσο, την αυξανόμενη προθυμία αεροπορικών εταιρειών, διυλιστηρίων και εμπορικών οίκων να εξασφαλίσουν ενεργειακές προμήθειες με υψηλότερο κόστος, περιορίζοντας την έκθεσή τους σε ενδεχόμενες νέες αναταράξεις.

Η εικόνα αυτή διαφοροποιείται από τις προβλέψεις για την παγκόσμια προσφορά. Η παραγωγή πετρελαίου εκτιμάται ότι θα αυξηθεί από 100,7 εκατ. βαρέλια ημερησίως το 2026 σε 108,3 εκατ. βαρέλια το 2027, ενώ η ζήτηση προβλέπεται να διαμορφωθεί στα 104,4 εκατ. βαρέλια.

Θεωρητικά, μια τέτοια εξέλιξη θα μπορούσε να δημιουργήσει πλεόνασμα και να πιέσει τις τιμές χαμηλότερα. Οι επενδυτές, όμως, εμφανίζονται επιφυλακτικοί για το κατά πόσον η αναμενόμενη ανάκαμψη της παραγωγής μπορεί πράγματι να πραγματοποιηθεί και να διατηρηθεί.

Ορμούζ και διυλιστήρια κρατούν την αγορά σε ένταση

Τα Στενά του Ορμούζ παραμένουν ένας από τους σημαντικότερους παράγοντες αβεβαιότητας. Παρά την πρόσφατη ανάκαμψη των πετρελαϊκών ροών προς τα προπολεμικά επίπεδα, οι στρατιωτικές επιχειρήσεις και οι επιθέσεις εναντίον πλοίων εξακολουθούν να απειλούν την ομαλή τροφοδοσία της παγκόσμιας αγοράς.

Η κατάσταση επιβαρύνεται από τις επιθέσεις των Χούθι στη Σαουδική Αραβία, ενώ η ανάγκη στρατιωτικής προστασίας των εμπορικών μεταφορών αυξάνει περαιτέρω τις επιβαρύνσεις.

Ενδεικτικό είναι ότι οι ναύλοι, τα ασφάλιστρα και οι πρόσθετες διαδικασίες μεταφοράς αντιπροσωπεύουν πλέον σχεδόν το ένα τρίτο του συνολικού κόστους μεταφοράς ενός βαρελιού από τον Περσικό Κόλπο, όταν πριν από τον πόλεμο το αντίστοιχο ποσοστό ήταν μόλις 3%.

Αυτό σημαίνει ότι ακόμη και μια αποκλιμάκωση των στρατιωτικών επιχειρήσεων δεν εγγυάται άμεση επιστροφή στις προηγούμενες συνθήκες.

Ταυτόχρονα, οι ζημιές σε ενεργειακές εγκαταστάσεις περιορίζουν τη δυνατότητα επεξεργασίας αργού πετρελαίου, δημιουργώντας πρόσθετες δυσκολίες στον εφοδιασμό με καύσιμα.

Ντίζελ: Η μεγαλύτερη απειλή για τις ανατιμήσεις

Ακόμη πιο ανησυχητική είναι η εξέλιξη στην αγορά ντίζελ, ενός καυσίμου που επηρεάζει άμεσα τη λειτουργία της πραγματικής οικονομίας.

Τον Σεπτέμβριο, τα ευρωπαϊκά συμβόλαια αναφοράς εκτινάχθηκαν στο ιστορικό υψηλό των 1.480 δολαρίων ανά μετρικό τόνο, επίπεδο που αντιστοιχεί περίπου σε 210 δολάρια το βαρέλι.

Σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν οι απώλειες παραγωγικής δυναμικότητας στη Ρωσία, έπειτα από ουκρανικές επιθέσεις με μη επανδρωμένα αεροσκάφη σε διυλιστήρια.

Παρά τις ανακοινώσεις για μερική επανέναρξη ρωσικών εξαγωγών και τις αναφορές σε ενεργειακή εκεχειρία, οι πρόσθετες διαθέσιμες ποσότητες θεωρούνται περιορισμένες σε σχέση με τις παγκόσμιες ανάγκες.

Ιδιαίτερη σημασία έχει ότι τα συμβόλαια ντίζελ για τον Δεκέμβριο του 2027 ξεπέρασαν τα 1.000 δολάρια ανά τόνο, έναντι 644 δολαρίων πριν από τον πόλεμο. Πρόκειται για αύξηση μεγαλύτερη του 55%, που αντανακλά τους φόβους για μακροχρόνιες ελλείψεις.

Οι συνέπειες δεν περιορίζονται στα πρατήρια καυσίμων. Το ντίζελ χρησιμοποιείται στις εμπορευματικές μεταφορές, στη βιομηχανία, στη γεωργία και στη ναυτιλία. Επομένως, η παρατεταμένη ακρίβεια μπορεί να ενισχύσει το κόστος σχεδόν σε κάθε στάδιο της παραγωγικής διαδικασίας.

Ο πληθωρισμός και το νέο δίλημμα των κεντρικών τραπεζών

Η πιθανότητα διατήρησης των ενεργειακών τιμών σε υψηλά επίπεδα περιπλέκει τις προοπτικές αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού.

Στις Ηνωμένες Πολιτείες, ο ετήσιος πληθωρισμός έφτασε τον Σεπτέμβριο στο 3,7%, παραμένοντας σημαντικά υψηλότερα από τον στόχο του 2% της Federal Reserve.

Ένα νέο κύμα αυξήσεων στις τιμές των καυσίμων θα μπορούσε να επιβαρύνει περαιτέρω τα νοικοκυριά, να περιορίσει την κατανάλωση και να δημιουργήσει πρόσθετες πιέσεις στις επιχειρήσεις.

Για τις κεντρικές τράπεζες, η πρόκληση γίνεται ακόμη δυσκολότερη: καλούνται να συγκρατήσουν τις πληθωριστικές πιέσεις χωρίς να προκαλέσουν μεγαλύτερη επιβράδυνση της οικονομικής δραστηριότητας.

Το καθοριστικό ερώτημα για τις αγορές δεν είναι πλέον μόνο πότε θα σταματήσουν οι εχθροπραξίες, αλλά πόσος χρόνος θα χρειαστεί για την αποκατάσταση της παραγωγής, των διυλιστηρίων και των διεθνών ενεργειακών μεταφορών.

Ακόμη και μια πολιτική συμφωνία για τον τερματισμό της σύγκρουσης ενδέχεται να μην αρκεί για την άμεση αποκλιμάκωση των τιμών. Η ενεργειακή κρίση κινδυνεύει έτσι να αφήσει ένα οικονομικό αποτύπωμα που θα διαρκέσει πολύ περισσότερο από τον ίδιο τον πόλεμο.