Με σημαντικά αυξημένα αποθέματα νερού σε σύγκριση με την αντίστοιχη περσινή περίοδο μπαίνει η Αττική στον χειμώνα, καθώς οι βροχοπτώσεις και οι χιονοπτώσεις των προηγούμενων μηνών συνέβαλαν στην ανάκαμψη των τεσσάρων βασικών ταμιευτήρων που υδροδοτούν την πρωτεύουσα. Ωστόσο, παρά τη βελτίωση της εικόνας, το πρόβλημα της λειψυδρίας δεν έχει αντιμετωπιστεί οριστικά, με τα τελευταία στοιχεία της ΕΥΔΑΠ να καταγράφουν νέα μείωση των διαθέσιμων ποσοτήτων νερού μέσα στον Οκτώβριο.

Στις 21 Οκτωβρίου 2026, τα συνολικά αποθέματα στον Μόρνο, στον Εύηνο, στην Υλίκη και στον Μαραθώνα ανέρχονταν σε 565,5 εκατομμύρια κυβικά μέτρα, έναντι 384,2 εκατομμυρίων την ίδια ημερομηνία του 2025.

Πρόκειται για αύξηση 47,2%, που αντιστοιχεί σε επιπλέον 181,3 εκατομμύρια κυβικά μέτρα νερού μέσα σε έναν χρόνο.

Η εξέλιξη δημιουργεί καλύτερες προϋποθέσεις για την υδροδότηση της Αττικής κατά τους επόμενους μήνες, χωρίς όμως να δικαιολογεί εφησυχασμό. Τα αποθέματα παραμένουν χαμηλότερα από εκείνα του 2023 και του 2024, ενώ η πρόσφατη υποχώρησή τους αποδεικνύει ότι η ανάκαμψη δεν έχει αποκτήσει ακόμη σταθερό χαρακτήρα.

Πόσο νερό υπάρχει σήμερα στους τέσσερις ταμιευτήρες

Η κατανομή των διαθέσιμων ποσοτήτων παρουσιάζει σημαντικές διαφοροποιήσεις, με τον Μόρνο να εξακολουθεί να αποτελεί τον βασικό πυλώνα του υδροδοτικού συστήματος της πρωτεύουσας.

Σύμφωνα με τα στοιχεία της ΕΥΔΑΠ για τις 21 Οκτωβρίου 2026, η εικόνα διαμορφώνεται ως εξής:

Ταμιευτήρας Αποθέματα νερού
Μόρνος 365,6 εκατ. κυβικά μέτρα
Υλίκη 130,6 εκατ. κυβικά μέτρα
Εύηνος 46,3 εκατ. κυβικά μέτρα
Μαραθώνας 23 εκατ. κυβικά μέτρα
Σύνολο 565,5 εκατ. κυβικά μέτρα

Ο Μόρνος συγκεντρώνει περίπου το 65% των συνολικών αποθεμάτων, γεγονός που καταδεικνύει την ιδιαίτερη σημασία του για την ασφάλεια της υδροδότησης.

Η Υλίκη ακολουθεί με περίπου 131 εκατομμύρια κυβικά μέτρα, ενώ ο Εύηνος και ο Μαραθώνας διαθέτουν αισθητά μικρότερες ποσότητες.

Παρά τις διαφοροποιήσεις, οι τέσσερις ταμιευτήρες λειτουργούν ως βασικά τμήματα του συστήματος υδροδότησης της Αττικής και η συνολική πορεία των αποθεμάτων τους αποτελεί καθοριστικό δείκτη για την επάρκεια νερού.

Η ανάκαμψη του Μόρνου και ο ρόλος των χειμερινών βροχοπτώσεων

Το 2025 η κατάσταση είχε προκαλέσει έντονη ανησυχία, καθώς οι μειωμένες εισροές και η παρατεταμένη ξηρασία είχαν οδηγήσει σε σημαντική υποχώρηση των αποθεμάτων.

Ιδιαίτερα στον Μόρνο, η μείωση της στάθμης είχε αναδείξει την ευαλωτότητα του υδροδοτικού συστήματος απέναντι σε περιόδους περιορισμένων βροχοπτώσεων.

Η εικόνα άρχισε να αλλάζει κατά τη διάρκεια του περασμένου χειμώνα.

Οι βροχοπτώσεις του Δεκεμβρίου 2025 και του Ιανουαρίου 2026, σε συνδυασμό με τις χιονοπτώσεις στη Δυτική Ελλάδα, ενίσχυσαν τις εισροές στους ταμιευτήρες, ιδιαίτερα στον Μόρνο και στον Εύηνο.

Ήδη από τις 30 Ιανουαρίου 2026, τα συνολικά αποθέματα είχαν ξεπεράσει τα 500 εκατομμύρια κυβικά μέτρα, σηματοδοτώντας μια ουσιαστική αντιστροφή της προηγούμενης πτωτικής τάσης.

Η βελτίωση συνεχίστηκε τους επόμενους μήνες, με τις διαθέσιμες ποσότητες να φτάνουν τα 597,2 εκατομμύρια κυβικά μέτρα στις 17 Σεπτεμβρίου 2026.

Τότε, η ετήσια αύξηση διαμορφωνόταν στο 41,5%, επιβεβαιώνοντας τη σημαντική ενίσχυση των αποθεμάτων σε σχέση με το 2025.

Η ανησυχητική μείωση μέσα στον Οκτώβριο

Παρά τη θετική ετήσια σύγκριση, τα πιο πρόσφατα δεδομένα καταγράφουν υποχώρηση των αποθεμάτων κατά τη διάρκεια του Οκτωβρίου.

Την 1η Οκτωβρίου, οι τέσσερις ταμιευτήρες διέθεταν συνολικά περίπου 582,9 εκατομμύρια κυβικά μέτρα νερού.

Στις 21 Οκτωβρίου, η ποσότητα είχε μειωθεί στα 565,5 εκατομμύρια κυβικά μέτρα.

Αυτό σημαίνει ότι μέσα σε μόλις 20 ημέρες καταγράφηκε απώλεια περίπου 17,5 εκατομμυρίων κυβικών μέτρων, δηλαδή σχεδόν 3% των αποθεμάτων που υπήρχαν στην αρχή του μήνα.

Η συγκεκριμένη εξέλιξη δεν αρκεί από μόνη της για να διαπιστωθεί νέα περίοδος έντονης λειψυδρίας, καθώς οι μεταβολές των αποθεμάτων εξαρτώνται από πολλούς παράγοντες.

Σημαντικό ρόλο διαδραματίζουν οι ποσότητες νερού που καταναλώνονται, οι εισροές από τις λεκάνες απορροής, οι καιρικές συνθήκες και οι ανάγκες του υδροδοτικού δικτύου.

Ωστόσο, η υποχώρηση υπενθυμίζει ότι η βελτίωση σε ετήσια βάση δεν συνεπάγεται αυτομάτως και συνεχή αύξηση των διαθέσιμων ποσοτήτων.

Σύγκριση με το 2023 και το 2024: Γιατί δεν έχει τελειώσει η λειψυδρία

Η πραγματική διάσταση της κατάστασης γίνεται περισσότερο κατανοητή όταν τα σημερινά αποθέματα συγκριθούν με εκείνα προηγούμενων ετών.

Παρά τη σημαντική ανάκαμψη έναντι του 2025, οι διαθέσιμες ποσότητες νερού παραμένουν χαμηλότερες από τα επίπεδα που είχαν καταγραφεί πριν από δύο και τρία χρόνια.

Ημερομηνία Συνολικά αποθέματα
21 Οκτωβρίου 2023 911,8 εκατ. κυβικά μέτρα
21 Οκτωβρίου 2024 608,7 εκατ. κυβικά μέτρα
21 Οκτωβρίου 2025 384,2 εκατ. κυβικά μέτρα
21 Οκτωβρίου 2026 565,5 εκατ. κυβικά μέτρα

Η σύγκριση δείχνει ότι η Αττική διαθέτει σήμερα περίπου 43,2 εκατομμύρια κυβικά μέτρα λιγότερα σε σχέση με τον Οκτώβριο του 2024.

Ακόμη μεγαλύτερη είναι η απόσταση από το 2023, όταν τα αποθέματα πλησίαζαν τα 912 εκατομμύρια κυβικά μέτρα.

Η διαφορά σε σχέση με εκείνη τη χρονιά φτάνει τα 346,3 εκατομμύρια κυβικά μέτρα, δηλαδή τα σημερινά αποθέματα είναι περίπου 38% χαμηλότερα.

Η εικόνα αυτή αναδεικνύει ότι η βελτίωση του τελευταίου έτους καλύπτει μόνο ένα μέρος των απωλειών που είχαν προηγηθεί.

Γιατί οι βροχές στην Αθήνα δεν γεμίζουν απαραίτητα τους ταμιευτήρες

Ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά του συστήματος υδροδότησης της Αττικής είναι ότι εξαρτάται σε σημαντικό βαθμό από υδατικούς πόρους εκτός του λεκανοπεδίου.

Για τον λόγο αυτό, οι βροχοπτώσεις που σημειώνονται στην Αθήνα δεν μεταφράζονται απαραίτητα σε αντίστοιχη αύξηση των αποθεμάτων.

Καθοριστική σημασία έχει η ποσότητα νερού που πέφτει στις λεκάνες απορροής των ταμιευτήρων και, κυρίως, το ποσοστό που τελικά καταλήγει σε αυτούς.

Η διάρκεια των βροχοπτώσεων, η έντασή τους, η κατανομή τους στις ορεινές περιοχές και η χιονοκάλυψη αποτελούν σημαντικούς παράγοντες.

Ιδιαίτερα για τον Μόρνο και τον Εύηνο, οι χειμερινές χιονοπτώσεις μπορούν να συμβάλουν στην τροφοδοσία των ταμιευτήρων κατά την περίοδο της σταδιακής τήξης των χιονιών.

Αυτό εξηγεί γιατί η εξέλιξη των καιρικών συνθηκών στη Δυτική και Κεντρική Ελλάδα μπορεί να έχει μεγαλύτερη σημασία για την υδροδότηση της πρωτεύουσας από μια μεμονωμένη έντονη βροχόπτωση μέσα στην Αττική.

Το στοίχημα του χειμώνα 2026-2027

Οι επόμενοι μήνες θα αποτελέσουν καθοριστική περίοδο για την πορεία των υδατικών αποθεμάτων.

Η Αττική ξεκινά τον χειμώνα από αισθητά καλύτερη θέση σε σχέση με πέρυσι, όμως η εξέλιξη της κατάστασης θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τις βροχοπτώσεις και τις χιονοπτώσεις που θα σημειωθούν στις περιοχές τροφοδοσίας των ταμιευτήρων.

Ένας χειμώνας με επαρκή και σωστά κατανεμημένα φαινόμενα θα μπορούσε να ενισχύσει περαιτέρω τα αποθέματα και να δημιουργήσει μεγαλύτερα περιθώρια ασφάλειας ενόψει της επόμενης θερινής περιόδου.

Αντίθετα, μια νέα περίοδος περιορισμένων εισροών θα μπορούσε να διατηρήσει την πίεση στο υδροδοτικό σύστημα, ιδιαίτερα εφόσον η κατανάλωση παραμείνει σε υψηλά επίπεδα.

Το ζητούμενο δεν είναι μόνο η πρόσκαιρη αύξηση της στάθμης των ταμιευτήρων, αλλά η διατήρηση επαρκών αποθεμάτων σε βάθος χρόνου.

Η ανάγκη για μακροπρόθεσμη διαχείριση του νερού

Η φετινή ανάκαμψη προσφέρει μια σημαντική ανάσα, αλλά δεν αναιρεί την ανάγκη αποτελεσματικότερης διαχείρισης των υδατικών πόρων.

Η παρακολούθηση των αποθεμάτων, η αντιμετώπιση των απωλειών στα δίκτυα, η ορθολογική κατανάλωση και ο σχεδιασμός για περιόδους παρατεταμένης ξηρασίας αποτελούν βασικές παραμέτρους για την ανθεκτικότητα του συστήματος.

Ιδιαίτερα σε μια μητροπολιτική περιοχή με υψηλές και διαρκείς ανάγκες ύδρευσης, η επάρκεια νερού δεν μπορεί να εξαρτάται αποκλειστικά από τις βροχοπτώσεις μιας χρονιάς.

Η διαχείριση απαιτεί συνεχή αξιολόγηση των διαθέσιμων ποσοτήτων και έγκαιρο προγραμματισμό, ώστε να περιορίζονται οι επιπτώσεις από ενδεχόμενες μελλοντικές περιόδους ανομβρίας.

Τα τελευταία στοιχεία της ΕΥΔΑΠ αποτυπώνουν, επομένως, μια διπλή πραγματικότητα: η Αττική έχει σήμερα 181,3 εκατομμύρια κυβικά μέτρα περισσότερο νερό σε σχέση με πέρυσι, αλλά εξακολουθεί να απέχει σημαντικά από τα επίπεδα αποθεμάτων του 2023.

Η λειψυδρία δεν αποτελεί πλέον την ίδια άμεση απειλή που διαγραφόταν το προηγούμενο φθινόπωρο, χωρίς όμως να έχει πάψει να αποτελεί σοβαρή πρόκληση.

Το εάν η φετινή βελτίωση θα εξελιχθεί σε ουσιαστική αποκατάσταση των υδατικών αποθεμάτων θα κριθεί από τις καιρικές συνθήκες και τις εισροές του χειμώνα που μόλις αρχίζει.

Διαβάστε ακόμη: