Το 2025 καταγράφηκε ως χρονιά-ορόσημο για το παγκόσμιο δημόσιο χρέος. Μετά από μια δεκαετία αλλεπάλληλων κρίσεων –πανδημία, ενεργειακό σοκ, γεωπολιτικές εντάσεις και εμπορικούς πολέμους– οι κυβερνήσεις εισήλθαν στη νέα χρονιά γνωρίζοντας ότι τα περιθώρια δημοσιονομικής αυτοσυγκράτησης είχαν ουσιαστικά εξαντληθεί.
Τα ελλείμματα παρέμειναν υψηλά, όχι ως προσωρινή απόκλιση, αλλά ως μόνιμο χαρακτηριστικό πολιτικής. Το χρέος αυξήθηκε τόσο στις ανεπτυγμένες όσο και στις αναδυόμενες οικονομίες, σηματοδοτώντας τη μετάβαση σε ένα νέο μοντέλο ανάπτυξης που βασίζεται δομικά στον δανεισμό.
Από την εξυγίανση στην αποδοχή του δανεισμού
Το 2025 δεν ήταν η χρονιά της δημοσιονομικής εξυγίανσης, αλλά της αποδοχής μιας νέας πραγματικότητας: ότι η παγκόσμια οικονομία λειτουργεί πλέον με «καύσιμο» το δημόσιο χρέος.
Με τις κοινωνίες κουρασμένες από τη λιτότητα και τις κυβερνήσεις αντιμέτωπες με διαρκείς εξωτερικούς κινδύνους, ο δανεισμός έπαψε να θεωρείται έκτακτο εργαλείο. Μετατράπηκε σε βασικό μηχανισμό διατήρησης της κοινωνικής συνοχής και της οικονομικής δραστηριότητας.
Ανάπτυξη με κρατικό «μαξιλάρι»
Σύμφωνα με έκθεση της Deloitte, οι προβλέψεις για το 2026 δείχνουν ότι η παγκόσμια οικονομία συνεχίζει να αναπτύσσεται, κυρίως χάρη στη δημοσιονομική στήριξη των κυβερνήσεων.
Ο εκτιμώμενος ρυθμός ανάπτυξης κοντά στο 3% βασίζεται σε μεγάλα πακέτα δαπανών, τα οποία λειτουργούν ως «μαξιλάρι» απέναντι σε μια συσσώρευση οικονομικών σοκ. Η δυναμική του ιδιωτικού τομέα παραμένει αδύναμη, καθιστώντας το κράτος τον βασικό μοχλό σταθερότητας.
Πρόκειται για μια στρατηγική υψηλού ρίσκου, την οποία πολλές κυβερνήσεις θεωρούν πλέον μονόδρομο.
Οι αγορές στέλνουν τα πρώτα σήματα
Τα πρώτα σημάδια έντασης έχουν ήδη εμφανιστεί στις αγορές ομολόγων. Η άνοδος των αποδόσεων μετά από εξαγγελίες αυξημένων δαπανών υπενθυμίζει ότι οι επενδυτές παρακολουθούν στενά τη δημοσιονομική πορεία των κρατών.
Η μεταβλητότητα λειτουργεί ως προειδοποίηση: η ανοχή των αγορών δεν είναι απεριόριστη. Πίσω από τις κινήσεις αυτές βρίσκονται διαρθρωτικά προβλήματα, όπως:
- χαμηλή παραγωγικότητα,
- αδύναμη ιδιωτική ζήτηση,
- περιορισμένες επενδύσεις,
- δυσκολία εύρεσης νέων πηγών ανάπτυξης.
Ευρώπη, ΗΠΑ και Ασία σε τροχιά ελλειμμάτων
Η Ευρώπη εισέρχεται στο 2026 με αυξημένη ευαλωτότητα, λόγω εμπορικών εντάσεων και περιορισμένων περιθωρίων εσωτερικής ανάπτυξης. Η δημοσιονομική γενναιοδωρία λειτουργεί ως βασικός πυλώνας στήριξης.
Στις Ηνωμένες Πολιτείες και τη Γερμανία, η κρατική παρέμβαση προσθέτει περίπου μία ποσοστιαία μονάδα στην ανάπτυξη. Στην Ιαπωνία, οι δημόσιες δαπάνες συνεχίζουν να αντισταθμίζουν τη χρόνια στασιμότητα.
Η Κίνα, από την πλευρά της, κινείται με εξαιρετικά υψηλά ελλείμματα, επιβεβαιώνοντας ότι ακόμη και οι μεγάλες αναδυόμενες οικονομίες εξαρτώνται πλέον από τη συνεχή κρατική στήριξη.
Γιατί οι κυβερνήσεις επιμένουν στις δαπάνες
Η αύξηση των κρατικών δαπανών δεν αποτελεί ιδεολογική επιλογή, αλλά απάντηση σε πολλαπλές πιέσεις:
- τεχνητή νοημοσύνη και τεχνολογικές ανατροπές,
- ενεργειακή μετάβαση,
- γεωπολιτικό ανταγωνισμό,
- γήρανση πληθυσμών,
- παγκόσμιο «πόλεμο» επιδοτήσεων.
Σε παλαιότερες περιόδους, τέτοιες πολιτικές θα συνοδεύονταν από αυξήσεις φόρων. Σήμερα, το πολιτικό κόστος της λιτότητας θεωρείται δυσβάστακτο, οδηγώντας τις κυβερνήσεις στη μεταφορά του βάρους στο μέλλον μέσω δανεισμού.
Το κόστος εξυπηρέτησης και τα όρια αντοχής
Το πρόβλημα δεν περιορίζεται στο ύψος του χρέους, αλλά στο κόστος εξυπηρέτησής του. Οι πληρωμές τόκων έχουν αυξηθεί θεαματικά, περιορίζοντας τον διαθέσιμο δημοσιονομικό χώρο.
Όσο τα επιτόκια παραμένουν υψηλά, το βάρος γίνεται όλο και δυσκολότερο να διαχειριστεί. Μια ενδεχόμενη απώλεια εμπιστοσύνης των αγορών θα μπορούσε να οδηγήσει σε:
- αυξήσεις φόρων,
- περικοπές δαπανών,
- απότομες αλλαγές πολιτικής.
Το ζητούμενο είναι αν τέτοιες αποφάσεις μπορούν να ληφθούν χωρίς να υπονομευθεί η ανάπτυξη.
Το 2026 ως χρονιά δοκιμασίας
Το 2026 προδιαγράφεται ως έτος αντοχής για ένα παγκόσμιο σύστημα που έχει εθιστεί στο χρέος. Η ανάπτυξη συνεχίζεται, αλλά βασίζεται σε δανεικά.
Οι κυβερνήσεις γνωρίζουν τους κινδύνους, ωστόσο θεωρούν ότι η επιστροφή στη λιτότητα θα είχε μεγαλύτερο πολιτικό και κοινωνικό κόστος από τη συνέχιση της σημερινής πορείας.
Το παγκόσμιο χρέος δεν αποτελεί πλέον παρενέργεια των κρίσεων. Έχει μετατραπεί στον βασικό μηχανισμό με τον οποίο οι οικονομίες «αγοράζουν χρόνο».
Το αν αυτός ο χρόνος θα αξιοποιηθεί για ουσιαστικές μεταρρυθμίσεις ή απλώς θα αυξήσει τον τελικό λογαριασμό, αποτελεί ένα από τα μεγαλύτερα στοιχήματα του 2026.
Διαβάστε ακόμη:
- Τα ηχητικά του Τζάκσον για ανήλικα: Θα αυτοκτονούσα αν δεν ξαναέβλεπα παιδιά, ερωτεύονται την προσωπικότητα μου και μπαίνω σε μπελάδες
- Τα Crypto είναι η πιο κοινή επένδυση της γενιάς των Gen-Z
- Αγνώριστος ο Τζόνι Ντεπ στις πρώτες φωτογραφίες ως Εμπενίζερ Σκρουτζ για το «Ebenezer: A Christmas Carol»
- Πολυτελή μεταχειρισμένα είδη: Η αυθεντικότητα γίνεται το νέο χρυσό πρότυπο