Το deal που «φωτογράφισε» η διοίκηση της Εθνική Τράπεζα στον κλάδο των ασφαλειών κατά την διάρκεια της Γενικής Συνέλευσης των μετόχων την περασμένη Πέμπτη μπορεί να μην έχει ακόμη ανακοινωθεί, αλλά η αγορά το θεωρεί πλέον θέμα χρόνου.

Τα διαδοχικά «σήματα» από τη γενική συνέλευση – με πιο χαρακτηριστική την αποστροφή του Γκίκα Χαρδούβελη «στο bancassurance, κρατήστε το αυτό» – σε συνδυασμό με τη ρητορική της διοίκησης για διαθέσιμο κεφαλαιακό πλεόνασμα, συνθέτουν ένα σαφές επενδυτικό αφήγημα: η ΕΤΕ ετοιμάζεται να ενισχύσει τη θέση της σε έναν από τους πιο κερδοφόρους και υποεκπροσωπούμενους τομείς του ελληνικού χρηματοπιστωτικού συστήματος.

Στο επίκεντρο βρίσκεται το bancassurance, δηλαδή η διανομή ασφαλιστικών προϊόντων μέσω τραπεζικού δικτύου, το οποίο αποτελεί στρατηγική προτεραιότητα για τις ευρωπαϊκές τράπεζες. Ήδη τον γύρο της αγοράς κάνουν εκ νέου πληροφορίες που θέλουν τον Π. Μυλωνά να έχει δώσει το πράσινο φως στους συνεργάτες για να κλείσει η συμφωνία με την Allianz.

Όπως έχει γράψει κατ’ επανάληψη το «R» στην Ελλάδα, η διείσδυση στο bancassurance παραμένει χαμηλότερη σε σχέση με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο, γεγονός που δημιουργεί σημαντικά περιθώρια ανάπτυξης. Για την Εθνική Τράπεζα, η ενίσχυση της παρουσίας της στον ασφαλιστικό κλάδο δεν είναι απλώς μια συμπληρωματική δραστηριότητα, αλλά μια κίνηση διαφοροποίησης των εσόδων, σε μια περίοδο όπου τα καθαρά επιτοκιακά έσοδα αναμένεται να πιεστούν μεσοπρόθεσμα λόγω της πορείας των επιτοκίων.

Η στρατηγική αυτή εντάσσεται στη γενικότερη προσπάθεια των ελληνικών τραπεζών να αυξήσουν τα έσοδα από προμήθειες, περιορίζοντας την εξάρτηση από τα επιτόκια. Είναι ενδεικτικό ότι τα έσοδα από προμήθειες των ελληνικών τραπεζών υπολείπονται σημαντικά των ευρωπαϊκών επιπέδων, γεγονός που καθιστά το bancassurance έναν από τους βασικούς μοχλούς σύγκλισης. Σε αυτό το πλαίσιο, μια εξαγορά στον ασφαλιστικό κλάδο θα μπορούσε να προσφέρει άμεση αύξηση εσόδων, αλλά και συνέργειες μέσω της αξιοποίησης του εκτεταμένου πελατειακού δικτύου της ΕΤΕ.

Κεφαλαιακό «μπαζούκα»

Η κεφαλαιακή θέση της τράπεζας αποτελεί το βασικό «καύσιμο» για μια τέτοια κίνηση. Η διοίκηση έχει επανειλημμένα επισημάνει ότι η Εθνική διαθέτει από τους υψηλότερους δείκτες κεφαλαιακής επάρκειας στην Ευρώπη, δημιουργώντας περιθώριο για εξαγορές χωρίς να διαταράσσεται η μερισματική πολιτική. Αυτό σημαίνει ότι η τράπεζα μπορεί να προχωρήσει σε επιθετικές κινήσεις ανάπτυξης, διατηρώντας παράλληλα υψηλές αποδόσεις για τους μετόχους – ένα στοιχείο που αξιολογείται θετικά από την επενδυτική κοινότητα.

Παράλληλα, το timing θεωρείται ευνοϊκό. Η ασφαλιστική αγορά στην Ελλάδα βρίσκεται σε φάση αναδιάρθρωσης, με αυξανόμενο ενδιαφέρον από διεθνείς παίκτες, αλλά και περιθώρια συγκέντρωσης. Μια στοχευμένη εξαγορά θα μπορούσε να επιτρέψει στην Εθνική να αποκτήσει κρίσιμη μάζα σε έναν κλάδο με σταθερές ταμειακές ροές και υψηλά περιθώρια κερδοφορίας, ενισχύοντας το συνολικό της προφίλ ως ολοκληρωμένου χρηματοοικονομικού ομίλου.

Επενδύσεις 1 δις στην τεχνολογία

Καθοριστικός παράγοντας για την επιτυχία της στρατηγικής αυτής είναι και η τεχνολογική αναβάθμιση της τράπεζας. Η Εθνική έχει επενδύσει πάνω από 1 δισ. ευρώ την τελευταία πενταετία σε ψηφιακές υποδομές, με αιχμή το νέο core banking system, που ολοκληρώνεται εντός Μαΐου. Οι νέες πλατφόρμες επιτρέπουν την ταχύτερη ανάπτυξη και διάθεση προϊόντων, αλλά και την καλύτερη αξιοποίηση δεδομένων πελατών – στοιχείο κρίσιμο για την προώθηση ασφαλιστικών προϊόντων μέσω τραπεζικών καναλιών.

Επιπλέον, η επένδυση στην Τεχνητή Νοημοσύνη, με περισσότερα από 70 εξειδικευμένα στελέχη, δημιουργεί τις προϋποθέσεις για πιο στοχευμένες πωλήσεις και βελτιωμένη εμπειρία πελάτη. Σε ένα περιβάλλον όπου το bancassurance βασίζεται ολοένα και περισσότερο στην ανάλυση δεδομένων και στην προσωποποιημένη εξυπηρέτηση, η τεχνολογική υπεροχή μπορεί να λειτουργήσει ως πολλαπλασιαστής αξίας.

Για την αγορά, το μεγάλο ερώτημα δεν είναι πλέον αν η Εθνική θα προχωρήσει σε εξαγορά στον ασφαλιστικό κλάδο, αλλά πότε και με ποιους όρους. Το σήμα έχει δοθεί και η στρατηγική φαίνεται να είναι σε πλήρη εξέλιξη. Το επόμενο βήμα θα κρίνει σε μεγάλο βαθμό το κατά πόσο η τράπεζα μπορεί να μετατρέψει την ισχυρή κεφαλαιακή της θέση και την τεχνολογική της επένδυση σε ένα νέο, βιώσιμο μοντέλο ανάπτυξης με μεγαλύτερη ανθεκτικότητα στα επιτοκιακά σοκ.

Διαβάστε ακόμη: