Πρόσφατα δόθηκε το εναρκτήριο λάκτισμα, σχετικά με την αποεπένδυση του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (ΤΧΣ) από τις ελληνικές τράπεζες, με την πώληση μεριδίου συμμετοχής στην Eurobank.

Η πρωτοβουλία της διάσωσης των τραπεζών μέσω κρατικών ενισχύσεων έχει απασχολήσει ποικιλοτρόπως τη βιβλιογραφία, σημειώνει το ΚΕΠΕ,  η οποία εστιάζει σε ζητήματα όπως οι μακροοικονομικές επιπτώσεις στην πραγματική οικονομία, οι επιπτώσεις στη χρηματοοικονομική υγεία και τις επιδόσεις των τραπεζών, συμπεριλαμβανομένης της πιστωτικής τους δραστηριότητας, η αναγκαιότητα της κρατικής παρέμβασης για τη διαφύλαξη της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας στο πλαίσιο των Ευρωπαϊκών Οδηγιών αλλά και το δημοσιονομικό κόστος αυτής της παρέμβασης.

Στη βάση της παραπάνω βιβλιογραφίας και με αφορμή την έναρξη υλοποίησης της Στρατηγικής Αποεπένδυσης 2023-2025 του Ταμείου (ΤΧΣ, 2023), η ανάλυση του ΚΕΠΕ αποσκοπεί στη σφαιρική επισκόπηση της έκθεσης του ΤΧΣ στις ελληνικές τράπεζες, όπως προκύπτει από τα τρέχοντα στοιχεία και τις πιθανές επιπτώσεις από την αποεπένδυσή του από αυτές.

Πιο συγκεκριμένα, γίνεται λόγος τόσο για το συνολικό ποσό επένδυσης του ΤΧΣ στις ελληνικές τράπεζες από την περίοδο των μνημονίων, ώστε να διασωθούν και να διατηρηθεί η χρηματοπιστωτική σταθερότητα στην Ελλάδα εκείνα τα χρόνια, όσο και για τη σημερινή χρηματιστηριακή αξία των υποβοηθηθεισών από το ΤΧΣ ελληνικών τραπεζών.

Η έκθεση του ΤΧΣ στις ελληνικές τράπεζες

Με βάση το δημοσιευμένο υλικό του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας (εφεξής ΤΧΣ), προκύπτει ότι το ΤΧΣ έχει ενισχύσει σωρευτικά τις ελληνικές τράπεζες με €46 δισεκ. από το 20112, καθώς επισημαίνεται ότι σκοπός είναι η διατήρηση της χρηματοπιστωτικής σταθερότητας στη χώρα, προς χάριν του δημοσίου συμφέροντος.

Το μεγαλύτερο μέρος αυτού του ως άνω ποσού αφορά άμεσα ή έμμεσα τις τέσσερις συστημικές τράπεζες.

Έμμεσα, διότι έχουν διοχετευτεί κονδύλια μέσω άλλων μη συστημικών τραπεζών, οι οποίες μετέπειτα εξαγοράστηκαν από, ή συγχωνεύθηκαν με τις τέσσερις συστημικές.

Σύμφωνα με τα συγκεντρωτικά δεδομένα στις 31/12/2022 του ελληνικού τραπεζικού συστήματος, που αναφέρονται στην Έκθεση Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας Μαΐου 2023 της Τράπεζας της Ελλάδος, τα €46 δισεκ. ισοδυναμούν με το 170,2% και 14,1%, αντίστοιχα, της λογιστικής αξίας ιδίων κεφαλαίων και της λογιστικής αξίας ενεργητικού του τραπεζικού συστήματος.

Αναλυτικά, τα ποσοστά συμμετοχής του ΤΧΣ στις τέσσερις συστημικές τράπεζες είναι:

▪ 8,9% στην Alpha Bank,
▪ 1,4% στην Eurobank,
▪ 40,39% στην Εθνική Τράπεζα Ελλάδος, και
▪ 27% στην Τράπεζα Πειραιώς.

Επιπλέον, το χαρτοφυλάκιο του ΤΧΣ εμπεριέχει και ποσοστό συμμετοχής ίσο με 69,51% στην Attica Bank. Το Διάγραμμα 1 απεικονίζει τα προαναφερθέντα ποσοστά.

Η κεφαλαιοποίηση (market cap) στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών των τεσσάρων συστημικών τραπεζών στο κλείσιμο της συνεδρίασης της 6/10/2023 ήταν ως κάτωθι:

▪ Alpha Bank: €2,87 δισεκ.,
▪ Eurobank: €5,26 δισεκ.,
▪ Εθνική Τράπεζα Ελλάδος: €4,63 δισεκ., και
▪ Τράπεζα Πειραιώς: €3,34 δισεκ.

Το συνολικό άθροισμα των ως άνω ποσών είναι περίπου €16,09 δισεκ. Το Διάγραμμα 2 απεικονίζει τα προαναφερθέντα ποσά κεφαλαιοποίησης των συστημικών τραπεζών.

Επιπροσθέτως την ίδια ημερομηνία, να σημειωθεί ότι η Attica Bank είχε περίπου μισό δισεκατομμύριο ευρώ χρηματιστηριακή κεφαλαιοποίηση.

Οι αρνητικές επιπτώσεις της αποεπένδυσης του ΤΧΣ

Από τη συνολική έκθεση του ΤΧΣ στις ελληνικές τράπεζες των €46 δισεκ. και τα παραπάνω στοιχεία κεφαλαιοποίησης σε αγοραίες τιμές προκύπτει ότι, ακόμα και αν το ΤΧΣ κατείχε το 100% των τεσσάρων συστημικών τραπεζών, οι ζημίες που θα κατέγραφε από την πώληση των μετοχών θα άγγιζαν το ύψος σχεδόν των €30 δισεκ.

Αυτό συνεπάγεται μία απόδοση κατά προσέγγιση ίση με -65%.

Εναλλακτικά, για να υπήρχε απόσβεση των €46 δισεκ., τότε θα έπρεπε η κεφαλαιοποίηση των τεσσάρων συστημικών τραπεζών να ήταν τουλάχιστον 186% μεγαλύτερη από αυτή στις 6/10/2023.

Να σημειώσουμε ότι, για την ευκολία της παρουσίασης, δεν συνυπολογίζουμε τη διαχρονική αξία του χρήματος στα €46 δισεκ. (δηλαδή, δεν χρησιμοποιούμε τη μελλοντική αξία των €46 δισεκ. που έχουν διοχετευθεί σταδιακά από το 2011) για τη σύγκριση με τα σημερινά €16,09 δισεκ.

Εάν όμως υπολογίζαμε τη μελλοντική αξία των €46 δισεκ. με κατάλληλο προεξοφλητικό επιτόκιο (π.χ. το μεσοσταθμισμένο επιτόκιο καταθέσεων με βάση τα στατιστικά στοιχεία που παρέχονται από την Τράπεζα της Ελλάδος), τότε αυτά θα άξιζαν περισσότερο σήμερα και, άρα, οι ζημίες θα ήταν μεγαλύτερες από €30 δισεκ.

Υπολογίζοντας τα μέσα δυνητικά έσοδα από την αποεπένδυση από τις τέσσερις συστημικές τράπεζες, σταθμισμένα με βάση τα παραπάνω ποσοστά συμμετοχής και τις αντίστοιχες κεφαλαιοποιήσεις, προκύπτει ότι με μηδενικό premium τα δυνητικά έσοδα αγγίζουν το ποσό των €3,10 δισεκ.

Στη δε εξεζητημένη περίπτωση με υποθετικό 80% premium, αυτά ανέρχονται σε €5,58 δισεκ.

Παρατηρούμε ότι ακόμη και με 80% premium και χωρίς να ληφθεί υπ’ όψιν η διαχρονική αξία του χρήματος (βλ. παραπάνω σχετικά με μελλοντική αξία), οι ζημίες ανέρχονται σε πάνω από €40 δισεκ., δηλαδή προκύπτει μία απόδοση σχεδόν -88%.

Εναλλακτικά, για να υπήρχε απόσβεση των €46 δισεκ. τότε, θα έπρεπε η κεφαλαιοποίηση των τεσσάρων συστημικών τραπεζών να ήταν τουλάχιστον 1383% μεγαλύτερη από αυτή στις 6/10/2023.

Δηλαδή, περίπου 14,83 φορές μεγαλύτερη αυτής στις 6/10/2023.

Σημειωτέον ότι ο οίκος αξιολόγησης πιστοληπτικής ικανότητας Moody’s, σε ανακοίνωσή του στις 10 Οκτωβρίου 2023, αναφέρει ότι τα αναμενόμενα έσοδα του ΤΧΣ από την αποεπένδυση των ελληνικών τραπεζών είναι €3 δισεκ. με €4 δισεκ.

Ως εκ τούτου, με βάση το ποσό της συνολικής επένδυσης €46 δισεκ. από το ΤΧΣ, οι υπαινισσόμενες ζημίες (implied losses) ανέρχονται σε €42 δισεκ. με €43 δισεκ. ή, εναλλακτικά, η υπαινισσόμενη απόδοση (implied return) κυμαίνεται μεταξύ -91,3% και -93,5%.

Συμπεράσματα

Η παραπάνω ανάλυση, η οποία ανέδειξε τη μεγάλη έκταση των ζημιών από την αποεπένδυση του ΤΧΣ, καθιστά αναγκαία την επισήμανση τριών αξόνων, οι οποίοι θα πρέπει να συνοδεύσουν μία αποτίμηση της παρέμβασης του ελληνικού Δημοσίου στη διάσωση των συστημικών κυρίως τραπεζών:

▪ Καθίσταται αναγκαίος ο λεπτομερής απολογισμός του έργου του ΤΧΣ σε όρους πλήρους διαφάνειας, όπως προτείνεται και από τη διεθνή βιβλιογραφία.

Συγκεκριμένα συνιστάται, μεταξύ άλλων, να ανακοινωθούν τα ακριβή κονδύλια ενίσχυσης για κάθε μία τράπεζα από την οποία απεμπλέκεται το ΤΧΣ, ώστε να είναι δυνατό να υπολογισθεί το καθαρό αποτέλεσμα μετά και την πώληση του αντίστοιχου μεριδίου λαμβάνοντας υπ’ όψιν τυχόν άλλα σχετικά έσοδα.

▪ Οι ενδιαφερόμενοι φορείς του Δημοσίου, καθώς και η ακαδημαϊκή – ερευνητική κοινότητα, οφείλουν να αξιολογήσουν τις πρακτικές που υιοθετήθηκαν από το ΤΧΣ στο πλαίσιο της διεθνούς εμπειρίας.

▪ Ο κεντρικός στόχος της παραπάνω αξιολόγησης πρέπει να είναι πρακτικός και να καταλήγει σε προτάσεις πολιτικής σχετικά με το τι πρωτοβουλίες θα μπορούσαν να είχαν ληφθεί, δεδομένων των περιορισμών που επέβαλε η οικονομική συγκυρία, ούτως ώστε να αποφευχθούν παρόμοιες ζημιογόνες ενέργειες στο μέλλον για το ελληνικό Δημόσιο.

Τα παραπάνω έχουν ιδιαίτερη σημασία, καθώς και επείγοντα χαρακτήρα, ιδίως δε, αν λάβουμε υπ’ όψιν:

[1] τον υπερβολικό βαθμό κάλυψης των ιδίων κεφαλαίων του ελληνικού τραπεζικού συστήματος από αναβαλλόμενες φορολογικές πιστώσεις (deferred tax credits, DTCs), οι οποίες είναι εν δυνάμει κρατική κεφαλαιακή ενίσχυση και το καθιστούν οιονεί δημόσιο (quasi-public): στις 31.12.2019 τα DTCs αποτελούσαν το 54% της λογιστικής αξίας των ιδίων κεφαλαίων, στις 30.6.2021 κορυφώθηκαν στο 61,1%, και έκτοτε υπάρχει μείωση, με το ποσοστό να αγγίζει το 50,7% ή €13,7 δισεκ. στις 31.12.2022, και

[2] ότι σε άλλες χώρες, παρόμοιοι κρατικοί μηχανισμοί ύστερα από την αποεπένδυση κατέγραψαν είτε κέρδη είτε μικρότερες ζημίες.
Παραδείγματος χάρη, στις ΗΠΑ προέκυψαν κέρδη για το Δημόσιο τόσο από τις συνολικές επενδύσεις του προγράμματος TARP (κέρδη $15,3 δισεκ. επί της αρχικής επένδυσης $426,4 δισεκ., ή απόδοση +3,6%), όσο και από τις επενδύσεις του TARP στον τραπεζικό τομέα13 (κέρδη $30,4 δισεκ. επί της αρχικής επένδυσης $245,5 δισεκ., ή απόδοση +12,4%), ενώ στο Ηνωμένο Βασίλειο προέκυψαν σχετικά μικρές ζημίες (Mor, 2018) από την επένδυση – στήριξη στον τραπεζικό τομέα (ζημίες £23,2 δισεκ. επί της αρχικής επένδυσης £136,6 δισεκ., ή εναλλακτικά απόδοση -17%).

Διαβάστε ακόμη: