Ένα αόρατο «ρολόι» μετρά αντίστροφα πάνω από τον Περσικό Κόλπο και ίσως αποδειχθεί καθοριστικό για την έκβαση της σύγκρουσης ΗΠΑ–Ιράν. Στο επίκεντρο βρίσκεται ένα ερώτημα δισεκατομμυρίων δολαρίων: πόσο χρόνο έχει ακόμη η Τεχεράνη πριν ξεμείνει από αποθηκευτικούς χώρους για το πετρέλαιο που δεν μπορεί πλέον να εξάγει λόγω του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού;

Πέντε εβδομάδες μετά την έναρξη του αποκλεισμού, τεράστιες ποσότητες ιρανικού πετρελαίου παραμένουν εγκλωβισμένες στον Περσικό Κόλπο. Η Τεχεράνη αναγκάζεται να διοχετεύει καθημερινά εκατομμύρια βαρέλια σε δεξαμενές που γεμίζουν ασφυκτικά, αλλά και σε δεκάδες δεξαμενόπλοια που λειτουργούν πλέον ως πλωτές αποθήκες αργού πετρελαίου.

----------

Η Ουάσιγκτον ποντάρει ότι όταν το Ιράν φτάσει σε πλήρη εξάντληση της αποθηκευτικής ικανότητας, τότε θα αναγκαστεί να περιορίσει ή ακόμη και να διακόψει την παραγωγή πετρελαίου. Πρόκειται για μια εξαιρετικά επικίνδυνη και δαπανηρή διαδικασία, που θα μπορούσε να προκαλέσει σοβαρές ζημιές στα πετρελαϊκά κοιτάσματα και να πλήξει μακροπρόθεσμα την παραγωγική δυνατότητα της χώρας.

Αυτό ακριβώς είναι το στρατηγικό στοίχημα των ΗΠΑ: να εξαναγκάσουν την Τεχεράνη σε υποχώρηση στις διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό της πρόγραμμα και τη συνολική γεωπολιτική σύγκρουση, χωρίς άμεση στρατιωτική κλιμάκωση.

Ωστόσο, το μεγάλο πρόβλημα είναι ότι κανείς δεν γνωρίζει με ακρίβεια πόσο κοντά βρίσκεται το Ιράν σε αυτό το σημείο ασφυξίας.

Οι εκτιμήσεις διαφέρουν δραματικά. Ορισμένοι αναλυτές υπολογίζουν ότι οι χερσαίες εγκαταστάσεις αποθήκευσης του Ιράν είναι γεμάτες κατά περίπου 57%, ενώ άλλοι ανεβάζουν το ποσοστό ακόμη και στο 90%. Η διαφορά είναι τεράστια: στην πρώτη περίπτωση η Τεχεράνη θα μπορούσε να αντέξει για εβδομάδες, στη δεύτερη ενδέχεται να ξεμείνει από χώρο μέσα σε λίγες ημέρες.

Η αβεβαιότητα αποκαλύπτει πόσο αδιαφανές παραμένει το ιρανικό πετρελαϊκό σύστημα. Οι περισσότεροι αναλυτές βασίζονται σε δορυφορικές εικόνες, εξετάζοντας ακόμη και τις σκιές που δημιουργούν οι πλωτές οροφές των δεξαμενών για να εκτιμήσουν πόσο γεμάτες είναι. Ωστόσο, πολλές εγκαταστάσεις διαθέτουν σταθερές οροφές, άλλες είναι ιδιωτικές ή στρατιωτικές, ενώ ορισμένες έχουν υποστεί ζημιές και δεν μπορούν να αξιολογηθούν με ακρίβεια.

Παρά τις αποκλίσεις στις εκτιμήσεις, το συμπέρασμα είναι κοινό: το Ιράν δεν έχει ακόμη ξεμείνει από χώρο, αλλά αναγκάζεται ήδη να «εφευρίσκει» νέες λύσεις αποθήκευσης για να κερδίσει χρόνο.

Μία από αυτές είναι η μετατροπή δεξαμενόπλοιων σε προσωρινές πλωτές αποθήκες. Σύμφωνα με στοιχεία της S&P Global Energy, τουλάχιστον 14 δεξαμενόπλοια που είχαν μεταφέρει ιρανικό πετρέλαιο από το 2025 βρίσκονται αγκυροβολημένα εντός της ζώνης αποκλεισμού, λειτουργώντας ουσιαστικά ως κινητές δεξαμενές.

Παράλληλα, η Τεχεράνη επιβραδύνει σταδιακά την παραγωγή των πετρελαιοπηγών της, προσπαθώντας να αποφύγει μια βίαιη και πλήρη διακοπή λειτουργίας. Η σταδιακή μείωση παραγωγής θεωρείται πολύ ασφαλέστερη επιλογή, καθώς το ολικό shutdown κοιτασμάτων μπορεί να απαιτήσει μήνες για την επανεκκίνηση και τεράστιες επενδύσεις αποκατάστασης.

Την ίδια ώρα, το Ιράν αυξάνει τη διύλιση πετρελαίου στο εσωτερικό της χώρας, ενώ προσπαθεί να διατηρήσει ένα περιορισμένο επίπεδο εξαγωγών μέσω χερσαίων διαδρομών, σιδηροδρομικών μεταφορών και της Κασπίας Θάλασσας. Αναλυτές της Eurasia Group εκτιμούν ότι ακόμη και υπό αποκλεισμό η χώρα συνεχίζει να εξάγει περίπου 200.000 βαρέλια ημερησίως.

Ωστόσο, η απώλεια των θαλάσσιων εξαγωγών αποτελεί τεράστιο πλήγμα για την ιρανική οικονομία. Πριν από τον πόλεμο, το Ιράν εξήγαγε περίπου 1,8 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως, κυρίως προς την Κίνα. Σήμερα οι θαλάσσιες εξαγωγές έχουν σχεδόν μηδενιστεί.

Οι πωλήσεις πετρελαίου και πετρελαϊκών προϊόντων αντιπροσωπεύουν περίπου το 40% των συνολικών εξαγωγικών εσόδων της χώρας, παρά τις δυτικές κυρώσεις. Αυτό σημαίνει ότι κάθε εβδομάδα αποκλεισμού αφαιρεί δισεκατομμύρια δολάρια από τα κρατικά ταμεία και περιορίζει δραματικά τη δυνατότητα της κυβέρνησης να χρηματοδοτεί κοινωνικές δαπάνες αλλά και στρατιωτικές επιχειρήσεις.

Ο Ιρανός πρόεδρος Μασούντ Πεζεσκιάν προειδοποίησε ήδη τους πολίτες ότι η χώρα θα αντιμετωπίσει αυξανόμενο πληθωρισμό, υψηλότερες τιμές και σοβαρές οικονομικές δυσκολίες όσο συνεχίζεται η κρίση.

Αλλά και η Δύση πληρώνει βαρύ τίμημα. Η κρίση στον Περσικό Κόλπο έχει πυροδοτήσει άνοδο στις τιμές της ενέργειας διεθνώς, εντείνοντας τις πληθωριστικές πιέσεις στις ΗΠΑ και την Ευρώπη. Στις Ηνωμένες Πολιτείες, οι αποδόσεις των μακροπρόθεσμων κρατικών ομολόγων εκτινάχθηκαν αυτή την εβδομάδα στα υψηλότερα επίπεδα εδώ και δεκαετίες, καθώς οι αγορές φοβούνται ότι το νέο ενεργειακός σοκ θα αναγκάσει τη Fed να διατηρήσει τα επιτόκια υψηλά για περισσότερο.

Έτσι, ο πόλεμος εξελίσσεται πλέον σε έναν σκληρό οικονομικό πόλεμο φθοράς. Η Ουάσιγκτον επιχειρεί να στραγγαλίσει οικονομικά την Τεχεράνη μέσω της ενεργειακής ασφυξίας, ενώ το Ιράν προσπαθεί να αποδείξει ότι μπορεί να αντέξει περισσότερο από όσο υπολογίζουν οι αντίπαλοί του.

Και εδώ ακριβώς διχάζονται οι αναλυτές.

Ορισμένοι θεωρούν ότι η πίεση αυτή είναι βιώσιμη μόνο για περιορισμένο χρονικό διάστημα. Άλλοι υπενθυμίζουν ότι το Ιράν έχει ήδη επιβιώσει από πολύ σκληρότερες κυρώσεις στο παρελθόν. Μετά τις κυρώσεις που επέβαλε η κυβέρνηση Τραμπ το 2019, οι ιρανικές εξαγωγές κατέρρευσαν για περισσότερα από τρία χρόνια και η παραγωγή υποχώρησε κάτω από τα 2 εκατομμύρια βαρέλια ημερησίως. Παρ’ όλα αυτά, η χώρα κατάφερε να επαναφέρει την παραγωγή της σε πολυετή υψηλά στις αρχές του 2026.

Αυτό οδηγεί αρκετούς ειδικούς στο συμπέρασμα ότι η στρατηγική των ΗΠΑ ίσως να μην είναι τόσο αποτελεσματική όσο ελπίζει η Ουάσιγκτον.

«Ίσως χρειάζεται να αναθεωρηθούν οι προσδοκίες», προειδοποιεί η αναλύτρια της HSBC Κιμ Φουστιέ. Όπως σημειώνει, είναι δύσκολο να πιστέψει κανείς ότι ένας αποκλεισμός μερικών εβδομάδων θα επιτύχει κάτι που δεν κατάφεραν 3,5 χρόνια κυρώσεων και περιορισμένων εξαγωγών.

Μέχρι τότε, όμως, η αγορά πετρελαίου παρακολουθεί με κομμένη την ανάσα τις δεξαμενές του Ιράν να γεμίζουν.

Διαβάστε ακόμη: