Γεγονός αδιαμφισβήτητο είναι ότι, τα τελευταία χρόνια η ελληνική οικονομία έχει επιτύχει μια εντυπωσιακή μεταστροφή, αναδεικνυόμενη σε μία από τις πιο δυναμικές οικονομίες της ευρωζώνης. Όπως κατά καιρούς επισημαίνει και η Τράπεζα της Ελλάδος (ΤτΕ), η χώρα καταγράφει από το 2021 ρυθμούς ανάπτυξης σημαντικά υψηλότερους από το μέσο όρο της ζώνης του ευρώ.

Η τάση αυτή υποστηρίζεται από την ενίσχυση της ιδιωτικής κατανάλωσης, την αύξηση των επενδύσεων, τη δυναμική των εξαγωγών υπηρεσιών και τη βελτίωση των συνθηκών στην αγορά εργασίας. Παράλληλα, οι θετικές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας επιβεβαιώνονται από τις προβλέψεις που δείχνουν ότι θα συνεχίσει να αναπτύσσεται με υψηλότερους ρυθμούς από την ευρωζώνη και τα επόμενα χρόνια, συμβάλλοντας στη σταδιακή πραγματική σύγκλιση προς το μέσο βιοτικό επίπεδο της ΕΕ.

Από την άλλη, η ισχυρή δημοσιονομική επίδοση και η ταχεία αποκλιμάκωση του δημόσιου χρέους, σε συνδυασμό με τη μείωση των μη εξυπηρετούμενων δανείων και τη βελτίωση της κεφαλαιακής θέσης των τραπεζών, οδήγησαν στην αναβάθμιση της πιστοληπτικής ικανότητας της χώρας και των εμπορικών τραπεζών στην επενδυτική κατηγορία. Η εξέλιξη αυτή μειώνει το κόστος χρηματοδότησης, ενισχύει τη σταθερότητα και διευκολύνει την προσέλκυση νέων επενδύσεων, επιταχύνοντας τη διαδικασία πραγματικής σύγκλισης με τις πιο ανεπτυγμένες οικονομίες της Ευρώπη.

Σύμφωνα με την ΤτΕ, αυτή η πρόοδος αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία αν ληφθεί υπόψη ότι συντελείται σε ένα περιβάλλον αυξημένης διεθνούς αβεβαιότητας. Παρά τις αντίξοες συνθήκες διεθνώς πάντως, η ελληνική οικονομία επέδειξε αξιοσημείωτη ανθεκτικότητα, με την εμπιστοσύνη των αγορών να παραμένει υψηλή. Η ενίσχυση της αξιοπιστίας της οικονομικής πολιτικής, η πολιτική σταθερότητα και η δημοσιονομική υπευθυνότητα δημιούργησαν έναν ενάρετο κύκλο που θωρακίζει την οικονομία απέναντι στις παγκόσμιες αναταράξεις.

Το 2026 ως σημείο καμπής: στοχευμένες επενδύσεις, επιτάχυνση μεταρρυθμίσεων και παραγωγικότητα καθορίζουν τη διατηρήσιμη σύγκλιση με την Ευρωζώνη

Τα κενά της οικονομίας

Ωστόσο, η πρόοδος αυτή δεν αναιρεί το γεγονός ότι η ελληνική οικονομία εξακολουθεί να αντιμετωπίζει κρίσιμες και επίμονες προκλήσεις, όπως σημειώνει στις αναλύσεις της η ΤτΕ. Το επενδυτικό κενό, παρότι μειώθηκε, παραμένει σημαντικό, ενώ η διατηρησιμότητα της επενδυτικής δυναμικής εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από την αποτελεσματική και έγκαιρη αξιοποίηση των ευρωπαϊκών πόρων.

Η διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα παραμένει περιορισμένη λόγω θεσμικών δυσλειτουργιών, χαμηλής έντασης καινοτομίας, μικρής κλίμακας επιχειρήσεων και καθυστερήσεων στη δικαιοσύνη και στις αδειοδοτήσεις. Παράλληλα, η κλιματική κρίση και η πράσινη μετάβαση απαιτούν σημαντικές επενδύσεις σε τεχνολογίες χαμηλών εκπομπών, ενώ η τεχνητή νοημοσύνη δημιουργεί νέες προκλήσεις για το παραγωγικό πρότυπο, την αγορά εργασίας και τις δεξιότητες του ανθρώπινου δυναμικού.

Οι διεθνείς γεωοικονομικές εντάσεις και η αναδιάταξη των αλυσίδων αξίας απαιτούν νέες στρατηγικές ανθεκτικότητας από την πλευρά των επιχειρήσεων, ενώ η γήρανση του πληθυσμού απειλεί να περιορίσει το διαθέσιμο εργατικό δυναμικό και να επιβαρύνει το ασφαλιστικό σύστημα. Σε αυτό το πολύπλοκο περιβάλλον, η Ελλάδα χρειάζεται να συνεχίσει και να επιταχύνει τις μεταρρυθμίσεις που ενισχύουν την παραγωγικότητα, την καινοτομία και την επενδυτική ελκυστικότητα.

Από την ανθεκτικότητα στη δημοσιονομική επίθεση: Πλεονάσματα πάνω από τους στόχους, χαλάρωση το 2026, δισεκατομμύρια σε μέτρα στήριξης και ένα δημόσιο χρέος που υποχωρεί, την ώρα που η Ελλάδα αλλάζει ταχύτητα μέσα σε ένα ασταθές διεθνές περιβάλλον

Οι βασικές προκλήσεις

Σύμφωνα και με πρόσφατη ομιλία του Διοικητή της ΤτΕ, κ. Γιάννη Στουρνάρα, οι βασικές προκλήσεις για την ελληνική οικονομία τα επόμενα χρόνια είναι η διατήρηση υψηλών και διατηρήσιμων ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης και η συνεχής αύξηση της παραγωγικότητας. Αυξημένοι ρυθμοί μεταβολής της παραγωγικότητας επιτρέπουν υψηλότερους πραγματικούς μισθούς, χωρίς να διακυβεύεται η ανταγωνιστικότητα και η απασχόληση. Η αύξηση της παραγωγικότητας μπορεί να προέλθει από περισσότερες επενδύσεις, κυρίως σε καινοτόμες δραστηριότητες, από μεταρρυθμίσεις και από ενίσχυση της οικονομικής δραστηριότητας στους πιο παραγωγικούς κλάδους της οικονομίας.

Η ανάπτυξη δεν πρέπει και δεν μπορεί να βασίζεται μόνο στην κατανάλωση, αλλά απαιτεί σταθερή ενίσχυση των επενδύσεων. Ο ρόλος των επενδύσεων είναι καθοριστικός για τη μελλοντική πορεία της οικονομίας, και ειδικά για την αλλαγή του αναπτυξιακού προτύπου με έμφαση στην καινοτομία και την ενίσχυση της παραγωγικότητας, τον προσανατολισμό προς εξωστρεφείς εμπορεύσιμες δραστηριότητες, καθώς και την αποτελεσματική αντιμετώπιση της κλιματικής αλλαγής και τη διευκόλυνση της πράσινης μετάβασης.

Η αύξηση της παραγωγής διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών οδηγεί στην αύξηση των εξαγωγών, σε υποκατάσταση εισαγωγών και άρα στη μείωση του ελλείμματος τρεχουσών συναλλαγών. Οι επενδυτικές δαπάνες μπορούν να στηρίξουν την οικονομική ανάπτυξη, είτε αφορούν βελτιώσεις στις υποδομές, την εκπαίδευση και την υγεία, είτε επενδύσεις σε παραγωγικό εξοπλισμό, μηχανήματα, καθώς και σε άυλα στοιχεία ενεργητικού και σε τεχνολογίες αιχμής, περιλαμβανομένων αυτών που προωθούν τον πράσινο μετασχηματισμό του ενεργειακού τομέα.

Υπάρχουν σημαντικές συνέργειες μεταξύ των επενδύσεων σε υλικό και άυλο κεφάλαιο, οι οποίες θα πρέπει να αξιοποιηθούν πλήρως. Ειδικότερα, η ταυτόχρονη επένδυση σε νέες τεχνολογίες και σε ανθρώπινο κεφάλαιο με ψηφιακές δεξιότητες οδηγεί σε υψηλότερους ρυθμούς αύξησης της παραγωγικότητας της εργασίας μακροχρόνια.

Σπάνε τα κοντέρ οι δημόσιες επενδύσεις το 2026: Πακέτο 16,7 δισ., πώς μοιράζεται

Το ζήτημα των επενδύσεων

Κατά την ΤτΕ, παρά τη σημαντική πρόοδο που έχει επιτευχθεί, το επενδυτικό κενό που δημιουργήθηκε τη δεκαετία της κρίσης δεν έχει ακόμη καλυφθεί. Για να κλείσει η απόσταση αυτή, απαιτείται συνεχής αύξηση των επενδύσεων σε φυσικό και ανθρώπινο κεφάλαιο, στην καινοτομία, καθώς και στην πράσινη και ψηφιακή μετάβαση.

Είναι αξιοσημείωτο ότι η περίοδος 2019–2025 χαρακτηρίστηκε από ισχυρή αύξηση των επενδύσεων, με σωρευτικούς ρυθμούς σημαντικά υψηλότερους από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Οι επενδύσεις αυτές κατευθύνθηκαν σε κρίσιμους τομείς, όπως οι υποδομές, η ενέργεια, τα ψηφιακά δίκτυα και η μεταποίηση, συμβάλλοντας τόσο στην άμεση αύξηση της οικονομικής δραστηριότητας όσο και στη βελτίωση των μεσοπρόθεσμων προοπτικών ανάπτυξης.

Ιδιαίτερα θετική υπήρξε και η επίδοση των άμεσων ξένων επενδύσεων, των οποίων το μερίδιο στο ΑΕΠ τα τελευταία έξι χρόνια είναι πολλαπλάσιο σε σχέση με την προηγούμενη δεκαπενταετία. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται άμεσα με τη βελτίωση του επιχειρηματικού περιβάλλοντος, τη σταθερότητα της οικονομικής πολιτικής και τη μόχλευση που δημιούργησαν τα δάνεια του RRF.

Το RRF αποτέλεσε χωρίς αμφιβολία έναν από τους βασικούς καταλύτες της οικονομικής ανάκαμψης. Σε αντίθεση με προηγούμενες περιόδους, η Ελλάδα πέτυχε υψηλούς ρυθμούς απορρόφησης, συγκαταλεγόμενη στα κράτη-μέλη με την ταχύτερη υλοποίηση του προγράμματος.

Μέχρι το τέλος του 2025 είχε ήδη εισπράξει περίπου το 65% των διαθέσιμων πόρων και είχε ολοκληρώσει σχεδόν το 50% των συμφωνημένων στόχων και οροσήμων, επίδοση σημαντικά υψηλότερη από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο. Η πρόοδος αυτή αποτυπώνει μια ουσιαστική μεταστροφή στη διοικητική ικανότητα της χώρας και στη διαχείριση σύνθετων ευρωπαϊκών προγραμμάτων.

Στο σκέλος των επιχορηγήσεων, σημαντικοί πόροι έχουν ήδη διοχετευθεί στην πραγματική οικονομία και στη Γενική Κυβέρνηση, στηρίζοντας δημόσιες επενδύσεις, κοινωνικές πολιτικές και μεταρρυθμίσεις. Ωστόσο, ιδιαίτερη σημασία για τις προοπτικές του 2026 έχει το δανειακό σκέλος του RRF.

Η Ελλάδα αξιοποίησε το εργαλείο αυτό με τρόπο που λίγες άλλες χώρες κατάφεραν, χρησιμοποιώντας τα δάνεια ως μηχανισμό μόχλευσης ιδιωτικών κεφαλαίων. Μέχρι το τέλος του 2025 είχαν συμβασιοποιηθεί έργα ύψους αρκετών δισεκατομμυρίων ευρώ, στηρίζοντας εκατοντάδες επενδυτικά σχέδια, κυρίως σε εξωστρεφείς και καινοτόμους κλάδους.

Η ακτινογραφία του Ταμείου Ανάκαμψης: Πρόοδος στην απορρόφηση, άνισος βηματισμός στην υλοποίηση και τα κρίσιμα ορόσημα που θα κρίνουν το τελικό αποτύπωμα - Οι συνεχείς αναθεωρήσεις του προγράμματος και η επίσπευση των διαδικασιών στο προσκήνιο

Το Ταμείο Ανάκαμψης και το ΕΣΠΑ

Παρότι το σύνολο των δανείων του RRF αναμένεται να έχει συμβασιοποιηθεί έως το τέλος του 2026, η επίδρασή τους στην οικονομία δεν θα περιοριστεί χρονικά σε εκείνη τη χρονιά. Οι εκταμιεύσεις προς τις επιχειρήσεις θα συνεχιστούν έως και το 2029, διατηρώντας ενεργή την επενδυτική δραστηριότητα και κινητοποιώντας πρόσθετα ιδιωτικά κεφάλαια. Με τον τρόπο αυτό, η μετάβαση στη μετα-RRF περίοδο αναμένεται να είναι σταδιακή και όχι απότομη, μειώνοντας τον κίνδυνο επιβράδυνσης της οικονομικής δραστηριότητας. Η ΤτΕ, πάντως, δεν προβλέπει σημαντική μείωση των ρυθμών αυτών (“cliff effect”).

Όπως σημειώνει ο κ. Στουρνάρας, η «επόμενη ημέρα» μετά το RRF δεν συνεπάγεται έλλειψη αναπτυξιακών πόρων. Το εθνικό σκέλος του Προγράμματος Δημοσίων Επενδύσεων έχει αυξηθεί μόνιμα, ενώ το νέο Πολυετές Δημοσιονομικό Πλαίσιο 2026–2029 προβλέπει σημαντικούς πόρους για δημόσιες επενδύσεις, οι οποίες σταθεροποιούνται σε υψηλά επίπεδα. Επιπλέον, νέα ευρωπαϊκά ταμεία που σχετίζονται με την πράσινη μετάβαση, την ενεργειακή αναβάθμιση και την κοινωνική συνοχή θα στηρίξουν την οικονομική δραστηριότητα την περίοδο 2026–2032.

Καθοριστικό ρόλο για τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας μετά το 2026 θα διαδραματίσει και το επόμενο ΕΣΠΑ. Σύμφωνα με τις έως τώρα ενδείξεις, το νέο πρόγραμμα αναμένεται να διατηρήσει αντίστοιχο ύψος πόρων με το τρέχον, καλύπτοντας ανάγκες σε μεγάλες υποδομές, μεταφορές, ενέργεια, ψηφιακά δίκτυα και περιφερειακή ανάπτυξη. Η πρόκληση, ωστόσο, δεν αφορά μόνο την απορρόφηση των πόρων, αλλά κυρίως τη στόχευσή τους σε έργα και παρεμβάσεις με υψηλή προστιθέμενη αξία.

Η «ακτινογραφία» της Ελληνικής Οικονομίας: Δημοσιονομικές επιδόσεις αλλά και αναπτυξιακες προκλησεις

Οι μεταρρυθμίσεις

Πέραν των επενδύσεων, κρίσιμης σημασίας για τις προοπτικές της οικονομίας και ειδικά για την αύξηση της παραγωγικότητας είναι ο χαρακτήρας των μεταρρυθμίσεων που υλοποιούνται. Μεταρρυθμίσεις στη δικαιοσύνη, στον χωροταξικό σχεδιασμό, στη δημόσια διοίκηση με στόχο την ελαχιστοποίηση της γραφειοκρατίας, ιδιαίτερα όσον αφορά το διοικητικό βάρος στην επιχειρηματικότητα, στην ψηφιοποίηση του κράτους, στο λεγόμενο «τρίγωνο της γνώσης» (εκπαίδευση – έρευνα – καινοτομία), στην αγορά εργασίας με στόχο την αύξηση της προσφοράς και της απασχόλησης, καθώς και στις αγορές προϊόντων και υπηρεσιών με στόχο τη βελτίωση των συνθηκών ανταγωνισμού, ενισχύουν την παραγωγικότητα ενώ παράλληλα βελτιώνουν το επενδυτικό περιβάλλον.

Αν και ο πλήρης αντίκτυπός τους δεν αποτυπώνεται άμεσα στα στατιστικά στοιχεία, οι παρεμβάσεις αυτές δημιουργούν τις βάσεις για διατηρήσιμη ανάπτυξη τα επόμενα χρόνια.

Εκτός από τα γνωστά προβλήματα που επηρεάζουν τη διαρθρωτική ανταγωνιστικότητα, πιο μακροχρόνια και βαθιά ενσωματωμένα χαρακτηριστικά της οικονομίας και της κοινωνίας, όπως το δημογραφικό, το χαμηλό ποσοστό αποταμίευσης των νοικοκυριών, η μικρή μέση κλίμακα των επιχειρήσεων, η περιορισμένη εξαγωγική βάση, η συγκέντρωση της οικονομικής δραστηριότητας σε τομείς χαμηλής παραγωγικότητας και η χαμηλή ένταση έρευνας και ανάπτυξης, περιορίζουν βραχυπρόθεσμα τις αντικειμενικές δυνατότητες ταχύτερης σύγκλισης με τον ευρωπαϊκό μέσο όρο.

Επομένως, απαιτείται ταχύτερη δράση σε τομείς που επιδέχονται πιο άμεση αντιμετώπιση, όπως η γραφειοκρατία στο δημόσιο, η ταχύτητα λήψης αποφάσεων, η απονομή της δικαιοσύνης, η βελτίωση των υποδομών και η αύξηση της συμμετοχής στο εργατικό δυναμικό.

Το 2026 αποτελεί κρίσιμο σημείο καμπής, καθώς η χώρα καλείται να επιταχύνει την αναπτυξιακή της δυναμική. Η επιτυχία αυτής της μετάβασης εξαρτάται άμεσα από τη σταθερότητα του δημοσιονομικού και οικονομικού πλαισίου, τη στοχευμένη αξιοποίηση των επενδυτικών πόρων και, ιδίως, τη συνέχιση των μεταρρυθμίσεων με εντατικότερο ρυθμό. Υπό αυτές τις προϋποθέσεις, η ελληνική οικονομία έχει τη δυνατότητα όχι μόνο να διατηρήσει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης το 2026, αλλά και να επιταχύνει τη διαδικασία πραγματικής σύγκλισης με τις πιο ανεπτυγμένες οικονομίες της Ευρωζώνης.

Οι αισιόδοξες προβλέψεις του προϋπολογισμου 2026, οι κίνδυνοι και οι αβεβαιότητες

Το διεθνές περιβάλλον

Σύμφωνα με την ΤτΕ, οι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας το 2026 και μετά επηρεάζονται σε σημαντικό βαθμό από το διεθνές οικονομικό και γεωπολιτικό περιβάλλον, το οποίο χαρακτηρίζεται από μεγάλη και διαρκώς αυξανόμενη αβεβαιότητα. Οι πρόσφατες γεωπολιτικές εντάσεις, οι δασμοί, οι απειλές ενός γενικευμένου εμπορικού πολέμου και οι μεγάλες διεθνείς ανακατατάξεις, επηρεάζουν έντονα το διεθνές εμπόριο και τις αγορές και συνιστούν τις βασικές πηγές κινδύνου. Παράλληλα, η σταδιακή προσαρμογή της νομισματικής πολιτικής στις μεγάλες οικονομίες, μετά την περίοδο έντονης σύσφιγξης, δημιουργεί μικτές επιδράσεις στις χρηματοπιστωτικές αγορές και στις διεθνείς ροές κεφαλαίων.

Για την ελληνική οικονομία, οι εξελίξεις αυτές έχουν διττή σημασία. Από τη μία πλευρά, η αποκλιμάκωση των επιτοκίων και η εισροή κεφαλαίων στην Ευρώπη, σε συνδυασμό με την πολιτική σταθερότητα, τη σταθερότητα της ελληνικής οικονομίας, αλλά και τις ευνοϊκές εξελίξεις στον δημοσιονομικό τομέα και στο χρηματοπιστωτικό σύστημα, ευνοούν τις επενδύσεις και μειώνουν το κόστος χρηματοδότησης.

Και, βεβαίως, στο πλαίσιο αυτό, η συμμετοχή της Ελλάδας στη ζώνη του ευρώ αποδεικνύεται εξαιρετικά χρήσιμη. Από την άλλη πλευρά, όμως, εάν υπάρξει επιβράδυνση της ευρωπαϊκής οικονομίας, είτε λόγω των δασμών και της επαπειλούμενης αύξησής τους, με ενδεχόμενη μάλιστα ευρωπαϊκή αντίδραση μέσω αντίστοιχων δασμών, είτε μετά από ενδεχόμενη διόρθωση των χρηματιστηριακών αξιών, ιδιαιτέρως στις ΗΠΑ όπου οι αποτιμήσεις βρίσκονται σε ιστορικά υψηλά επίπεδα, μπορεί να περιοριστεί η ζήτηση για ελληνικές εξαγωγές αγαθών και υπηρεσιών.

Ιδιαίτερα κρίσιμη παραμένει η πορεία του τουρισμού, ο οποίος τα τελευταία χρόνια κατέγραψε ιστορικά υψηλές επιδόσεις. Αν και οι μεσοπρόθεσμες προοπτικές των οικονομικών δραστηριοτήτων γύρω από τον τουρισμό παραμένουν αναμφισβήτητα θετικές, η αυξημένη εξάρτηση από διεθνείς εξελίξεις που διακρίνονται από μεγάλη αβεβαιότητα, καθιστά αναγκαία τη διαφοροποίηση του παραγωγικού μοντέλου.

Διαβάστε ακόμη: