Σε τροχιά δύο στοχευμένων εξαγορών κινείται η Εθνική Τράπεζα, με τη διοίκηση του Ομίλου να επιταχύνει τις τελευταίες ημέρες τον σχεδιασμό της για ενίσχυση της παρουσίας της τόσο στον ασφαλιστικό κλάδο όσο και στο asset management, ακόμη και εντός του Φεβρουαρίου.

Πρόκειται για κινήσεις που εντάσσονται στη στρατηγική του Διευθύνοντος Συμβούλου Π. Μυλωνά για διαφοροποίηση των εσόδων και ενίσχυση των προμηθειών, σε μια περίοδο που οι τράπεζες βρίσκονται σε περιβάλλον σταδιακής αποκλιμάκωσης των επιτοκίων.

Οι πληροφορίες της αγοράς πληθαίνουν πλέον καθημερινά και θέλουν τη διοίκηση της Εθνικής Τράπεζας να βρίσκεται σε προχωρημένες συζητήσεις για δύο διακριτές συναλλαγές: η πρώτη αφορά την εξαγορά συμμετοχής ή και πλειοψηφικού πακέτου σε ασφαλιστική εταιρεία, ενώ η δεύτερη σχετίζεται με εταιρεία διαχείρισης κεφαλαίων (asset management), με έμφαση στα αμοιβαία κεφάλαια και τις εναλλακτικές επενδύσεις.

Οι τελικές αποφάσεις αναμένεται να ληφθούν εντός των επόμενων εβδομάδων, με τις ανακοινώσεις να θεωρείται εξαιρετικά πιθανό να συμπεριληφθούν στο πακέτο των οικονομικών αποτελεσμάτων για το 2025 και το business plan της τριετίας 2026–2028 στο τέλος του μήνα.

Μετά την απώλεια της Εθνικής Ασφαλιστικής, η στροφή της Εθνικής για την αναζήτηση εταίρου στον κλάδο των ασφαλειών είναι μονόδρομος. Ο ασφαλιστικός κλάδος προσφέρει σταθερά επαναλαμβανόμενα έσοδα, χαμηλότερη μεταβλητότητα σε σχέση με τα καθαρά έσοδα τόκων και ισχυρές συνέργειες με το τραπεζικό δίκτυο μέσω bancassurance. Η τράπεζα επιδιώκει να ενισχύσει το αποτύπωμά της σε κλάδους ζωής και υγείας, αλλά και σε γενικές ασφαλίσεις, αξιοποιώντας τη μεγάλη πελατειακή βάση και τις ψηφιακές υποδομές της.

Στόχος, όπως το έχει περιγράψει ο επικεφαλής του ομίλου Παύλος Μυλωνάς, είναι μια συμφωνία που θα δίνει αξία στην τράπεζα και θα εξασφαλίσει εμπορικά οφέλη, επιτυγχάνοντας να αναδείξει τον τομέα του bancassurance από βαρίδι για το δίκτυο σε βασική πηγή προμηθειών για τον όμιλο.

Στη βάση αυτή οι δύο εταιρείες, NN και Ergo, φέρονται μεταξύ αυτών που συνομιλούν με τον όμιλο της ΕΤΕ προκειμένου να προσδεθούν στο άρμα της τράπεζας, τη στιγμή μάλιστα που πολλοί είναι αυτοί που εκτιμούν αυτή την προοπτική ως επιτακτική ανάγκη προκειμένου οι δύο εταιρείες να διατηρήσουν τη θέση τους στην αγορά.

Με δεδομένο ότι ο τομέας των τραπεζοασφαλειών αποτελεί βασική πηγή εργασιών και κερδοφορίας και για τις δύο εταιρείες, η απώλεια του τραπεζικού δικτύου, όπως εκτιμούν, θα ήταν μια δυσμενής εξέλιξη που θέλουν με κάθε τρόπο να αποφύγουν.

Το γεγονός άλλωστε ότι ενεργά στο παιχνίδι του ανταγωνισμού είναι η Allianz, που αν και από τους μεγαλύτερους ασφαλιστικούς ομίλους παγκοσμίως έχει κάθε λόγο να θέλει να ενισχύσει το στίγμα της στην ελληνική αγορά, δίνει στις διαπραγματεύσεις χαρακτήρα διεκδίκησης μεταξύ πολυεθνικών για μια θέση στο ευρύ τραπεζικό δίκτυο της ΕΤΕ.

Άλλωστε και η ίδια η ΕΤΕ δεν κρύβει ότι στόχος της είναι να προσελκύσει έναν διεθνή παίκτη, όχι μόνο για λόγους κύρους, αλλά κυρίως γιατί την ενδιαφέρει να συνεργαστεί με μια εταιρεία–εργοστάσιο παραγωγής σύγχρονων, για τις ανάγκες των πελατών και κερδοφόρων τραπεζοασφαλιστικών προϊόντων.

Η στόχευση στο Asset Management

Παράλληλα, στο asset management η στόχευση είναι διπλή: αφενός η αύξηση του ενεργητικού υπό διαχείριση, αφετέρου η διεύρυνση της γκάμας προϊόντων, σε μια συγκυρία όπου τα ελληνικά νοικοκυριά και οι θεσμικοί επενδυτές στρέφονται ολοένα και περισσότερο σε αμοιβαία κεφάλαια, private markets και λύσεις διαχείρισης πλούτου.

Η Εθνική θέλει να «κουμπώσει» την τραπεζική σχέση με πιο εξελιγμένες επενδυτικές υπηρεσίες, ενισχύοντας τα έσοδα από προμήθειες και το cross-selling. Πληροφορίες θέλουν τον Π. Μυλωνά να έχει στο γραφείο του φακέλους αρκετών ευρωπαϊκών εταιρειών του κλάδου που θα μπορούσαν, υπό προϋποθέσεις, να αποτελέσουν στόχους εξαγοράς.

Οι κινήσεις αυτές έρχονται να συμπληρώσουν το ευρύτερο πλάνο ανάπτυξης που θα αποτυπωθεί και στο επικείμενο business plan της τράπεζας για την περίοδο 2026–2028. Με τα καθαρά κέρδη σε υψηλά επίπεδα και την κεφαλαιακή επάρκεια πανίσχυρη, η διοίκηση διαθέτει την απαραίτητη «δύναμη πυρός» για εξαγορές που όχι μόνο δεν θα διαταράξουν τους δείκτες, αλλά αντίθετα θα ενισχύσουν τη μακροπρόθεσμη αξία για τους μετόχους.

Στην αγορά εκτιμούν ότι οι δύο συναλλαγές, εφόσον ολοκληρωθούν εντός Φεβρουαρίου, θα λειτουργήσουν και ως σήμα ότι η Εθνική περνά σε πιο επιθετική φάση αξιοποίησης του ισολογισμού της, ακολουθώντας τη γενικότερη τάση συγκέντρωσης και αναδιάρθρωσης που παρατηρείται στον χρηματοοικονομικό τομέα.

Το ενδιαφέρον πλέον στρέφεται στις τελικές επιλογές των στόχων και στο τίμημα, στοιχεία που θα κρίνουν και την αποδοχή των κινήσεων από την επενδυτική κοινότητα.

Η ολοκλήρωση πάντως του Ιανουαρίου βρήκε τη μετοχή της Εθνικής Τράπεζας να καταγράφει στο ΧΑ μηνιαία κέρδη 14,7%.

Διαβάστε ακόμη: