Με το βλέμμα στραμμένο στα business plans και την τραπεζική κερδοφορία της επόμενης τριετίας, στελέχη του SSM αναμένονται στην Αθήνα στις αρχές Φεβρουαρίου, εγκαινιάζοντας έναν κρίσιμο κύκλο επαφών με τις διοικήσεις των συστημικών τραπεζών.
Όπως επισημαίνουν στην «axianews» στελέχη τραπεζών που θα συμμετάσχουν στις επικείμενες συναντήσεις στο επίκεντρο των συναντήσεων θα βρεθούν τα νέα business plans, τα οποία οι τράπεζες θα παρουσιάσουν στους επενδυτές ταυτόχρονα με τις ανακοινώσεις των αποτελεσμάτων χρήσης 2025, στο τέλος Φεβρουαρίου με αρχές Μαρτίου.
Όπως προσθέτουν οι ίδιες πηγές τα επιχειρησιακά αυτά πλάνα, με ορίζοντα την τριετία 2026–2028, φιλοδοξούν να αποτυπώσουν τη νέα δυναμική που διαμορφώνεται μετά από ένα έτος έντονης πιστωτικής επέκτασης και σημαντικών κινήσεων εξαγορών.
Ενόψει της νέας συνάντησης Τραπεζών – SSM ιδιαίτερο βάρος αποκτά το γεγονός ότι τα φετινά business plans δεν περιορίζονται μόνο σε προβλέψεις οργανικής ανάπτυξης, αλλά ενσωματώνουν και μια σειρά στρατηγικές επιλογές που αλλάζουν τη φυσιογνωμία των τραπεζών και τη σύνθεση των εσόδων τους.
Σε αυτό το πλαίσιο, το ενδιαφέρον του SSM δεν εστιάζει μόνο στην κερδοφορία, αλλά και στις κεφαλαιακές επιπτώσεις των κινήσεων αυτών, καθώς από τον συνδυασμό των δύο θα κριθεί η ευχέρεια των τραπεζών να υλοποιήσουν πιο γενναιόδωρες μερισματικές πολιτικές τα επόμενα χρόνια.
Το χρονοδιάγραμμα των ανακοινώσεων συμπληρώνεται από την Τράπεζα Πειραιώς, η οποία στις 5 Μαρτίου θα παρουσιάσει σε επενδυτές στο Λονδίνο νέο business plan με μακρύτερο ορίζοντα, που φθάνει έως το 2029 ή και το 2030.
Παράλληλα, στα τέλη Μαρτίου αναμένεται νέα επίσκεψη στην Αθήνα της επικεφαλής του SSM, Κλαούντια Μπουχ, για συναντήσεις τόσο με τις διοικήσεις των τραπεζών όσο και με την Τράπεζα της Ελλάδος, γεγονός που υπογραμμίζει το βάθος της εποπτικής αξιολόγησης.

Τι περιμένουν οι επενδυτές
Με αυξημένο ενδιαφέρον αναμένει και η επενδυτική κοινότητα τις πρώτες ολοκληρωμένες επίσημες παρουσιάσεις των διοικήσεων των ελληνικών τραπεζών για τη νέα αρχιτεκτονική των ομίλων και τις προοπτικές των οικονομικών τους μεγεθών για την επόμενη τριετία.
Μάλιστα έμπειρος τραπεζικός αναλυτής επισημαίνει ότι η φετινή παρουσίαση των επιχειρησιακών σχεδίων για την περίοδο 2026–2028 αποκτά ιδιαίτερη βαρύτητα, καθώς πραγματοποιείται μετά από έναν εκτεταμένο κύκλο μη οργανικής μεγέθυνσης, ο οποίος άλλαξε ουσιαστικά τον χάρτη του εγχώριου τραπεζικού συστήματος.
Τα τελευταία χρόνια, οι ελληνικές τράπεζες ενίσχυσαν το μέγεθος και το αποτύπωμά τους μέσω εξαγορών και στρατηγικών συνεργασιών, επιδιώκοντας την αύξηση και διαφοροποίηση των πηγών εσόδων τους. Η πρόκληση πλέον δεν είναι η περαιτέρω επέκταση, αλλά η ομαλή ενσωμάτωση των νέων δραστηριοτήτων και η μετατροπή της αυξημένης κλίμακας σε σταθερή οργανική κερδοφορία, σε ένα περιβάλλον όπου τα επιτόκια σταδιακά αποκλιμακώνονται και ο ανταγωνισμός εντείνεται.
Όπως σημειώνουν τραπεζικοί αναλυτές, η αγορά βρίσκεται σε αναμονή για να διαπιστώσει πώς οι επεκτατικές κινήσεις των προηγούμενων ετών θα αποτυπωθούν στα οργανικά αποτελέσματα και, τελικά, στην καθαρή κερδοφορία των ομίλων. Οι πρώτες απαντήσεις αναμένονται στα τέλη Φεβρουαρίου και στις αρχές Μαρτίου, με την ανακοίνωση των οικονομικών αποτελεσμάτων της χρήσης του 2025, τα οποία θα λειτουργήσουν ως προπομπός για τα νέα επιχειρησιακά πλάνα.
Κρίσιμο ζήτημα για τους επενδυτές αποτελεί και η στρατηγική αξιοποίησης της υψηλής κερδοφορίας που καταγράφουν οι τράπεζες. Το δίλημμα είναι σαφές: προτεραιότητα στην επιβράβευση των μετόχων μέσω αυξημένων μερισμάτων ή διατήρηση «πυρομαχικών» για νέες εξαγορές, εφόσον προκύψουν ελκυστικές ευκαιρίες στην Ελλάδα ή στο εξωτερικό. Μέχρι στιγμής, η Εθνική Τράπεζα και η Eurobank έχουν ανακοινώσει πρόθεση διανομής έως και 60% των κερδών του 2025, η Alpha Bank ποσοστό άνω του 50%, ενώ η Τράπεζα Πειραιώς στοχεύει στο 50%. Η τελική στάση τους θα κριθεί και από τον αυξανόμενο ανταγωνισμό σε ευρωπαϊκό επίπεδο για ελκυστικές μερισματικές αποδόσεις.
Η πιστωτική επέκταση
Καθοριστικό στοιχείο των φετινών ανακοινώσεων είναι η εικόνα της πιστωτικής επέκτασης. Σύμφωνα με πληροφορίες της αγοράς, τα στοιχεία για το 2025 αναμένεται να καταγράψουν αύξηση νέων δανείων υψηλότερη ακόμη και από τους αναβαθμισμένους στόχους που είχαν τεθεί στο εννεάμηνο. Η πιστωτική δραστηριότητα αποτέλεσε βασικό μοχλό κερδοφορίας το 2025 και οι τράπεζες καλούνται πλέον να πείσουν επενδυτές και επόπτη ότι η δυναμική αυτή μπορεί να διατηρηθεί σε ένα περιβάλλον σταδιακής αποκλιμάκωσης των επιτοκίων.
Ενδεικτική είναι η περίπτωση της Eurobank, η οποία είχε θέσει τον υψηλότερο στόχο για αύξηση νέων δανείων στο 2025, στα 3,5 δισ. ευρώ, προαναγγέλλοντας ήδη από το φθινόπωρο ότι θα ξεπεράσει τα 4 δισ. ευρώ. Σύμφωνα με πληροφορίες, οι τελικές επιδόσεις αναμένεται να αιφνιδιάσουν θετικά την αγορά, καθώς ο στόχος φαίνεται ότι υπερκαλύπτεται σχεδόν κατά 2 δισ. ευρώ. Η εξέλιξη αυτή ενισχύει το αφήγημα της Τράπεζας για ισχυρή οργανική ανάπτυξη, την ώρα που το νέο business plan ενσωματώνει και σημαντικές κινήσεις εξαγορών.

Το πρώτο στίγμα από Ψάλτη και Καραβία
Μια πρώτη ένδειξη για τη στρατηγική κατεύθυνση δόθηκε μέσω πρόσφατων παρεμβάσεων των διοικήσεων. Ο διευθύνων σύμβουλος της Alpha Bank, Βασίλης Ψάλτης, έκανε λόγο για τη φιλοδοξία της τράπεζας να διαδραματίσει ισχυρότερο ρόλο στην Ελλάδα και την Ευρώπη, προαναγγέλλοντας ότι στο επερχόμενο investor day θα παρουσιαστεί η τοποθέτηση της Alpha Bank ως «η ελληνική τράπεζα για την Ευρώπη». Η στρατηγική αυτή συνδέεται άμεσα με τη συμμετοχή της UniCredit στο μετοχικό κεφάλαιο της τράπεζας, εξέλιξη που ενισχύει τη διεθνή της διάσταση. Παράλληλα, εντός του 2025 αναμένεται να ξεκινήσει το πρώτο rebranding του ομίλου μετά το 2000.
Αντίστοιχα, ο διευθύνων σύμβουλος της Eurobank, Φωκίων Καραβίας, έχει θέσει στο επίκεντρο τη γεωγραφική και δραστηριακή διαφοροποίηση των εσόδων, με έμφαση στην τραπεζική, την ασφαλιστική και τη διαχείριση περιουσίας. Καθοριστικό ρόλο στη στρατηγική αυτή διαδραματίζει ο ψηφιακός μετασχηματισμός, με σημαντικές επενδύσεις σε τεχνολογικές υποδομές και αυτοματοποιήσεις, τόσο στην Ελλάδα όσο και στις διεθνείς δραστηριότητες του ομίλου. Ενδεικτική είναι η πρόσφατη ολοκλήρωση της μετάβασης στο σύστημα της Temenos στο Λουξεμβούργο, καθώς και η επιτάχυνση του ψηφιακού μετασχηματισμού της PostBank στη Βουλγαρία.
Το επόμενο διάστημα θα δείξει αν οι ελληνικές τράπεζες μπορούν να κεφαλαιοποιήσουν το νέο τους μέγεθος, ισορροπώντας ανάμεσα στην ανταμοιβή των μετόχων και στη διατήρηση της αναπτυξιακής δυναμικής τους σε ένα απαιτητικό ευρωπαϊκό τραπεζικό περιβάλλον.

Αύξηση 52% στα μερίσματα του 2025
Σε ό,τι αφορά στην ανταμοιβή των μετόχων, το εγχώριο πιστωτικό σύστημα εισέρχεται σε φάση πλήρους επαναφοράς στη μερισματική κανονικότητα, καθώς μέσα στους επόμενους μήνες οι μέτοχοι θα αρχίσουν να εισπράττουν τις διανομές από τα κέρδη της χρήσης του 2025, ενώ ήδη διαμορφώνεται μια σαφώς ανοδική εικόνα και για το 2026. Τα αποτελέσματα χρήσης που θα ανακοινωθούν στα τέλη Φεβρουαρίου αναμένεται να επιβεβαιώσουν ότι οι τράπεζες έχουν πλέον περάσει οριστικά από τη φάση της ανασυγκρότησης σε εκείνη της σταθερής και προβλέψιμης ανταμοιβής των μετόχων.
Ήδη, πριν ακόμη ολοκληρωθεί το 2025, οι τέσσερις συστημικές τράπεζες που προχώρησαν σε διανομή προμερίσματος έχουν επιστρέψει στους μετόχους τους συνολικά 572,8 εκατ. ευρώ. Το στοιχείο αυτό αποτυπώνει αφενός τη δυναμική της κερδοφορίας και αφετέρου τη σαφή μεταβολή της πολιτικής διανομών, καθώς τα προμερίσματα τείνουν να καθιερωθούν ως πάγια πρακτική.
Το 2024, το σύνολο των χρηματικών διανομών –συμπεριλαμβανομένου και του μερίσματος της Τράπεζας της Ελλάδος– ανήλθε σε 1,49 δισ. ευρώ. Για τη χρήση του 2025, οι εκτιμήσεις της αγοράς ανεβάζουν τον πήχη στα 2,256 δισ. ευρώ, ποσό αυξημένο κατά περίπου 52% σε σχέση με πέρυσι. Η εξέλιξη αυτή συνδέεται τόσο με την αύξηση της καθαρής κερδοφορίας όσο και με την περαιτέρω ενίσχυση των pay out ratios, τα οποία πλέον κινούνται κοντά στο 50% των καθαρών κερδών, χωρίς να συνυπολογίζονται ενδεχόμενα προγράμματα επαναγοράς ιδίων μετοχών.
Τραπεζικός αναλυτής επισημαίνει στην «a» ότι «η μέση μερισματική απόδοση του κλάδου, λαμβάνοντας υπόψη και τα προμερίσματα, διαμορφώνεται στο 4,3%». Ο ίδιος διευκρινίζει ότι παρότι η συγκεκριμένη απόδοση είναι χαμηλότερη σε σχέση με τα επίπεδα του 2024, θεωρείται ικανοποιητική, δεδομένης της ισχυρής ανόδου που έχουν καταγράψει οι τραπεζικές μετοχές τους τελευταίους μήνες, εξέλιξη που συμπιέζει μηχανικά τα ποσοστά απόδοσης.
Νέα αύξηση των μερισμάτων το 2026
Ακόμη πιο ενδιαφέρουσες είναι οι προοπτικές για το 2026. Με βάση τις τρέχουσες προβλέψεις των αναλυτών και των επενδυτικών οίκων, τα κέρδη των τραπεζών αναμένεται να συνεχίσουν την ανοδική τους πορεία, επιτρέποντας αύξηση των συνολικών διανομών κατά περίπου 22% σε σχέση με το 2025. Η μέση μερισματική απόδοση εκτιμάται ότι θα προσεγγίσει το 5,2%, καθιστώντας τον τραπεζικό κλάδο έναν από τους βασικούς πυλώνες μερισματικού εισοδήματος στο ελληνικό χρηματιστήριο.
Ιδιαίτερη βαρύτητα αποκτά μέσα στην εβδομάδα η απόφαση της Alpha Bank να ανακοινώσει από νωρίς ημερομηνίες αποκοπής προμερίσματος για τη χρήση του 2026, τον Δεκέμβριο, σηματοδοτώντας τη μετάβαση σε καθεστώς διπλών διανομών εντός του έτους. Πρόκειται για πρακτική ευθυγραμμισμένη με τις διεθνείς αγορές, η οποία ενισχύει τη ρευστότητα και τη διαφάνεια για τους επενδυτές και αναμένεται να υιοθετηθεί σταδιακά και από άλλες τράπεζες.
Σε ένα περιβάλλον αυξημένης μεταβλητότητας και περιορισμένων εναλλακτικών πηγών σταθερού εισοδήματος, οι ελληνικές τράπεζες επανατοποθετούνται πλέον όχι μόνο ως μοχλός κεφαλαιακών αποδόσεων, αλλά και ως αξιόπιστη πηγή μερισματικών ροών, ενισχύοντας το επενδυτικό τους προφίλ σε μεσοπρόθεσμο και μακροπρόθεσμο ορίζοντα.

Οι κινήσεις των τραπεζών το 2025
Η απόκτηση της Ελληνικής Τράπεζας και της CNP Insurance στην Κύπρο καθιστά τη Eurobank τον ισχυρότερο τραπεζοασφαλιστικό όμιλο στην κυπριακή αγορά, ενώ η εξαγορά της Eurolife ενισχύει περαιτέρω τη διαφοροποίηση των εσόδων. Η συναλλαγή αναμένεται να αυξήσει τα κέρδη ανά μετοχή κατά 5%, να ενισχύσει τα έσοδα προμηθειών κατά περίπου 100 εκατ. ευρώ και να έχει ελεγχόμενη επίπτωση στους κεφαλαιακούς δείκτες. Η στρατηγική της Τράπεζας εδράζεται στην ενίσχυση των μη επιτοκιακών εσόδων, στη γεωγραφική διασπορά και στην προσαρμογή σε ένα διεθνές τραπεζικό περιβάλλον όπου η τεχνολογία λειτουργεί ως βασικός καταλύτης αλλαγών.
Στο ίδιο μήκος κύματος, αλλά με διαφορετική αφετηρία, κινήθηκε το 2025 και η Alpha Bank, η οποία πραγματοποίησε σειρά εξαγορών που διαμορφώνουν το νέο της προφίλ για την τριετία 2026–2028. Η απόκτηση των Flexfin, Astro Bank και AXIA, καθώς και η συμφωνία για την Altius Insurance στην Κύπρο και τη συγχώνευσή της με την Universal Life, δημιουργούν έναν νέο πόλο στον ασφαλιστικό κλάδο της Κύπρου. Καταλύτης για το νέο business plan αποτελεί η στρατηγική συνεργασία με την UniCredit, η οποία έχει διαμορφώσει συμμετοχή κοντά στο 30%. Οι δύο όμιλοι συνεργάζονται σε δεκάδες τομείς, με το 2026 να θεωρείται έτος-ορόσημο, καθώς θα συνοδευτεί από rebranding της Alpha Bank και παρουσίαση νέων πρωτοβουλιών σε ειδικό Investor Day.
Για την Πειραιώς, το νέο επιχειρησιακό αφήγημα χτίζεται γύρω από την απόκτηση της Εθνικής Ασφαλιστικής. Το deal αυξάνει τα κέρδη ανά μετοχή κατά περίπου 5% και ενισχύει την απόδοση ενσώματων ιδίων κεφαλαίων κατά μία ποσοστιαία μονάδα, διαμορφώνοντάς την σε επίπεδα έως και 15% το 2028. Παράλληλα, η συμβολή των εσόδων προμηθειών στα συνολικά έσοδα της Τράπεζας αναμένεται να φθάσει το 28% ήδη από το 2026, στοιχείο που ενισχύει τη σταθερότητα της κερδοφορίας σε ένα περιβάλλον χαμηλότερων επιτοκίων.
Η Εθνική Τράπεζα ακολουθεί πιο συγκρατημένη στρατηγική στο μέτωπο των εξαγορών, ωστόσο διαθέτει το υψηλότερο κεφαλαιακό απόθεμα στην εγχώρια αγορά. Με δείκτη CET1 στο 19% και «μαξιλάρι» περίπου 2 δισ. ευρώ πάνω από τις εποπτικές απαιτήσεις, διατηρεί την ευχέρεια επιλεκτικών κινήσεων –πιθανότατα στον ασφαλιστικό κλάδο– εντός του 2026, χωρίς να διακυβεύεται η μερισματική της πολιτική.
Για τον SSM αλλά και για τους επενδυτές – μετόχους, η αξιολόγηση των νέων business plans θα αποτελέσει τη βάση για την τελική κρίση σχετικά με τη βιωσιμότητα της αυξημένης κερδοφορίας και τη δυνατότητα των ελληνικών τραπεζών να προχωρήσουν σε διανομές κερδών έως και 70% το 2027, από τα κέρδη του 2026. Η συζήτηση αυτή αποκτά ιδιαίτερη σημασία, καθώς σηματοδοτεί τη μετάβαση του ελληνικού τραπεζικού συστήματος από τη φάση της ανάκαμψης σε εκείνη της ωρίμασης, όπου οι στρατηγικές επιλογές, η ποιότητα των κεφαλαίων και η αντοχή των επιχειρησιακών μοντέλων θα καθορίσουν τη θέση του στις διεθνείς αγορές.
Διαβάστε ακόμη:
- Morgan Stanley: Κρίσιμη καμπή για την ελληνική αγορά και την οικονομία το 2026
- Σίντνεϊ Σουίνι: Αντιμέτωπη με κατηγορίες παραβίασης χώρου και βανδαλισμού
- Συνελήφθη ο ιδιοκτήτης της «Βιολάντα» μετά την τραγωδία στο εργοστάσιο στα Τρίκαλα
- Υποχρεωτική απόσυρση φέρνει τέλος εποχής για τα παλιά αυτοκίνητα – Ποια μπαίνουν πρώτα στο μέτρο