Στην τελική ευθεία εισέρχεται η μάχη για τη διαδοχή της Κριστίν Λαγκάρντ στην προεδρία της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας, με τον πρόεδρο του Eurogroup, Κυριάκο Πιερρακάκη, να ανακοινώνει την ολοκλήρωση της διαδικασίας υποβολής υποψηφιοτήτων και να επιβεβαιώνει ότι δύο πρόσωπα διεκδικούν επισήμως την κορυφαία θέση: ο Ολλανδός Κλάας Κνοτ και ο Ισπανός Πάμπλο Ερνάντεθ ντε Κος.
Οι δύο υποψηφιότητες κατατέθηκαν μέχρι τη λήξη της προθεσμίας την Παρασκευή 6 Νοεμβρίου και θα τεθούν επί τάπητος στην κρίσιμη συνεδρίαση του Eurogroup τη Δευτέρα 9 Νοεμβρίου, ενόψει της πρόωρης αποχώρησης της Κριστίν Λαγκάρντ στις 7 Φεβρουαρίου 2027.
«Στις 29 Οκτωβρίου, η πρόεδρος της ΕΚΤ, Κριστίν Λαγκάρντ, ενημέρωσε τον πρόεδρο του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου ότι θα παραιτηθεί από τη θέση της έως τις 7 Φεβρουαρίου 2027», ανέφερε ο Κυριάκος Πιερρακάκης στην ανακοίνωσή του.
Όπως εξήγησε, ακολούθησε η έναρξη της διαδικασίας επιλογής διαδόχου, με τις χώρες της Ευρωζώνης να καλούνται να καταθέσουν τις προτάσεις τους έως τις 6 Νοεμβρίου.
«Μέχρι την προθεσμία, έλαβα δύο υποψηφιότητες: Πάμπλο Ερνάντες ντε Κος (Ισπανία), Κλάας Νοτ (Ολλανδία)», σημείωσε, προσθέτοντας ότι το Eurogroup θα εξετάσει τις υποψηφιότητες στην επόμενη συνεδρίασή του.
Ο Πάμπλο Ερνάντες ντε Κος είναι πρώην διοικητής της Τράπεζας της Ισπανίας και σήμερα γενικός διευθυντής της Τράπεζας Διεθνών Διακανονισμών (BIS), ενώ ο Κλάας Νοτ διετέλεσε διοικητής της Κεντρικής Τράπεζας της Ολλανδίας.
Παρά το γεγονός ότι δεν υποβλήθηκε τρίτη υποψηφιότητα, το ενδεχόμενο μιας ανατροπής δεν μπορεί να αποκλειστεί. Άλλωστε, όπως επισημαίνει το Bloomberg, η ίδια η Λαγκάρντ είχε αναδειχθεί το 2019 σε υποψήφια της τελευταίας στιγμής, έπειτα από τις διαπραγματεύσεις των Ευρωπαίων ηγετών.
Το παρασκήνιο και οι κρίσιμες αποφάσεις
Η επιλογή του επόμενου προέδρου της ΕΚΤ δεν θα κριθεί αποκλειστικά από τα προσόντα των δύο υποψηφίων, αλλά και από τις πολιτικές ισορροπίες ανάμεσα στις μεγαλύτερες οικονομίες της Ευρωζώνης.
Η τελική απόφαση ανήκει στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο, έπειτα από πρόταση του Συμβουλίου της ΕΕ και διαβούλευση με την ΕΚΤ και το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Για την απαιτούμενη ειδική πλειοψηφία χρειάζεται η υποστήριξη τουλάχιστον 16 από τις 21 χώρες της Ευρωζώνης, οι οποίες πρέπει να εκπροσωπούν τουλάχιστον το 65% του πληθυσμού της.
Οι υπουργοί Οικονομικών θα εξετάσουν τις υποψηφιότητες στις 9 Νοεμβρίου, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι θα ληφθεί αμέσως απόφαση για τον διάδοχο της Λαγκάρντ.
Το ενδιαφέρον στρέφεται στην άτυπη σύνοδο των Ευρωπαίων ηγετών στις 13 Νοεμβρίου και στην έκτακτη σύνοδο της 26ης και 27ης Νοεμβρίου, ενώ, σύμφωνα με το Reuters, επιδίωξη είναι να ολοκληρωθεί ο διορισμός κατά τη σύνοδο κορυφής της 17ης και 18ης Δεκεμβρίου.
Το μεγάλο παζάρι για τρεις κορυφαίες θέσεις
Η διαδοχή της Λαγκάρντ αποτελεί μόνο ένα μέρος μιας πολύ ευρύτερης ανακατανομής εξουσίας στους κόλπους της ΕΚΤ, την οποία ο Έλληνας πρωθυπουργός έχει περιγράψει ως «μεγάλη συμφωνία» (grand bargain).
Πέρα από την προεδρία, πρόκειται να αλλάξουν χέρια δύο ακόμη ιδιαίτερα σημαντικές θέσεις της εξαμελούς Εκτελεστικής Επιτροπής.
Η Ίζαμπελ Σνάμπελ αποχωρεί πρόωρα τον Ιανουάριο του 2027 για να αναλάβει ανώτερη θέση στο Διεθνές Νομισματικό Ταμείο, ενώ τον Μάιο ολοκληρώνεται η οκταετής θητεία του επικεφαλής οικονομολόγου της ΕΚΤ, Φίλιπ Λέιν.
Έτσι, η Φρανκφούρτη βρίσκεται μπροστά σε έναν από τους μεγαλύτερους ανασχηματισμούς στην ιστορία της ΕΚΤ, με τις κυβερνήσεις να επιχειρούν να εξασφαλίσουν την καλύτερη δυνατή εκπροσώπηση στη νέα ηγεσία.
Μάλιστα, ενδεχόμενη επικράτηση του Κλάας Νοτ θα μπορούσε να προκαλέσει επιπλέον ανατροπές, καθώς θα έθετε ζήτημα παραμονής του επίσης Ολλανδού Φρανκ Έλντερσον στην Εκτελεστική Επιτροπή, διευρύνοντας δυνητικά τις αλλαγές σε τέσσερις θέσεις.
Στο επίκεντρο Μερτς και Μακρόν
Καθοριστική για την έκβαση της διαπραγμάτευσης αναμένεται να είναι η συνεννόηση ανάμεσα στον Γερμανό καγκελάριο Φρίντριχ Μερτς και τον Γάλλο Πρόεδρο Εμανουέλ Μακρόν, καθώς Βερολίνο και Παρίσι επιδιώκουν να διατηρήσουν ισχυρή παρουσία στο κορυφαίο όργανο της κεντρικής τράπεζας.
Η Γαλλία εμφανίζεται να διεκδικεί τη θέση του επικεφαλής οικονομολόγου που θα αφήσει κενή ο Φίλιπ Λέιν, διαθέτοντας ήδη πιθανά ονόματα για τη διαδοχή του.
Μεταξύ αυτών περιλαμβάνονται η υποδιοικήτρια της Τράπεζας της Γαλλίας, Ανιές Μπενασί-Κερέ, και η Λοράνς Μπουν, πρώην αξιωματούχος του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης (ΟΟΣΑ).
Από την πλευρά της, η γερμανική κυβέρνηση συνασπισμού δεν έχει ακόμη συμφωνήσει στο πρόσωπο που θα προτείνει για τη θέση της Σνάμπελ. Στους πιθανούς υποψηφίους συγκαταλέγονται ο Τομπίας Άντριαν, πρώην στέλεχος του Διεθνούς Νομισματικού Ταμείου, και η Ζαμπίνε Μάουντερερ, αντιπρόεδρος της Bundesbank.
Στη διαπραγμάτευση συμμετέχει ενεργά και η Ισπανία, η οποία επιδιώκει να εξασφαλίσει εκ νέου παρουσία στην Εκτελεστική Επιτροπή, μετά την αποχώρηση του πρώην αντιπροέδρου της ΕΚΤ, Λουίς ντε Γκίντος.
Η υποψηφιότητα του Ντε Κος αποκτά έτσι ιδιαίτερη σημασία για τη Μαδρίτη, ενώ η Ολλανδία επιχειρεί, μέσω του Νοτ, να αποκτήσει για πρώτη φορά την προεδρία της ΕΚΤ.
Η κρίσιμη συγκυρία για την Ευρωζώνη
Η διαδικασία διαδοχής πραγματοποιείται σε μια περίοδο αυξημένων οικονομικών προκλήσεων για την Ευρώπη.
Ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη έχει επιταχυνθεί σε επίπεδα διπλάσια του στόχου 2% της ΕΚΤ, ενισχύοντας τις πιέσεις για νέα αύξηση των επιτοκίων, ενώ η δημοσιονομική κρίση στη Γαλλία και η αναταραχή στην αγορά κρατικών ομολόγων προκαλούν πρόσθετη ανησυχία στους επενδυτές.
Οι δύο υποψήφιοι διαθέτουν μακρά εμπειρία στη νομισματική πολιτική, με τον Νοτ να έχει συνδεθεί παραδοσιακά με μια πιο αυστηρή προσέγγιση απέναντι στον πληθωρισμό και τον Ντε Κος να θεωρείται περισσότερο μετριοπαθής. Ωστόσο, και οι δύο αντιμετωπίζονται ως πρόσωπα που μπορούν να διασφαλίσουν τη συνέχεια της πολιτικής της ΕΚΤ.
Το αποτέλεσμα της μονομαχίας Νοτ – Ντε Κος θα εξαρτηθεί, επομένως, όχι μόνο από τις διαφορετικές προσεγγίσεις τους στη νομισματική πολιτική, αλλά και από το πώς θα μοιραστούν οι ισχυρότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις τις κορυφαίες θέσεις στην επόμενη ημέρα της ΕΚΤ.
Λεζάντα: Με δύο επίσημες υποψηφιότητες ολοκληρώθηκε η διαδικασία που ανακοίνωσε ο Κυριάκος Πιερρακάκης, ανοίγοντας τον δρόμο για σκληρές διαπραγματεύσεις μεταξύ των Ευρωπαίων ηγετών για τη διαδοχή Λαγκάρντ.
