Χάσμα μεταξύ εκπαίδευσης και αγοράς εργασίας διαπιστώνει για την Ελλάδα o ΟΟΣΑ σε έκθεσή του, η οποία αναλύει τις δυσκολίες των νέων στον δρόμο προς την επίτευξη οικονομικής αυτονομίας. Η έλλειψη προετοιμασίας για την επαγγελματική ζωή και η αναντιστοιχία των δεξιοτήτων με τις απαιτήσεις της αγοράς εργασίας δεν έχει μόνον ως αποτέλεσμα τις χαμηλότερες αποδοχές, αλλά και την καθυστέρηση της οικονομικής ανεξαρτησίας και της δημιουργίας οικογένειας.

Παρά τη βελτίωση που έχει σημειωθεί στην αγορά εργασίας την τελευταία δεκαετία, οι πληγές των διαδοχικών κρίσεων παραμένουν ανοιχτές, με την Ελλάδα να μένει πίσω από τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ. Η Ελλάδα εμφανίζει μετά την Ιταλία το δεύτερο χαμηλότερο ποσοστό στην απασχόληση των νέων μεταξύ 15 και 29 ετών, μόλις στο 36%, εξακολουθώντας να απέχει από το 55% του ΟΟΣΑ. Αντίστοιχο είναι και το μοτίβο στην ανεργία, με την Ελλάδα να βρίσκεται στην τρίτη θέση από το τέλος, μετά την Ισπανία και τη Σουηδία, με 16,5% έναντι 8,9% στον ΟΟΣΑ.

Ανεργοι πτυχιούχοι

Ανεργία παρατηρείται ανεξαρτήτως επιπέδου εκπαίδευσης. Ενδεικτικά, το ποσοστό των ανέργων μεταξύ 25 και 34 ετών με πτυχίο τριτοβάθμιας έφτανε το 2024 στο 12,3%, το υψηλότερο επίπεδο του ΟΟΣΑ. Αντίστοιχα, η Ελλάδα έχει την αρνητική πρωτιά και στην ανεργία των νέων με απολυτήριο λυκείου και γυμνασίου, ενώ έρχεται δεύτερη μετά τη Σλοβακία στην ανεργία των αποφοίτων δημοτικού.

Βέβαια, ακόμη και οι νέοι που έχουν δουλειά εγκλωβίζονται συχνά σε χαμηλόμισθες και εποχικές θέσεις. Οι Ελληνες εργαζόμενοι κάτω των 30 ετών παίρνουν τους χαμηλότερους μισθούς –40% χαμηλότερες αποδοχές– από τις ευρωπαϊκές χώρες του ΟΟΣΑ. Πρόκειται άλλωστε για προέκταση της συνολικής εικόνας του εργατικού δυναμικού της χώρας, που έχει 45% χαμηλότερες αποδοχές από τον μέσον όρο του ΟΟΣΑ σε όρους αγοραστικής δύναμης.

Συγκεκριμένα οι νέοι, όμως, φαίνεται ότι είναι η πιο κακοπληρωμένη ομάδα εργαζομένων. Το 43% των απασχολουμένων κάτω των 30 ετών είναι χαμηλόμισθοι, δηλαδή αμείβονται με λιγότερο από τα δύο τρίτα των διάμεσων ωριαίων αποδοχών. Το ποσοστό αυτό όχι μόνον είναι υπερδιπλάσιο του μέσου όρου των ευρωπαϊκών χωρών του ΟΟΣΑ (21%), αλλά και ξεπερνά σημαντικά το συνολικό ποσοστό (22%) των χαμηλόμισθων στη χώρα. Στο μεταξύ, λίγοι είναι οι νέοι που απορροφώνται σε θέσεις ημιαπασχόλησης (11,3% έναντι 23,8% στην Ε.Ε.). Ωστόσο, σχεδόν οι μισοί δηλώνουν ότι δέχθηκαν δουλειές μερικής απασχόλησης, μόνον επειδή δεν κατάφεραν να βρουν θέση πλήρους ωραρίου, που υποδεικνύει ότι θα προτιμούσαν να απασχολούνται αλλού.

Αυτό αντανακλά εν μέρει τις ανάγκες της ελληνικής αγοράς εργασίας, η οποία λόγω της εκρηκτικής τουριστικής ανάπτυξης προσανατολίζεται όλο και περισσότερο στην εστίαση και τη φιλοξενία.

Οι συγκεκριμένοι κλάδοι, ιδιαίτερα ελκυστικοί στους νέους καθώς δεν απαιτούν πάντοτε εργασιακή εμπειρία, προσφέρουν συχνά εποχικές θέσεις και συνεπώς ασταθείς απολαβές. Σύμφωνα με τα στοιχεία του ΟΟΣΑ για το 2023, ο τομέας που περιλαμβάνει τις τουριστικές υπηρεσίες απορροφά το 55% των απασχολουμένων μεταξύ 15 και 24 ετών, με το χάσμα από τις ευρωπαϊκές χώρες του ΟΟΣΑ (37%) να μεγαλώνει. Αντίθετα, η απασχόληση των νέων στις κατασκευές και στη βιομηχανία μειώθηκε από 13% σε 3% μεταξύ 2008 και 2023, έναντι μικρότερης πτώσης (από 11% σε 7%) στις ευρωπαϊκές χώρες.

Δεν δουλεύουν ως φοιτητές

Μία από τις βασικές δυσκολίες των νέων στη μετάβαση από την εκπαίδευση στην εργασία είναι η αναντιστοιχία μεταξύ των δεξιοτήτων τους και των αναγκών της αγοράς.

Σύμφωνα με στοιχεία από το 2018, σχεδόν τέσσερις στους δέκα Ελληνες εργαζομένους (39%) έχουν σπουδάσει σε διαφορετικό πεδίο από τη δουλειά τους. Πρόκειται για το υψηλότερο ποσοστό στον ΟΟΣΑ, που εμφανίζει μέσο όρο αναντιστοιχίας στο 32%. Κι ενώ το μερίδιο των Ελλήνων με πτυχία τριτοβάθμιας αυξάνεται σταθερά, οι δεξιότητες που θεωρούνται ελκυστικές στην αγορά εργασίας δεν αυξάνονται με αντίστοιχο ρυθμό.

Ελλειψη εμπειρίας

Αυτό εξηγείται εν μέρει από την έλλειψη εμπειρίας και τη χαμηλή προετοιμασία των νέων για την επαγγελματική ζωή. Σύμφωνα με στοιχεία του 2022, μόλις 4,2% των Ελλήνων μαθητών και σπουδαστών εργάζονταν παράλληλα με την εκπαίδευσή τους έστω σε θέσεις μερικής απασχόλησης, έναντι 14% στον ΟΟΣΑ. Ηδη από το λύκειο τα προγράμματα επαγγελματικής κατάρτισης και επαγγελματικού προσανατολισμού δεν είναι ιδιαίτερα δημοφιλή, με τουλάχιστον 60% των μαθητών να υποστηρίζουν ότι το σχολείο δεν τους προετοιμάζει επαρκώς για την ενήλικη ζωή. Θετικό είναι πάντως ότι πάνω από τους μισούς 15χρονους στην Ελλάδα (51,2%) δήλωναν το 2022 πως έχουν αναλάβει στο παρελθόν κάποια θέση πρακτικής, ξεπερνώντας σημαντικά τον μέσο όρο του ΟΟΣΑ στο 35,3%.

Διαβάστε ακόμη: