Η βελτίωση του οικονομικού κλίματος στη χώρα μας τον Μάρτιο, μόνο ως θετική εξέλιξη θα μπορούσε να χαρακτηριστεί. Βεβαίως, το γεγονός ότι η τουριστική περίοδος πλησιάζει, είναι λογικό να ενισχύει τις θετικές προσδοκίες. Σε κάθε περίπτωση, τα στοιχεία της σχετικής έρευνας που διενεργεί το ΙΟΒΕ, δείχνουν καθαρά ότι στους περισσότερους τομείς της ελληνικής οικονομίας, το κλίμα βελτιώνεται.

Αναλυτικότερα, ο δείκτης οικονομικού κλίματος ανακάμπτει τον Μάρτιο και διαμορφώνεται στις 108,4 μονάδες, από 104,9 μονάδες τον Φεβρουάριο. Επανέρχεται, συνεπώς, σε σχετικά υψηλότερα επίπεδα μετά τη μείωση που καταγράφηκε τον προηγούμενο μήνα, στην υψηλότερη επίδοση των τελευταίων 6 μηνών.

Στους επιμέρους επιχειρηματικούς δείκτες, καταγράφεται έντονη βελτίωση στη Βιομηχανία και ηπιότερη στις Υπηρεσίες, αν και σε Κατασκευές και Λιανικό εμπόριο σημειώνεται διόρθωση προσδοκιών. Παράλληλα όμως, και ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης ενισχύεται και διαμορφώνεται στο επίπεδο του Οκτωβρίου του προηγούμενου έτους.

Σύμφωνα με το ΙΟΒΕ, συνολικά, το οικονομικό κλίμα αποδεικνύεται ευμετάβλητο αυτή την περίοδο, αντανακλώντας και το γεγονός ότι η ελληνική οικονομία είναι σε θετική τροχιά, όμως αντιμετωπίζει σημαντικές προκλήσεις, στο εξωτερικό περιβάλλον και εγχωρίως, που επηρεάζουν σημαντικά τις επιχειρήσεις και τα νοικοκυριά. Η εκτιμώμενη ενίσχυση μέρους του διεθνούς εμπορίου φαίνεται να ευνοεί τις εξωστρεφείς εγχώριες βιομηχανίες, όπως και κλάδους υπηρεσιών με διεθνώς εμπορεύσιμα αγαθά.

Ωστόσο, η διατήρηση της δυναμικής της εγχώριας ζήτησης φαίνεται να συντηρεί σχετικά θετικές προσδοκίες, αν και ακόμα τα αποθέματα είναι γενικά σε υψηλά επίπεδα. Στα νοικοκυριά, η μικρή αποκλιμάκωση του πληθωρισμού και η παρατεταμένη περίοδος καλοκαιρίας του τελευταίου μήνα φαίνεται να αμβλύνει σε ένα βαθμό τις πιέσεις στα πραγματικά εισοδήματα από το υψηλό επίπεδο τιμών. Με τη χειμερινή περίοδο όμως να ολοκληρώνεται, αναμένεται έντονη κινητικότητα στις αγορές που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με τον τουρισμό, με θετικές προσδοκίες για την τουριστική σεζόν που έρχεται.

Υψηλές επιδόσεις για τον κρατικό προϋπολογισμό στο 9μηνο

Η ενίσχυση της καταναλωτικής εμπιστοσύνης

Ίσως ακόμη πιο θετικό είναι το γεγονός ότι, ο δείκτης καταναλωτικής εμπιστοσύνης ενισχύθηκε ελαφρά τον Μάρτιο και διαμορφώθηκε στις – 44,7 μονάδες, έναντι -47,2 μονάδες τον Φεβρουάριο, φτάνοντας εκ νέου στα επίπεδα του Οκτωβρίου του 2023 1.

Και αυτόν τον μήνα οι Έλληνες καταναλωτές εμφανίζονται ως οι περισσότερο απαισιόδοξοι στην ΕΕ, με τους καταναλωτές στην Εσθονία με επίπεδο δείκτη –34,4 και την Σλοβενία (-28,9) να ακολουθούν. Σημειώνονται ήπιες μεταβολές προσδοκιών για την οικονομική κατάσταση της χώρας και για τη δική τους, ενώ αντίθετα παρατηρείται αισθητή βελτίωση στην πρόθεση για μείζονες αγορές. Η περαιτέρω αποκλιμάκωση του πληθωρισμού και η παρατεταμένη καλοκαιρία και τον μήνα Μάρτιο στο μεγαλύτερο μέρος του μήνα, συνεχίζει να αμβλύνει την επίπτωση του ενεργειακού κόστους.

Όπως φαίνεται η ισχυρή άνοδος των επιτοκίων δεν έχει ακόμη μειώσει αποτελεσματικά τον πληθωρισμό ο οποίος αναμένεται να παραμείνει πρόβλημα και το επόμενο διάστημα.

Στις χαμηλότερες θέσεις αυτής της κατάταξης, για τρίτη φορά μέσα στο 2024 βρίσκεται η Λιθουανία (+2,9) αλλά και η Πολωνία (+1,9) με την τιμή του δείκτη καταναλωτικής εμπιστοσύνης να συνεπάγεται ουσιαστικά αισιοδοξία από τους καταναλωτές της χώρας. Οι μέσοι ευρωπαϊκοί δείκτες διαμορφώθηκαν στις -15,2 μονάδες στην ΕΕ και στις -14,9 μονάδες στην Ευρωζώνη.

Berenberg

Οι επιδόσεις της ελληνικής οικονομίας

Την ίδια ώρα, σε όλες τις οικονομικές προβλέψεις που έχουν δει μέχρι στιγμής το φως της δημοσιότητας, επικρατεί συγκρατημένη αισιοδοξία, σχετικά με τις αναπτυξιακές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας. Για παράδειγμα, το Γραφείο Προϋπολογισμού του Κράτους στη Βουλή (ΓΠΚΒ),στην τελευταία του έκθεση, σημειώνει χαρακτηριστικά, ότι η ανάπτυξη κατά 2,0% πέρυσι είναι σημαντικά υψηλότερη από την αντίστοιχη του 2023 για την Ευρωζώνη που εκτιμήθηκε από την Eurostat στο 0,4%.

Η βασική πρόβλεψη του Γραφείου τοποθετεί τον ετήσιο ρυθμό μεγέθυνσης της οικονομίας στο 2,5% και σε 2,9% για τον πληθωρισμό. Η εκτίμηση του Γραφείου είναι συμβατή με άλλες επικαιροποιημένες προβλέψεις που έχουν δημοσιευθεί πρόσφατα από την Ευρωπαϊκή Επιτροπή, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο και την Τράπεζα της Ελλάδος που τοποθετούν τον ετήσιο ρυθμό ανάπτυξης της ελληνικής οικονομίας για το 2024 μεταξύ 2,1% και 2,5%.

Η βασική πρόβλεψη είναι αρκετά συντηρητική ως προς την αύξηση των επενδύσεων που ενδέχεται να πραγματοποιηθούν από τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ). Το Γραφείο επεξεργάστηκε εναλλακτικά σενάρια διοχέτευσης στην οικονομία πόρων του ΤΑΑ–επιχορηγήσεων και δανείων–ύψους 3,6 δισ. ευρώ που προγραμματίζονται για το 2024. Εισάγοντας την υπόθεση ότι η πραγματική οικονομία απορροφά κατά το ήμισυ τους ανωτέρω πόρους, ο ετήσιος ρυθμός ανάπτυξης του ΑΕΠ για το 2024 διαμορφώνεται στο 2,7%.

Με την αισιόδοξη υπόθεση για διοχέτευση των πόρων του ΤΑΑ κατά τα τρία τέταρτα του συνόλου τους, ο ετήσιος ρυθμός μεγέθυνσης του ΑΕΠ διαμορφώνεται στο 2,9%, στο ύψος της εκτίμησης του Προϋπολογισμού του 2024. Τέλος με πλήρη διοχέτευση των πόρων του ΤΑΑ στην πραγματική οικονομία ο ετήσιος ρυθμός μεγέθυνσης του ΑΕΠ διαμορφώνεται στο 3,2%. Επομένως η επιτάχυνση του ρυθμού των επενδύσεων και της διοχέτευσης πόρων του ΤΑΑ είναι απαραίτητη προϋπόθεση για την επίτευξη ανάπτυξης που υπερβαίνει το 2,5% και που βρίσκεται κοντά στην πρόβλεψη-στόχο του Προϋπολογισμού.

Κομισιόν: Περιμένει ανάπτυξη 2,3% το 2024 και το 2025 στην Ελλάδα

Οι πόροι του Ταμείου Ανάκαμψης

Ειδικότερα, Το  σενάριο του ΓΠΚΒ εξετάζει τον αντίκτυπο επιτάχυνσης επενδυτικών δαπανών, προερχόμενων από τους πόρους του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας (ΤΑΑ), στον ρυθμό ανάπτυξης της οικονομίας.Βάσει των ανακοινώσεων του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας και Οικονομικών,προβλέπεται η εκταμίευση συνολικού ποσού 3,6 δισ. ευρώ σε τρέχουσες τιμές εντός του 2024.

Το σενάριο υποθέτει ότι οι επιχορηγήσεις του ΤΑΑ θα ανέλθουν σε 1,72 δισ. ευρώ σε τρέχουσες τιμές (1,47 δισ. ευρώ σε σταθερές τιμές, έτος βάσης 2015 καταμερισμένα ισόποσα σε κάθε τρίμηνο του έτους). Το σενάριο επίσης υποθέτει ότι από τη συμβασιοποίηση των δανειακών πόρων του ΤΑΑ ύψους 1,9 δισ. ευρώ σε τρέχουσες τιμές (1,57 δισ. ευρώ σε σταθερές τιμές, έτος βάσης 2015) θα προκύψει αύξηση των ιδιωτικών επενδύσεων εντός του 2024.

Οι επιχορηγήσεις αλλά και η χορήγηση δανείων στον ιδιωτικό τομέα υποθέτουμε ότι είναι δημοσιονομικά ουδέτερες, δηλαδή δεν επηρεάζουν το δημόσιο χρέος. Στη βασική εκδοχή αυτού του σεναρίου υποθέτουμε, συντηρητικά, ότι μόνο το 50% των ανωτέρω ποσών και από τα δυο σκέλη του ΤΑΑ θα διοχετευτούν τελικά στην οικονομία εντός του 2024. Σημειώνεται ότι στο πλαίσιο των προβλέψεων του υποδείγματος γίνεται η υπόθεση,  ότι οι επενδύσεις δημιουργούν άμεσα παραγωγικό κεφάλαιο. Αυτό σημαίνει ότι η οικονομία ωφελείται με αύξηση της ικανότητας παραγωγής χωρίς καθυστερήσεις στην εκτέλεση έργων.

Στο σενάριο με συντηρητική αύξηση των επενδύσεων μέσω TAA, η αύξηση των δημοσίων και ιδιωτικών επενδύσεων που θα προέλθει από τους πόρους του ΤΑΑ θα προσθέσει συνδυαστικά στον ρυθμό αύξησης του ΑΕΠ 0,2 ποσοστιαίες μονάδες πάνω από τη βασική πρόβλεψη για το 2024. Παρατηρείται μάλιστα σημαντική αύξηση των δημοσίων και ιδιωτικών επενδύσεων καθώς αυξάνει το ποσοστό διοχέτευσης πόρων του ΤΑΑ.

Παρά την διεθνή αστάθεια διατηρεί δυνάμεις η ελληνική οικονομία

Το πρόβλημα των ανατιμήσεων

Σε ότι αφορά το “φλέγον” μέτωπο του πληθωρισμού, το Γραφείο σημειώνει ότι, για το σύνολο του 2023 ο πληθωρισμός (ΕΔΤΚ) διαμορφώθηκε στο 4,2% ενώ η πρόοδος στην αποκλιμάκωση του είναι εμφανής αφού τον Φεβρουάριο του 2023 ο τελευταίος βρισκόταν στο 6,5%. Σύμφωνα με την ανάλυση του Γραφείου, αυτή η τάση αποκλιμάκωσης οφείλεται κατά κύριο λόγο, όπως και στην Ευρωζώνη, στην σημαντική πτώση του κόστους της ενέργειας που πλέον έχει αρνητική συνεισφορά στην εξέλιξη του πληθωρισμού. Αυτή η πτώση του κόστους ενέργειας είναι συμβατή με την εφαρμογή της οικονομικής πολιτικής επιδότησης λογαριασμών ενέργειας για νοικοκυριά και επιχειρήσεις.

Ιδιαίτερα επίμονος παρουσιάζεται ο πληθωρισμός τροφίμων που σύμφωνα με την ανάλυση του Γραφείου συνεισέφερε κατά 56% στον συνολικό ετήσιο πληθωρισμό μεταξύ Ιανουαρίου 2023 και Ιανουαρίου 2024, αφαιρώντας από την αγοραστική δύναμη του εισοδήματος κυρίως των πιο ευάλωτων νοικοκυριών. Είναι επομένως απαραίτητο να ενταθούν οι παρεμβάσεις πολιτικής προς την κατεύθυνση ενίσχυσης του ανταγωνισμού σε όλη την εφοδιαστική αλυσίδα.

Επίσης, πολιτικές ενίσχυσης της διαφάνειας τιμών, και έλεγχος για περιπτώσεις αδικαιολόγητα μεγάλης αύξησης τιμών στα τρόφιμα και βασικές υπηρεσίες, θα ήταν προς την σωστή κατεύθυνση. Πράγματι, ενδυνάμωση των καταναλωτών με περισσότερες πληροφορίες και εργαλεία για τη σύγκριση τιμών μπορεί να διαδραματίσει κρίσιμο ρόλο στην μετρίαση των επιπτώσεων του πληθωρισμού.Σύμφωνα με το ΓΠΚΒ, καθώς στοχεύουν άμεσα τις τιμές, οι πολιτικές αυτές ορθά εφαρμοζόμενες θα μπορούσαν να είχαν καλύτερο αποτέλεσμα για την επίτευξη του στόχου της πληθωριστικής αποκλιμάκωσης, συγκριτικά με ευρείες δημοσιονομικές παρεμβάσεις στήριξης εισοδημάτων λαμβάνοντας υπόψη και το δημοσιονομικό κόστος που οι τελευταίες συνεπάγονται.

Οι αισιόδοξες προβλέψεις της Κομισιόν για την τριετία 2023-2025 και τα φορολογικά υπερ-έσοδα στο 10μηνο

Ο πληθωριστικός κίνδυνος

Το ΓΠΚΒ προχώρησε επίσης σε ανάλυση ενός σεναρίου πληθωριστικών πιέσεων. Σε αυτό το σενάριο ο υπερβάλλων πληθωρισμός προέρχεται μέσω έντονων απαιτήσεων για αύξηση ονομαστικών μισθών σε σημαντικά υψηλότερο ποσοστό από αυτό που προκύπτει από το άθροισμα πληθωρισμού και παραγωγικότητας. Σε αυτό το σενάριο ενεργοποιείται ένα αντιπαραγωγικό και αυτοτροφοδοτούμενο σπιράλ αυξήσεων μισθών και τιμών, οδηγώντας τελικά τον πληθωρισμό σε υψηλότερο επίπεδο κατά μία ποσοστιαία μονάδα για το 2024, στο 3,9%.

Με υψηλότερο πληθωρισμό σε σχέση με τους βασικούς εμπορικούς εταίρους, η ελληνική οικονομία θα έχει απώλειες σε όρους διεθνούς ανταγωνιστικότητας, με συνέπεια:

α) μείωση εξαγωγών,

β) μείωση απασχόλησης, πραγματικών μισθών και ιδιωτικής κατανάλωσης,

γ) μείωση επενδύσεων.

Το σενάριο αυτό, σύμφωνα με τους υπολογισμούς καταλήγει σε απώλειες ΑΕΠ κατά περίπου 2,4 δισ. ευρώ – που αντιστοιχεί σε 1,2% του ΑΕΠ – σε ορίζοντα τριετίας. Επιπλέον, οι απώλειες ΑΕΠ συνεπάγονται απώλειες δημοσίων εσόδων. Υψηλότερος πληθωρισμός επίσης θέτει σε κίνδυνο την εμπέδωση πληθωριστικών προσδοκιών σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις και συνιστά ενδεχόμενο ρίσκο απαγκίστρωσης αυτών των προσδοκιών και συνακόλουθα απόκλισης του πληθωρισμού από τον στόχο του 2,0% που έχει θέσει η ΕΚΤ μεσοπρόθεσμα για το σύνολο της Ευρωζώνης.

Απόκλιση του πληθωρισμού από τον στόχο θα έχει αρνητικές συνέπειες για το σύνολο της οικονομίας όπως αναφέρουμε παραπάνω. Το Γραφείο θεωρεί ότι χρειάζεται μεγάλη προσοχή σε όποιες υπέρμετρες αυξήσεις ονομαστικών μισθών. Ειδικότερα οι αυξήσεις θα πρέπει να είναι ανάλογες των δυνατοτήτων της οικονομίας ώστε να μην υπονομεύουν την ανταγωνιστικότητα της.

Η πρόσφατη αύξηση του κατώτατου μισθού κατά 6,4% βρίσκεται οριακά μέσα στις δυνατότητες της οικονομίας, αν δεν τις ξεπερνάει, σύμφωνα με το ΓΠΚΒ. Αυτό θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο η οικονομία επιτύχει έναν ισχυρό ρυθμό ανάπτυξης μέσα στο 2024. Διαφορετικά είναι υπαρκτός ο κίνδυνος να εμποδίσει την αποκλιμάκωση του πληθωρισμού. Η επίδραση του στην απασχόληση θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο θα ενισχύσει την προσφορά εργασίας προς κλάδους με ελλείψεις εργαζομένων, όπως ο τουρισμός.

Για τον πληθωρισμό, η επίδρασή του θα εξαρτηθεί από το κατά πόσο η αύξηση του μισθολογικού κόστους που συνεπάγεται μπορεί να απορροφηθεί σε μεγάλο βαθμό από τις επιχειρήσεις, καθώς και από το εάν η αύξηση αυτή θα συνδυαστεί με αύξηση της παραγωγικότητας εργασίας σε μακροπρόθεσμο χρονικό ορίζοντα. Στο πλαίσιο αυτό, οι επιχειρήσεις, και ιδιαίτερα εκείνες που παρουσιάζουν υψηλή κερδοφορία, θα πρέπει, επιδεικνύοντας κοινωνική ευθύνη, να απορροφήσουν στα κέρδη τους την αύξηση του μισθολογικού κόστους που αναμένεται για το 2024–ώστε να λειτουργήσουν ως φρένο και όχι ως καταλύτης σε περαιτέρω άνοδο τιμών–ενώ και οι όποιες απαιτήσεις για αυξήσεις ονομαστικών μισθών θα πρέπει να είναι λελογισμένες και μέσα στα περιθώρια αντοχής της οικονομίας.

Θετικές και αρνητικές επιδράσεις

Το ΓΠΚΒ καταλήγει στο συμπέρασμα ότι , οι προοπτικές τις ελληνικής οικονομίας είναι θετικές για το 2024 και αναμένουμε η ελληνική οικονομία να αναπτυχθεί ταχύτερα από την Ευρωζώνη. Οι θετικές προοπτικές της ελληνικής οικονομίας στηρίζονται σε παράγοντες όπως η συνέχιση της επιτυχούς απο-επένδυσης του Ταμείου Χρηματοπιστωτικής Σταθερότητας από τον τραπεζικό κλάδο, η ενίσχυση του πλαισίου επενδύσεων, η πολιτική σταθερότητα, και οι πολιτικές φορολογικής συμμόρφωσης.

Ωστόσο, οι εντεινόμενες γεωπολιτικές εντάσεις και το ευμετάβλητο εξωτερικό περιβάλλον αυξάνουν τις αβεβαιότητες για την ελληνική οικονομία. Παράλληλα, εξακολουθούν να υπάρχουν οι μακροπρόθεσμες προκλήσεις που σχετίζονται με τον χαμηλό λόγο επενδύσεων προς ΑΕΠ, τη δημογραφική κρίση αλλά και την κλιματική αλλαγή.

Για το λόγο αυτό απαιτείται η υλοποίηση των προβλεπόμενων μεταρρυθμίσεων και η αποτελεσματική αξιοποίηση των πόρων του ΤΑΑ για την επιτάχυνση των επενδύσεων και την τόνωση του ρυθμού ανάπτυξης. ΄Οσον αφορά το δημοσιονομικό πεδίο, η πρόβλεψη μας για χαμηλότερο ρυθμό μεγέθυνσης σε σχέση με τον Προϋπολογισμό του 2024 υποδηλώνει ότι αυξάνονται οι αβεβαιότητες για το πρωτογενές αποτέλεσμα του 2024 σε ένα περιβάλλον που εκλείπει πλέον η θετική επίδραση του υψηλού πληθωρισμού στα δημόσια έσοδα. Παρόλα αυτά, το Γραφείο θεωρεί ότι ο στόχος για πρωτογενές αποτέλεσμα 2024 ύψους 2,1% του ΑΕΠ είναι εφικτός υπό την προϋπόθεση της αποφυγής έκτακτων δημοσιονομικών παρεμβάσεων και της απαρέγκλιτης τήρησης των στόχων του προϋπολογισμού.

Από κει και πέρα, η αύξηση των τιμών των εμπορευμάτων εν μέσω γεωπολιτικών και καιρικών διαταραχών, στη Γάζα, στην Ερυθρά θάλασσα και ο συνεχιζόμενος πόλεμος στην Ουκρανία εμποδίζουν την παγκόσμια ανάκαμψη, με ενδεχόμενες αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων, την ενέργεια και το κόστος μεταφορών. Τα ακραία καιρικά φαινόμενα θα μπορούσαν να προκαλέσουν περαιτέρω αυξήσεις στις τιμές των τροφίμων θέτοντας σε κίνδυνο την διαδικασία αποπληθωρισμού.

Επίσης, η αυστηρότερη νομισματική πολιτική για την αντιμετώπιση του επίμονου πυρήνα του πληθωρισμού, θα μπορούσε να προκαλέσει πτώση των τιμών των περιουσιακών στοιχείων, ενισχύοντας τη χρηματοπιστωτική αστάθεια, προκαλώντας ροές κεφαλαίων προς ασφαλέστερους προορισμούς με δυσμενείς συνέπειες για το εμπόριο και την ανάπτυξη.

Διαβάστε ακόμη: