Παραμένουν σε μια δουλειά ενάμιση χρόνο, αναζητούν θέσεις που παρέχουν περισσότερες προοπτικές εξέλιξης, θέσεις που έχουν σχέση με την τεχνολογία, ενώ προτιμούν να εργάζονται με βάση το υβριδικό μοντέλο, δηλαδή κάποιες μέρες με τηλεργασία και κάποιες μέρες με φυσική παρουσία στον χώρο εργασίας. Ο λόγος για τους σημερινούς νέους, την περίφημη Gen Z, όσους γεννήθηκαν μεταξύ των ετών 1997 και 2012.
Είναι αυτά ακριβώς τα χαρακτηριστικά που κάνει την εν λόγω γενιά να έχει περισσότερες απαιτήσεις από τους εργοδότες σε σχέση με τις δύο προηγούμενες, τους Millennials (όσους γεννήθηκαν μεταξύ των ετών 1981 και 1996), αλλά και τη γενιά Χ, όσους γεννήθηκαν μετά το 1963 και μέχρι το 1980. Είναι, επίσης, αυτά τα χαρακτηριστικά τα οποία σε μεγάλο βαθμό δυσκολεύουν σήμερα τους εργοδότες να βρουν προσωπικό, ειδικά σε πιο παραδοσιακούς κλάδους, όπως το λιανεμπόριο και η εστίαση, κλάδοι που μέχρι πριν από λίγα χρόνια αποτελούσαν βασικό σημείο εκκίνησης του εργασιακού βίου των νεοεισελθόντων στην αγορά εργασίας. Πριν από μερικούς μήνες ο επικεφαλής της MΕΤΡΟ ΑΕΒΕ (My Market και Metro Cash & Carry) και πρόεδρος της Ενωσης Σούπερ Μάρκετ Ελλάδας, Αριστοτέλης Παντελιάδης, είχε αποκαλύψει ότι οι εκπρόσωποι της Gen Z που προσλαμβάνονται στον εν λόγω κλάδο συχνά αποχωρούν έπειτα από τρεις μήνες.
Σύμφωνα με την έρευνα που παρουσίασε στην ετήσια γενική συνέλευση της ECR Helllas (την πρωτοβουλία προμηθευτών και λιανεμπόρων) ο Γιάννης Ημελος, συνιδρυτής και διευθύνων σύμβουλος της Linq, έρευνα που βασίστηκε σε 12.000 συνεντεύξεις, ενώ ο μέσος όρος παραμονής της γενιάς Ζ σε μια δουλειά είναι 1,5 χρόνος, στους Millennials αυτό ανεβαίνει σε 2,5 χρόνια, ενώ στη γενιά Χ στα 5,73 χρόνια (αφορά την παραμονή σε βασικό επίπεδο απασχόλησης – junior). Ακόμη, πάντως, κι όταν ανελίσσονται σε υψηλότερες θέσεις ευθύνης (senior) οι εκπρόσωποι της γενιάς Ζ δεν παραμένουν πολύ σε μια δουλειά και αποχωρούν κατά μέσον όρο πριν συμπληρώσουν τρία χρόνια.
Κυριότερο κίνητρο για τη γενιά Ζ είναι οι προοπτικές για ανάπτυξη σε ποσοστό 56%, το υψηλότερο μεταξύ των άλλων γενεών (44,10% και 34,61% στους Millennials και στη γενιά Χ αντιστοίχως). Οι τελευταίοι αντιθέτως ιεραρχούν πολύ υψηλά την αμοιβή ως κίνητρο (32,64%) έναντι 13,79% για τη γενιά Ζ και 24,65% για τους Millennials. Οι δύο «γηραιότερες» γενιές έχουν συνήθως αυξημένες υποχρεώσεις (οικογένεια), ενώ ειδικά οι Millennials είναι αυτοί που εισήλθαν στην αγορά εργασίας την περίοδο της οικονομικής κρίσης (στην περίπτωση που δεν είχαν μείνει για καιρό άνεργοι) και ιεραρχούν πολύ υψηλότερα το κίνητρο της αμοιβής.
Η μεγαλύτερη έμφαση που δίνουν στην τεχνολογία σχετίζεται ακριβώς με το ό,τι είναι η γενιά που είναι πολύ περισσότερο συνδεδεμένη και εξοικειωμένη με αυτήν σε σύγκριση με τις δύο προηγούμενες.
Τέλος, το 52% προτιμά το υβριδικό μοντέλο εργασίας, κάτι που εξηγείται σε μεγάλο βαθμό από το γεγονός ότι αρκετοί εκπρόσωποι της Gen Z εισήλθαν στην αγορά εργασίας στη διάρκεια της πανδημίας ή λίγο μετά από αυτή, όταν εφαρμόστηκε εκτεταμένα η τηλεργασία.