Ο πόλεμος μεταξύ Ηνωμένων Πολιτειών, Ισραήλ και Ιράν ανοίγει έναν νέο κύκλο αβεβαιότητας για την παγκόσμια οικονομία, ενεργοποιώντας ένα από τα πιο δυσοίωνα σενάρια που φοβούνταν οι αγορές ήδη από τα τέλη του 2023: μια γενικευμένη σύρραξη στη Μέση Ανατολή με άμεσες συνέπειες στις εξαγωγές ενέργειας από την πιο κρίσιμη πετρελαιοπαραγωγό περιοχή του πλανήτη.
Στο επίκεντρο της ανησυχίας βρίσκεται το ντε φάκτο κλείσιμο των Στενών του Ορμούζ, ενός από τα σημαντικότερα ενεργειακά περάσματα στον κόσμο. Από τη συγκεκριμένη θαλάσσια δίοδο διέρχεται περίπου το 20%-25% των παγκόσμιων εξαγωγών πετρελαίου και υγροποιημένου φυσικού αερίου (LNG). Η διακοπή της ομαλής διέλευσης έχει ήδη προκαλέσει σημαντική μείωση της προσφοράς στις διεθνείς αγορές, οδηγώντας τις τιμές της ενέργειας σε έντονα ανοδική πορεία.
Άλμα στις τιμές πετρελαίου και φυσικού αερίου
Οι επιπτώσεις έγιναν γρήγορα ορατές στις διεθνείς αγορές εμπορευμάτων. Η προθεσμιακή τιμή του πετρελαίου μπρεντ για παράδοση τον Μάιο ξεπέρασε τα 90 δολάρια το βαρέλι, σημειώνοντας άνοδο περίπου 25% σε σχέση με τα επίπεδα της 27ης Φεβρουαρίου, δηλαδή πριν ξεκινήσει η επίθεση κατά του Ιράν.
Ακόμη πιο έντονη ήταν η άνοδος στο φυσικό αέριο. Ο ευρωπαϊκός δείκτης αναφοράς TTF στο χρηματιστήριο του Άμστερνταμ εκτινάχθηκε στα 54 ευρώ ανά μεγαβατώρα από 32 ευρώ, καταγράφοντας αύξηση σχεδόν 70%.
Η μεγαλύτερη άνοδος στο φυσικό αέριο εξηγείται από το γεγονός ότι η αγορά εισήλθε στην κρίση με περιορισμένα περιθώρια προσφοράς. Σε αντίθεση με το πετρέλαιο, όπου υπήρχαν υψηλά αποθέματα και σχετική υπερπροσφορά, η αγορά φυσικού αερίου βρισκόταν ήδη σε πιο εύθραυστη ισορροπία πριν ξεσπάσει η σύγκρουση.
Οι εναλλακτικές στο πετρέλαιο
Στην περίπτωση του πετρελαίου υπάρχουν ορισμένες εναλλακτικές που μπορούν να περιορίσουν τις πιέσεις στις αγορές. Η Σαουδική Αραβία και τα Ηνωμένα Αραβικά Εμιράτα διαθέτουν αγωγούς που μπορούν να μεταφέρουν μεγάλες ποσότητες αργού παρακάμπτοντας τα Στενά του Ορμούζ, διοχετεύοντάς το προς την Ερυθρά Θάλασσα και το Ομάν.
Παράλληλα, η Σαουδική Αραβία διατηρεί σημαντικά αποθέματα πετρελαίου σε εγκαταστάσεις αποθήκευσης σε διάφορα σημεία του κόσμου, γεγονός που μπορεί να λειτουργήσει ως προσωρινό «μαξιλάρι» για την αγορά.
Ωστόσο, ακόμη και με αυτές τις δυνατότητες, η ενεργειακή αναταραχή δημιουργεί σοβαρούς κινδύνους για τις οικονομίες που εξαρτώνται από εισαγωγές ενέργειας. Η Ευρώπη συγκαταλέγεται στις πλέον ευάλωτες περιοχές, μαζί με μεγάλες ασιατικές οικονομίες όπως η Κίνα, η Ιαπωνία και η Ινδία.
Πιέσεις σε νοικοκυριά και επιχειρήσεις
Η άνοδος των τιμών της ενέργειας επηρεάζει άμεσα τους καταναλωτές μέσω υψηλότερων λογαριασμών και έμμεσα μέσω αυξήσεων σε προϊόντα και υπηρεσίες.
Ταυτόχρονα, αυξάνει το κόστος παραγωγής για τις επιχειρήσεις, περιορίζοντας τα περιθώρια κέρδους και επηρεάζοντας τις επενδυτικές αποφάσεις.
Για την Ευρώπη, το πρόβλημα είναι ακόμη πιο έντονο. Το ενεργειακό κόστος των ευρωπαϊκών επιχειρήσεων παραμένει ήδη υψηλότερο σε σχέση με εκείνο των Ηνωμένων Πολιτειών και της Κίνας, γεγονός που δημιουργεί επιπλέον πιέσεις στην ανταγωνιστικότητά τους. Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, μια νέα ενεργειακή κρίση κινδυνεύει να επιβραδύνει την οικονομική δραστηριότητα σε πολλές χώρες της Ευρωζώνης.
Ο παράγοντας του χρόνου
Το τελικό μέγεθος των επιπτώσεων θα εξαρτηθεί σε μεγάλο βαθμό από τη διάρκεια της σύγκρουσης και από το χρονικό διάστημα κατά το οποίο θα παραμείνουν περιορισμένες οι διελεύσεις από τα Στενά του Ορμούζ.
Ορισμένοι αναλυτές θεωρούν ότι το κρίσιμο όριο βρίσκεται περίπου στον έναν μήνα. Εάν η σύγκρουση αποκλιμακωθεί μέσα σε τέσσερις ή πέντε εβδομάδες, οι οικονομικές συνέπειες ενδέχεται να παραμείνουν διαχειρίσιμες.
Ωστόσο, η εμπειρία της ενεργειακής κρίσης που ακολούθησε την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία λειτουργεί ως προειδοποίηση για τις ευρωπαϊκές οικονομίες. Τότε, οι αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας μεταφέρθηκαν γρήγορα σε ολόκληρη την οικονομία, ενισχύοντας τον πληθωρισμό σε πολλούς τομείς.
Συναγερμός στην ΕΚΤ
Σήμερα, ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη βρίσκεται στο 1,9% σε ετήσια βάση, δηλαδή εντός του στόχου 2% της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας. Η εξέλιξη αυτή οφείλεται σε μεγάλο βαθμό στη μείωση των τιμών ενέργειας κατά 3,1%.
Ωστόσο, άλλοι βασικοί τομείς της οικονομίας παραμένουν σε ανοδική πορεία: οι τιμές των υπηρεσιών αυξήθηκαν κατά 3,4% και των τροφίμων κατά 2,6%.
Η εμπειρία του 2022 δείχνει πόσο γρήγορα μπορεί να κλιμακωθεί η κατάσταση. Μετά την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία, ο πληθωρισμός στην Ευρωζώνη αυξήθηκε από 5,9% σε 7,4% τον Μάρτιο και σε 8,6% τον Ιούνιο, για να κορυφωθεί τελικά στο 10,6% τον Οκτώβριο. Οι τιμές της ενέργειας αποτέλεσαν τότε τον βασικό μοχλό της ανόδου, με μέση αύξηση περίπου 40%.
Με αυτά τα δεδομένα, στην Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα επικρατεί αυξημένη εγρήγορση για την αποφυγή δευτερογενών πληθωριστικών επιπτώσεων, με το θέμα να βρίσκεται ήδη στο επίκεντρο των συζητήσεων ενόψει της συνεδρίασης νομισματικής πολιτικής της 19ης Μαρτίου.
Ο πρόεδρος της γερμανικής κεντρικής τράπεζας Γιόαχιμ Νάγκελ υπογράμμισε ότι η ΕΚΤ θα εξετάσει προσεκτικά τα νέα δεδομένα και τις οικονομικές προβλέψεις πριν λάβει αποφάσεις σχετικά με τη στάση της νομισματικής πολιτικής.
Παρά τη στάση επιφυλακής της ΕΚΤ, οι αγορές δεν προεξοφλούν προς το παρόν αύξηση επιτοκίων μέσα στον Μάρτιο του 2026. Ωστόσο, η νέα ενεργειακή κρίση υπενθυμίζει πόσο εύθραυστη παραμένει η ισορροπία μεταξύ πληθωρισμού, ανάπτυξης και νομισματικής πολιτικής στην Ευρωζώνη.
Διαβάστε ακόμη:
- Η PWC ως προνομιακή του Σκέρτσου έγινε η πρώτη των πρώτων σε απευθείας συμβάσεις
- Υπερταμείο: Μισθοί, μπόνους και απευθείας αναθέσεις – Τα ερωτήματα του Radar
- Προς ακύρωση τα Grand Prix της F1 σε Μπαχρέιν και Σαουδική Αραβία
- Κέντρο διερχομένων το Χρηματιστήριο – Άλλος μπαίνει, άλλος βγαίνει, άλλος θα βγει, άλλος θα ξαναμπεί