Νέο κύκλο σαρωτικών ελέγχων διενεργεί η ΑΑΔΕ, θέτοντας στο επίκεντρο 12.000 φορολογούμενους που εντοπίστηκαν με σημαντικές αποκλίσεις δηλωθέντων εισοδημάτων και υψηλών δαπανών διαβίωσης. Η φορολογική διοίκηση ετοιμάζεται να αποστείλει τα πρώτα ειδοποιητήρια, καλώντας τους υπόχρεους να αιτιολογήσουν εντός 15 ημερών τις διαφορές που προέκυψαν μεταξύ των δηλωθέντων στοιχείων και της πραγματικής οικονομικής τους συμπεριφοράς.

Οι έλεγχοι διενεργούνται ηλεκτρονικά μέσω του πληροφοριακού συστήματος BANCAPP, το οποίο αντλεί στοιχεία από τα πιστωτικά ιδρύματα και τα αντιπαραβάλλει με τις φορολογικές δηλώσεις. Με αυτόν τον τρόπο εντοπίζονται περιπτώσεις υψηλών τραπεζικών υπολοίπων ή κινήσεων που δεν δικαιολογούνται από τα δηλωθέντα εισοδήματα.

Πρόκειται κυρίως για φορολογουμένους που δηλώνουν ότι ζουν με εισοδήματα της τάξεως των 10.000 έως 20.000 ευρώ το χρόνο, αλλά από διασταυρώσεις προκύπτει ότι τα εισοδήματα αυτά δεν δικαιολογούν την κατανάλωση και τον τρόπο διαβίωσή τους.

Οι συγκεκριμένοι υπόχρεοι, που αποτελούν το πρώτο κύμα του ψηφιακού ελέγχου, θα κληθούν άμεσα να δικαιολογήσουν τις αποκλίσεις, καθώς η φορολογική αρχή επισπεύδει τις διαδικασίες, δίνοντας προτεραιότητα σε υποθέσεις που πλησιάζουν στο όριο της παραγραφής (στις 31 Δεκεμβρίου 2026 για το φορολογικό έτος 2020).

Τι εξετάζεται

Οι διασταυρώσεις μέσω προηγμένων αλγορίθμων που επικεντρώνονται σε συγκεκριμένα πεδία των φορολογικών δηλώσεων, όπως: ηλεκτρονικές δαπάνες, αποπληρωμές στεγαστικών και καταναλωτικών δανείων, ασφαλιστήρια συμβόλαια ζωής και υγείας, δίδακτρα ιδιωτικών σχολείων, υψηλές δαπάνες τηλεφωνίας, ρεύματος και νερού (που μπορεί να υποκρύπτουν αδήλωτες πισίνες), εισοδήματα από ενοίκια και βραχυχρόνιες μισθώσεις, τόκοι τραπεζικών καταθέσεων και repos, αναδρομικές αποδοχές και πρόσθετες αμοιβές, μερίσματα, δάνεια, εμβάσματα ή κινήσεις κεφαλαίων κλπ.

Στη φάση αυτή, η συγκεκριμένη διασταύρωση δεν εστιάζει τόσο στα πολύ χαμηλά εισοδήματα κάτω των 10.000 ευρώ, όσο σε μικρομεσαία εισοδήματα έως 20.000 ευρώ.

Οι υπόχρεοι θα κληθούν να δικαιολογήσουν τις αποκλίσεις που εντόπισε η φορολογική διοίκηση, επικαλούμενοι ανάλωση κεφαλαίων παρελθόντων ετών ή άλλες πηγές εισοδήματος. Εάν δεν προσκομιστούν στοιχεία ή οι εξηγήσεις κριθούν ανεπαρκείς, η ΑΑΔΕ μπορεί να ολοκληρώσει τον έλεγχο με βάση τα δεδομένα που ήδη διαθέτει, προχωρώντας στον καταλογισμό των φόρων που προκύπτουν, επιβάλλοντας πρόσθετους φόρους, προσαυξήσεις και πρόστιμα, τα οποία, ανάλογα με τη φύση και τη βαρύτητα της παράβασης, μπορούν να φθάσουν ακόμη και στο 50% του φόρου που θα καταλογιστεί.

Διαβάστε ακόμη: