Τις τελευταίες δύο εβδομάδες, σημειώθηκαν ανοδικές πιέσεις στις τιμές του πετρελαίου, με την τιμή του αργού πετρελαίου Brent να κυμαίνεται, προσωρινά, περί τα 90 δολάρια ανά βαρέλι. Ο παρατεταμένος πόλεμος στην Ουκρανία που έχει ξεπεράσει ήδη τα δύο έτη και η κλιμάκωση των ανησυχιών για μία διευρυμένη σύγκρουση στη Μέση Ανατολή ή για συνέχιση των εχθροπραξιών στην Ερυθρά Θάλασσα έχουν διαδραματίσει καθοριστικό ρόλο στην άνοδο των τιμών του πετρελαίου. Το ερώτημα που προκύπτει -σύμφωνα με το οικονομικό report της Alpha Bank– είναι αν θα διατηρηθούν αυτές οι ανοδικές πιέσεις και για πόσο χρονικό διάστημα;

Σήμερα, φαίνεται πιθανό οι τιμές του πετρελαίου να παραμείνουν σχετικά αυξημένες, ακόμη και αν οι γεωπολιτικές εντάσεις αρχίσουν να υποχωρούν, επειδή, κατά κύριο λόγο, η ανθεκτικότητα της οικονομίας των ΗΠΑ και, δευτερευόντως, η αποφυγή της ύφεσης στην Ευρώπη είναι πιθανό να ενισχύσουν τη ζήτηση για πετρέλαιο. Παράλληλα, ο OPECi ενδεχομένως να περιορίσει την προσφορά, σύμφωνα με τις εκτιμήσεις του Διεθνή Οργανισμού Ενέργειας (International Εnergy Αgency-IEA). Όμως, αξίζει να επισημανθεί ότι παρά τις παρατεταμένες γεωπολιτικές εντάσεις στη Μέση Ανατολή που ξέσπασαν τον Οκτώβριο του 2023, οι αγορές πετρελαίου παρέμειναν σχετικά ήρεμες και ελεγχόμενες, καθώς το διαπραγματεύονταν στην περιοχή των 75 και 85 δολαρίων το βαρέλι για μεγάλο μέρος του περασμένου έτους. Οι λόγοι που η τιμή του πετρελαίου πέρυσι (αλλά ακόμα και σήμερα) δεν εκτοξεύθηκε στα ιστορικά υψηλά επίπεδα περασμένων δεκαετιών, αλλά παραμένει ελεγχόμενη, είναι οι κάτωθι:

  • Πρώτον, η προσφορά, που είναι ο βασικότερος παράγοντας των αυξήσεων των τιμών. Σήμερα, η παραγωγή πετρελαίου είναι λιγότερο συγκεντρωμένη στη Μέση Ανατολή καθώς και μεταξύ των μελών του OPEC, από ό,τι ήταν για μεγάλο μέρος των τελευταίων 50 ετών (Γράφημα 1). Αυτό οφείλεται εν μέρει στην έκρηξη της παραγωγής σχιστολιθικού πετρελαίου, τη δεκαετία του 2010, που κατέστησε, πλέον, την Αμερική καθαρό εξαγωγέα πετρελαίου (“Three reasons why oil prices are remarkably stable”, Economist, Μάρτιος 2024). Επίσης, η αυξανόμενη παραγωγή από χώρες εκτός του OPEC έχει συμβάλλει σημαντικά στη διαφοροποίηση της προσφοράς. Ο IEA εκτιμά ότι οι νέες πηγές, μαζί με τους αυξημένους όγκους από την Αμερική και τον Καναδά, θα καλύψουν το μεγαλύτερο μέρος της αύξησης της παγκόσμιας ζήτησης για πετρέλαιο, το 2024.
  • Δεύτερον, το πετρέλαιο από τη Ρωσία, τον τρίτο μεγαλύτερο παραγωγό στον κόσμο, συνέχισε να διατίθεται, παρά τις κυρώσεις που έχουν επιβληθεί από τις δυτικές χώρες, οι οποίες το 2022 επέβαλαν ανώτατο όριο τιμής 60 δολάρια ανά βαρέλι στις ρωσικές εξαγωγές αργού πετρελαίου, αλλά το ρωσικό πετρέλαιο εξακολουθεί να διαπραγματεύεται πάνω από το συγκεκριμένο ανώτατο όριο τιμών. Συνεπώς, η συνεχιζόμενη διαθεσιμότητα ρωσικού πετρελαίου συνέβαλε στην αποτροπή της δραματικής αύξησης των τιμών, που πολλοί φοβούνταν πως θα συνέβαινε το 2022, μετά από την έναρξη του πολέμου στην Ουκρανία.
  • Τρίτον, η πλεονάζουσα παραγωγική ικανότητα των μελών του OPEC (δηλαδή, η ποσότητα πετρελαίου που μπορεί να παραχθεί από τις εγκαταστάσεις σε σύντομο χρονικό διάστημα). Όταν η παραγωγή ήταν περιορισμένη, όπως ήταν στις αρχές της δεκαετίας του 2000, οι εξαγωγικές χώρες είχαν λίγα περιθώρια να ανταποκριθούν στην αύξηση της ζήτησης. Σήμερα, η κατάσταση είναι διαφορετική, καθώς υπολογίζεται (America’s Energy Information Administration) ότι τα μέλη του OPEC έχουν περίπου 4,5 εκατομμύρια βαρέλια την ημέρα πλεονάζουσας δυναμικότητας -μεγαλύτερη από τη συνολική ημερήσια παραγωγή του Ιράκ. Με άλλα λόγια, το επιπλέον απόθεμα του OPEC μπορεί να αμβλύνει το πλήγμα από μία διαταραχή στον εφοδιασμό πετρελαίου.
  • Τέταρτον, ο παγκόσμιος ρυθμός ανάπτυξης, σήμερα, είναι χαμηλότερος απ’ ό,τι ήταν στις αρχές της δεκαετίας του 2000 και σε συνδυασμό με τη μετάβαση στην πράσινη ανάπτυξη αναμένεται να συγκρατήσει τη ζήτηση για πετρέλαιο. Παράλληλα, τα τελευταία έτη, η Κίνα που είναι ο μεγαλύτερος εισαγωγέας πετρελαίου στον κόσμο, παρουσιάζει χαμηλότερη οικονομική ανάπτυξη σε σύγκριση με τα προηγούμενα έτη. Επίσης, οι διαρθρωτικές αλλαγές στην παραγωγή της θα διαδραματίσουν σημαντικό ρόλο στο ενεργειακό της μίγμα, αφού η χρήση πιο φιλικών προς το περιβάλλον πηγών ενέργειας ενδέχεται να περιορίσει τη ζήτηση πετρελαίου. Ενδεικτικά, το επόμενο έτος, εκτιμάται ότι τα μισά από τα νέα αυτοκίνητα που θα πωλούνται στη χώρα θα είναι ηλεκτρικά.

Μακροπρόθεσμα, η απομάκρυνση της παγκόσμιας οικονομίας από το πετρέλαιο θα διασφαλίσει ότι η διεθνής αγορά θα είναι πιο ανθεκτική σε γεωπολιτικούς κλυδωνισμούς και περικοπές της παραγωγής. Προς το παρόν, ωστόσο, η άνοδος της τιμής φαίνεται να είναι ελεγχόμενη. Όπως φαίνεται και στο Γράφημα 2, οι πιέσεις στις τιμές του πετρελαίου που προκύπτουν από γεωπολιτικές διαταραχές είναι γενικά προσωρινές, με τις μεγάλες εξάρσεις του γεωπολιτικού δείκτη να αυξάνουν παροδικά την τιμή του πετρελαίου, αλλά να μην συνδέονται συστηματικά με υψηλότερες ή πιο ευμετάβλητες τιμές του πετρελαίου.

Συνοψίζοντας, οι γεωπολιτικές εντάσεις επηρεάζουν προσωρινά τις τιμές του πετρελαίου, περιορίζοντας την οικονομική δραστηριότητα, αφού αυξάνουν την αβεβαιότητα. Ωστόσο, σε σχέση με προηγούμενες δεκαετίες, σήμερα, υφίστανται ορισμένοι εξισορροπητικοί παράγοντες στη διαμόρφωση και τη «διόρθωση» των διεθνών τιμών του πετρελαίου, μετά από ένα γεωπολιτικό επεισόδιο (Geopolitical risk and oil prices, ECB, Economic Bulletin 8, 2023). Τέλος, θα πρέπει να επισημανθεί ότι οι διακυμάνσεις στις τιμές του πετρελαίου είναι κρίσιμο στοιχείο που λαμβάνεται συστηματικά υπόψη από τους ιθύνοντες χάραξης της νομισματικής πολιτικής, αφού μπορούν να επηρεάσουν τον ρυθμό αποκλιμάκωσης του πληθωρισμού.

Οι εξελίξεις στην παγκόσμια οικονομία

ΗΠΑ

Τα νέα στοιχεία για την αγορά εργασίας των ΗΠΑ υποδηλώνουν ότι η οικονομία παραμένει ανθεκτική. Σύμφωνα με τις νέες ανακοινώσεις, τον Μάρτιο, δημιουργήθηκαν 303 χιλ. νέες θέσεις εργασίας, εκτός γεωργικού τομέα. Το αποτέλεσμα αυτό είναι αξιοσημείωτο, αφού, τον προηγούμενο μήνα, είχαν δημιουργηθεί 270 χιλ. νέες θέσεις εργασίας, ενώ ο μέσος όρος των τελευταίων 12 μηνών είναι 231 χιλ. Επίσης, αξίζει να αναφερθεί ότι το ποσοστό της ανεργίας μειώθηκε ελαφρώς, τον Μάρτιο, στο 3,8% και συνεχίζει να κυμαίνεται σε ένα στενό εύρος 3,7%-3,9%, από τον Αύγουστο του 2023 (Γράφημα 3α). Τα στοιχεία αυτά επιβεβαιώνουν την άποψη αξιωματούχων της Ομοσπονδιακής Τράπεζα των ΗΠΑ (Fed) ότι χρειάζεται υπομονή και περισσότερα στοιχεία για την χάραξη της κατάλληλης κατεύθυνσης της νομισματικής πολιτικής. Τέλος, η Υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ, κ. Janet Yellen, είχε σειρά επαφών με ανώτατους αξιωματούχους της Κίνας και δήλωσε ότι δεν θα επιτρέψει να πληγούν τα αμερικανικά συμφέροντα, και δη η βιομηχανία, από επιδοτούμενες κινεζικές εισαγωγές.

ΖτΕ

Εν αναμονή της συνεδρίασης της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας (ΕΚΤ), την Πέμπτη, η προσοχή στρέφεται στο ανακοινωθέν και στην καθιερωμένη συνέντευξη τύπου που ακολουθεί τη συνεδρίαση. Οι αγορές προεξοφλούν, όπως προκύπτει και από τις τοποθετήσεις ανώτατων αξιωματούχων της ΕΚΤ, ότι η πρώτη μείωση των επιτοκίων θα πραγματοποιηθεί τον Ιούνιο. Με τον πληθωρισμό να συνεχίζει να επιβραδύνεται, στο 2,4% τον Μάρτιο, σε ετήσια βάση, από 2,6%, τον Φεβρουάριο (Γράφημα 3β), οι αγορές εστιάζουν στο αν θα αναληφθεί κάποια δέσμευση ως προς την πορεία που θα ακολουθήσει η νομισματική πολιτική, με τις απόψεις μεταξύ των μελών της ΕΚΤ να διαφέρουν χαρακτηριστικά.

Διεθνής Οικονομία

Διατηρήθηκε αμετάβλητος, στο 5,7% σε ετήσια βάση, ο πληθωρισμός, τον Φεβρουάριο στα κράτη-μέλη του ΟΟΣΑ. Ο πληθωρισμός των τροφίμων συνέχισε να μειώνεται, φθάνοντας στο 5,3%, τον Φεβρουάριο, από 6,3%, τον Ιανουάριο, υποχωρώντας σε επίπεδα πριν από την εισβολή της Ρωσίας στην Ουκρανία. Στο Ην. Βασίλειο, οι ιθύνοντες χάραξης νομισματικής πολιτικής αναμένουν τα νέα στοιχεία για τον πληθωρισμό του Μαρτίου, όπου μία ταχύτερη επιβράδυνση θα ανοίξει τις συζητήσεις για μειώσεις του βασικού επιτοκίου τους επόμενους μήνες. Μάλιστα, το Διεθνές Νομισματικό Ταμείο προειδοποίησε ότι η Τράπεζα της Αγγλίας (BoE) θα πρέπει να είναι προσεκτική όσον αφορά στη διατήρηση των επιτοκίων σε υψηλά επίπεδα για μεγάλο χρονικό διάστημα, αφού διαφαίνεται ο αντίκτυπος στην κατανάλωση για το υψηλό ποσοστό ιδιοκτητών ακινήτων με στεγαστικά δάνεια σταθερού επιτοκίου. Τέλος, σύμφωνα με τις τελευταίες εκτιμήσεις (ASEAN+3 Macroeconomic Research Office), η οικονομία της Κίνας αναμένεται να αναπτυχθεί κατά 5,3% το 2024, καθώς ο τομέας των ακινήτων σταθεροποιείται και η εξωτερική ζήτηση βελτιώνεται, με τη Fitch όμως να μειώνει σε αρνητική την προοπτική του αξιόχρεου της Κίνας.

Διαβάστε ακόμη: