Προεκλογικά, το Μέγαρο Μαξίμου επιχειρεί να χτίσει ένα αφήγημα πολιτικής σταθερότητας, οικονομικής ανάπτυξης και φορολογικών ελαφρύνσεων. Ωστόσο, πίσω από τον σχεδιασμό για τη ΔΕΘ και τα σενάρια σχετικά με τον χρόνο των εκλογών, διαμορφώνεται ένα εντελώς διαφορετικό πολιτικό περιβάλλον.
Ένα περιβάλλον στο οποίο η κυβέρνηση καλείται να αντιμετωπίσει όχι μόνο την ακρίβεια, αλλά και μια διαδοχή υποθέσεων που αναδεικνύουν σοβαρά ερωτήματα για τον τρόπο με τον οποίο λειτούργησε το κράτος κατά τη δεύτερη θητεία της.
Ο ΟΠΕΚΕΠΕ δεν φαίνεται να ήταν το τελευταίο επεισόδιο. Αντιθέτως, στο κυβερνητικό στρατόπεδο υπάρχει πλέον διάχυτη ανησυχία ότι η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία ανοίγει έναν νέο κύκλο ερευνών που αφορά τη διαχείριση ευρωπαϊκών πόρων. Η υπόθεση της ΤΕΧΑΝ και των «σπιτιών ανακύκλωσης» έρχεται να προστεθεί στον κατάλογο των φακέλων που δημιουργούν πολιτικό κόστος για την κυβέρνηση.
Η αιφνιδιαστική έφοδος των «Αδιάφθορων» σε εγκαταστάσεις της εταιρείας, οι κατασχέσεις ψηφιακών αρχείων, συμβάσεων και στοιχείων που σχετίζονται με τον διαγωνισμό των περίπου 83 εκατ. ευρώ, δείχνουν ότι οι ευρωπαϊκές αρχές αντιμετωπίζουν την υπόθεση με ιδιαίτερη σοβαρότητα.
Οι πληροφορίες για μεγάλες αποκλίσεις μεταξύ της αρχικής αξίας των μονάδων και της τελικής τιμολόγησής τους ενισχύουν το πολιτικό βάρος της έρευνας.
Το πρόβλημα για την κυβέρνηση δεν είναι μόνο δικαστικό. Είναι κυρίως πολιτικό. Διότι δημιουργείται σταδιακά η εικόνα μιας περιόδου κατά την οποία η θεσμική λειτουργία της δημόσιας διοίκησης παρουσίασε σοβαρές δυσλειτουργίες στη διαχείριση ευρωπαϊκών κονδυλίων.
Ο ΟΠΕΚΕΠΕ, οι νέες έρευνες της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας και οι συνεχείς αποκαλύψεις συνθέτουν μια εικόνα που δυσκολεύει το αφήγημα περί επιτελικού κράτους και αποτελεσματικής διακυβέρνησης.
Σαν να μην έφταναν αυτά, έρχεται και η εισαγγελική πρόταση για την παραπομπή του πρώην υφυπουργού παρά τω Πρωθυπουργώ Χρήστου Τριαντόπουλου στο Ειδικό Δικαστήριο για την υπόθεση του «μπαζώματος» στα Τέμπη, μαζί με την πρόταση παραπομπής του πρώην περιφερειάρχη Θεσσαλίας Κώστα Αγοραστού και ακόμη τεσσάρων εμπλεκομένων.
Ανεξάρτητα από την τελική απόφαση του Δικαστικού Συμβουλίου, που θα ληφθεί το φθινόπωρο, η ίδια η εισαγγελική εισήγηση επαναφέρει στην πρώτη γραμμή μια υπόθεση που έχει αφήσει βαθύ αποτύπωμα στην κοινωνία.
Η κυβέρνηση επιμένει ότι οι ευθύνες που εξετάζονται είναι πλημμεληματικού χαρακτήρα και όχι κακουργηματικές. Ωστόσο, στο πολιτικό επίπεδο η διάκριση αυτή δύσκολα μεταβάλλει την ουσία.
Οι εικόνες από τα Τέμπη εξακολουθούν να αποτελούν ένα από τα πιο ισχυρά τραύματα της κοινής γνώμης και κάθε νέα δικαστική εξέλιξη επαναφέρει τη δημόσια συζήτηση γύρω από τις κυβερνητικές ευθύνες και τους χειρισμούς των πρώτων ημερών μετά την τραγωδία.
Στο Μαξίμου γνωρίζουν ότι η ακρίβεια εξακολουθεί να αποτελεί το μεγαλύτερο πρόβλημα των πολιτών. Γνωρίζουν όμως επίσης ότι όταν η οικονομική πίεση συνδυάζεται με διαδοχικές υποθέσεις που αφορούν τη διαχείριση δημόσιου ή ευρωπαϊκού χρήματος και με δικαστικές εξελίξεις που αγγίζουν κορυφαία κυβερνητικά στελέχη, το πολιτικό κόστος πολλαπλασιάζεται.
Και αυτό γιατί δεν πλήττεται μόνο η εικόνα της αποτελεσματικότητας, αλλά και το βασικό επιχείρημα της Νέας Δημοκρατίας ότι εκπροσωπεί μια κυβέρνηση θεσμικής σοβαρότητας και χρηστής διοίκησης.