Οι απότομες μεταβολές σε μια σειρά μετοχές, τόσο κατά τη διάρκεια της συνεδρίασης, όσο και πολύ περισσότερο κατά τη διάρκεια των δημοπρασιών, όπως και οι ασυνήθιστα αυξημένοι όγκοι σε ένα γκρουπ μετοχών, εταιρειών της υψηλής κυρίως κεφαλαιοποίησης, έχουν προβληματίσει την αγορά.
Οι επαγγελματικά ασχολούμενοι με τα του χρηματιστηρίου αναφέρουν ότι εδώ και πολλούς μήνες, κυρίως από τους τελευταίους μήνες του 2025 και μετέπειτα, έχουν έντονη παρουσία στην αγορά πολλές εταιρείες, οι οποίες επιδίδονται στο – συνήθως επικερδές – “άθλημα” του σορταρίσματος μετοχών. Το φαινόμενο, μάλιστα, σύμφωνα με τις ίδιες πηγές, γίνεται ολοένα και πιο έντονο και παράλληλα φανερό.
Η κατάσταση αυτή αποδίδεται στο γεγονός ότι οι αναλυτές αυτών των κερδοσκοπικών εταιρειών, έχουν καταλήξει με βεβαιότητα, στο γεγονός ότι οι μεγαλύτεροι παίκτες στην ελληνική χρηματιστηριακή αγορά είναι υπεραγορασμένοι και αυτή η συνθήκη ευνοεί τα σχέδιά τους.
Μάλιστα, η γνώση αυτή, επιτρέπει στους διεθνείς σορτάκηδες, πέραν του διημέρου, να πραγματοποιούν ακόμα εντός μιας συνεδρίασης το…ευγενές τους άθλημα, ειδικά κατά τη διάρκεια των δημοπρασιών.
Αυτός θεωρείται και είναι ο βασικός, αν όχι αποκλειστικός λόος, που, ενώ μια μετοχή καθ όλη τη διάρκεια της συνεδρίασης σημείωνε άνοδο, να καταγράφει στο τέλος των δημοπρασιών σημαντική πτώση, εξοργίζοντας τους απλούς επενδυτές, που δεν έχουν παρόμοια δυνατότητα.
Το φαινόμενο δεν είναι φυσικά μόνο ελληνικό, είναι εισαγόμενο και βλάπτει την αγορά, όταν οι σορτάκηδες μένουν ουσιαστικά εκτός κάδρου ελέγχων από τις εποπτικές αρχές, προφανώς γιατί θεωρούνται ως στοιχείο…ζωντάνιας και διεθνοποίησης της αγοράς.
Οι χρηματιστές, όμως, φέρονται δυσαρεστημένοι, ειδικά από τη στιγμή που οι αγοραπωλησίες σορτ γίνονται μέσω πλατφορμών, άρα οι ίδιοι δεν έχουν κανένα όφελος από παρόμοιες πράξεις.
Η ελληνική αγορά, δεν έχει βέβαια το απαραίτητο βάθος, για να αφομοιώσει παρόμοιες πρακτικές σορταρίσματος, όπως για παράδειγμα συμβαίνει σε άλλες μεγάλες αγορές και κυρίως στην αμερικανική.
Στην οποία οι θέσεις short έφθασαν σε επίπεδα ρεκόρ, καθώς όλο και περισσότεροι επενδυτές εμφανίζονται σφόδρα επιφυλακτικοί για τις υψηλές αποτιμήσεις και την βιωσιμότητα των επενδύσεων στην τεχνητή νοημοσύνη.
