Η αντίστροφη μέτρηση για τα αποτελέσματα του δεύτερου τριμήνου των τεσσάρων συστημικών τραπεζών έχει ξεκινήσει και η προσοχή των επενδυτών στρέφεται όχι τόσο στους αριθμούς του παρελθόντος, όσο στα μηνύματα που θα εκπέμψουν οι διοικήσεις για την επόμενη ημέρα.
Οι τηλεδιασκέψεις με τους αναλυτές και οι επαφές με διεθνή επενδυτικά χαρτοφυλάκια έχουν ήδη ξεκινήσει, καθώς οι τράπεζες επιχειρούν να προετοιμάσουν την αγορά για το νέο περιβάλλον που διαμορφώνεται. Ένα περιβάλλον στο οποίο η υψηλή κερδοφορία καλείται πλέον να μετατραπεί σε βιώσιμη ανάπτυξη, με μεγαλύτερη έμφαση στη χρηματοδότηση της οικονομίας και στη δημιουργία αξίας για τους μετόχους.
Οι επίσημες ανακοινώσεις ξεκινούν στις 29 Ιουλίου με την Τράπεζα Πειραιώς, ακολουθούν στις 30 Ιουλίου η Eurobank και η Εθνική Τράπεζα, ενώ ο κύκλος ολοκληρώνεται στις 31 Ιουλίου με την Alpha Bank.
Η κερδοφορία παραμένει ισχυρή, αλλά οι αγορές κοιτούν μπροστά
Το πρώτο τρίμηνο του έτους επιβεβαίωσε ότι οι ελληνικές τράπεζες εξακολουθούν να παράγουν υψηλή οργανική κερδοφορία, κυρίως χάρη στα καθαρά έσοδα από τόκους, τα οποία διατηρούνται σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα.
Ωστόσο, οι επενδυτές θεωρούν ότι η περίοδος των “εύκολων κερδών” από τα υψηλά επιτόκια σταδιακά ολοκληρώνεται. Για τον λόγο αυτό η αγορά αναζητά πλέον σαφείς ενδείξεις ότι οι τράπεζες μπορούν να διατηρήσουν την κερδοφορία τους ακόμη και όταν η νομισματική πολιτική αρχίσει να μεταβάλλεται.
Οι αναλυτές αναμένουν ότι τα καθαρά έσοδα από τόκους θα κινηθούν υψηλότερα και στο δεύτερο τρίμηνο, επιβεβαιώνοντας την ανθεκτικότητα του επιχειρηματικού μοντέλου.
Το επιτοκιακό περιβάλλον αλλάζει τους υπολογισμούς
Ένα από τα βασικά ζητήματα που θα απασχολήσουν τις τηλεδιασκέψεις είναι η πορεία των ευρωπαϊκών επιτοκίων.
Οι αρχικές εκτιμήσεις των αγορών για ταχύτερη αποκλιμάκωση έχουν πλέον περιοριστεί, με αρκετούς αναλυτές να θεωρούν πιθανή τη διατήρηση των επιτοκίων σε υψηλότερα επίπεδα για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα.
Για τις ελληνικές τράπεζες, αυτή η εξέλιξη λειτουργεί θετικά, καθώς διατηρεί σε υψηλά επίπεδα τα καθαρά έσοδα από τόκους, τα οποία εξακολουθούν να αποτελούν τον σημαντικότερο πυλώνα της οργανικής κερδοφορίας.
Το ζητούμενο, όμως, είναι να μη δημιουργηθεί υπερβολική εξάρτηση από τα επιτόκια, αλλά να ενισχυθούν περισσότερο οι προμήθειες, οι υπηρεσίες διαχείρισης κεφαλαίων, η bancassurance και οι λοιπές μη επιτοκιακές πηγές εσόδων.
Η πιστωτική επέκταση γίνεται ο νέος δείκτης αξιολόγησης
Η μεγαλύτερη πρόκληση για τον τραπεζικό κλάδο δεν είναι πλέον η εξυγίανση των ισολογισμών, αλλά η αύξηση των νέων χρηματοδοτήσεων.
Οι μεγάλες επιχειρήσεις συνεχίζουν να αντλούν κεφάλαια για επενδύσεις, ενώ σημαντική ώθηση εξακολουθούν να δίνουν τα έργα του Ταμείου Ανάκαμψης και Ανθεκτικότητας.
Παράλληλα, η στεγαστική πίστη διατηρεί θετική δυναμική μέσω των προγραμμάτων στήριξης της κατοικίας.
Οι επενδυτές, ωστόσο, αναζητούν κάτι περισσότερο: μια πιο μόνιμη και αυτοτροφοδοτούμενη πιστωτική ανάπτυξη που δεν θα εξαρτάται αποκλειστικά από ευρωπαϊκούς πόρους ή κρατικά προγράμματα.
Στο επίκεντρο βρίσκεται πλέον η χρηματοδότηση των μικρομεσαίων επιχειρήσεων, οι οποίες θεωρούνται το μεγαλύτερο αναξιοποίητο πεδίο ανάπτυξης για το ελληνικό τραπεζικό σύστημα.
Κεφάλαια, μερίσματα και επαναγορές
Ένα ακόμη στοιχείο που θα εξεταστεί ιδιαίτερα προσεκτικά αφορά την κεφαλαιακή θέση των τραπεζών.
Οι δείκτες CET1 βρίσκονται πλέον σε ιδιαίτερα υψηλά επίπεδα, ενώ η οργανική δημιουργία κεφαλαίου συνεχίζεται με σταθερούς ρυθμούς.
Παράλληλα, οι προσδοκίες ότι μέρος των πρόσθετων εποπτικών κεφαλαιακών απαιτήσεων θα μπορούσε σταδιακά να μειωθεί δημιουργούν μεγαλύτερο περιθώριο επιστροφής κεφαλαίων στους μετόχους.
Οι αναλυτές αναμένουν περισσότερες λεπτομέρειες για:
- την πολιτική διανομής μερισμάτων,
- τα προγράμματα επαναγοράς ιδίων μετοχών,
- την αξιοποίηση του πλεονάζοντος κεφαλαίου,
- τις πιθανές εξαγορές ή νέες επενδύσεις.
Η ισορροπία ανάμεσα στη διανομή κερδών και στη διατήρηση ισχυρής κεφαλαιακής βάσης αποτελεί πλέον βασικό σημείο αξιολόγησης για τις αγορές.
Goldman Sachs: Αναβαθμίζει τις αποτιμήσεις
Θετικό παραμένει και το κλίμα από τους διεθνείς επενδυτικούς οίκους.
Η Goldman Sachs προχώρησε πρόσφατα σε υψηλότερες τιμές-στόχους για τις ελληνικές συστημικές τράπεζες, εκτιμώντας ότι ο κλάδος εξακολουθεί να εμφανίζει σημαντικές προοπτικές ανάπτυξης, στηριζόμενος στην ισχυρή κερδοφορία, στη βελτίωση της ποιότητας του ενεργητικού και στην αυξημένη δυνατότητα διανομής κεφαλαίων στους μετόχους.
Η στάση αυτή επιβεβαιώνει ότι, παρά την έντονη άνοδο των τραπεζικών μετοχών τα τελευταία χρόνια, οι ξένοι επενδυτές εξακολουθούν να βλέπουν περιθώρια περαιτέρω αναβάθμισης των ελληνικών τραπεζών.
Το μεγάλο στοίχημα του 2027
Το δεύτερο τρίμηνο δεν θα κριθεί μόνο από τα καθαρά κέρδη.
Η πραγματική δοκιμασία για τις διοικήσεις θα είναι να πείσουν ότι διαθέτουν ένα αξιόπιστο σχέδιο ανάπτυξης για τα επόμενα χρόνια, σε μια περίοδο όπου η οργανική κερδοφορία θα πρέπει να στηρίζεται περισσότερο στη χρηματοδότηση της πραγματικής οικονομίας, στις νέες υπηρεσίες και στη βελτίωση της αποδοτικότητας.
Οι επενδυτές θα αναζητήσουν συγκεκριμένες απαντήσεις για τον ρυθμό αύξησης των δανείων, την πορεία των καθαρών εσόδων από τόκους, τη δημιουργία κεφαλαίου, τις προοπτικές διανομής μερισμάτων και τη στρατηγική κάθε τράπεζας για το 2027.
Σε τελική ανάλυση, οι επικείμενες ανακοινώσεις αποτελεσμάτων δεν θα αποτελέσουν απλώς έναν ακόμη σταθμό στο οικονομικό ημερολόγιο. Θα αποτελέσουν το πρώτο ουσιαστικό τεστ για το κατά πόσο οι ελληνικές τράπεζες μπορούν να περάσουν από την περίοδο της ανάκαμψης σε μια νέα φάση διατηρήσιμης ανάπτυξης, ενισχύοντας τον ρόλο τους στη χρηματοδότηση της οικονομίας και διατηρώντας παράλληλα την εμπιστοσύνη των διεθνών επενδυτών.
