Αν και τα στοιχεία της έκθεσης της ομάδας εργασίας ERICA (European Records of IFRS Consolidated Accounts), στην οποία συμμετέχουν και εμπειρογνώμονες από τις κεντρικές τράπεζες, αφορούν στη χρονιά του 2024, εντούτοις καταγράφουν την χρηματοοικονομική εικόνα του ελληνικού επιχειρείν και συνιστούν οδηγό για το σήμερα και το αύριο των ελληνικών επιχειρήσεων.
Το πρόβλημα του δανεισμού, «υπερδανεισμού» για την ακρίβεια, των ελληνικών επιχειρήσεων και ιδιαίτερα των μεγάλων ομίλων μόνο άγνωστο δεν είναι, αλλά η συγκεκριμένη έκθεση πιστοποιεί την μεγάλη εξάρτηση τους από τις τράπεζες, από τις οποίες μάλιστα δανείζονται με τα υψηλότερα επιτόκια στην Ευρώπη.
Η χρονιά του 2024 επιβεβαίωσε ότι οι εγχώριοι εισηγμένοι όμιλοι εξακολουθούν να επωμίζονται το υψηλότερο κόστος χρηματοδότησης στην Ευρώπη, σύμφωνα με τα δεδομένα της έκθεσης της ομάδας εργασίας ERICA.
Η απόσταση που χωρίζει τις ελληνικές επιχειρήσεις από τις αντίστοιχες ευρωπαϊκές παραμένει μεγάλη, πλήττοντας την ανταγωνιστικότητά τους. Σε ό,τι αφορά τη σύγκριση του κόστους δανεισμού, η μελέτη αναφέρει ότι το διάμεσο κόστος δανεισμού για τους ελληνικούς ομίλους το 2024 διαμορφώθηκε στο 5,9%. Αλλά το ανησυχητικό είναι ότι ακόμα και άλλες χώρες του ευρωπαϊκού Νότου, όπως η Ιταλία (5,2%) και η Πορτογαλία (5,5%), διατηρούν χαμηλότερο κόστος δανεισμού από την Ελλάδα.
Τη φθηνότερη χρηματοδότηση απολαμβάνουν οι γαλλικοί όμιλοι με διάμεσο κόστος 3,9%, ακολουθούν οι γερμανικοί όμιλοι με 4,3% και οι ισπανικοί με 4,5%.
Τα βασικά συμπεράσματα της εν λόγω ευρωπαϊκής μελέτης, αποκτούν, όπως αντιλαμβάνεστε, μεγαλύτερη βαρύτητα σε μια περίοδο αναμενόμενης αύξησης των επιτοκίων στην Ευρώπη και παγκοσμίως.
Το υψηλό κόστος χρήματος για τους μεγάλους ελληνικούς επιχειρηματικούς ομίλους συνδέεται άμεσα και με τη δομή της χρηματοδότησης, καθώς το 88% των ελληνικών ομίλων στηρίζονται σχεδόν αποκλειστικά σε τραπεζικά δάνεια. Σε απόλυτα νούμερα, τα τραπεζικά δάνεια αποτελούν το 50% της συνολικής αξίας του χρηματοοικονομικού χρέους των ελληνικών επιχειρήσεων.
Αντιθέτως, μόλις το 28% των ελληνικών ομίλων αντλούν κεφάλαια μέσω έκδοσης ομολόγων, καταγράφοντας ένα από τα χαμηλότερα ποσοστά στην Ευρώπη μαζί με την Ιταλία.
Η μονομέρεια του υπέρογκου τραπεζικού δανεισμού συνεχίζεται φυσικά και σήμερα, αν και ορισμένοι μεγάλοι εγχώριοι όμιλοι, ακολουθώντας τη διεθνή πρακτική και περισσότερο τις υποδείξεις των ξένων συμβούλων τους, αξιοποιούν πλέον και την αγορά ομολόγων, σε μια προσπάθεια να μειώσουν τον «τραπεζικό εναγκαλισμό».
Αξίζει να επισημανθεί ότι το ελληνικό δείγμα των 50 ομίλων κυριαρχείται από τον ενεργειακό τομέα, ο οποίος αντιπροσωπεύει το 67% των εσόδων – σε σύνολο 69,7 δισ. ευρώ – διαμορφώνοντας σε μεγάλο βαθμό τη συνολική εικόνα της χώρας.
Τραπεζικοί παράγοντες, στους οποίους απευθυνθήκαμε, εκτιμούν ότι η κατάσταση ουσιαστικά δεν άλλαξε, στο διάστημα των 20 μηνών που μεσολάβησε από τα συγκεκριμένα στοιχεία μέχρι τα σημερινά. Διευκρινίζουν, βέβαια, ότι στον τομέα των επιτοκίων υπήρξε μια μικρή υποχώρηση, αλλά η εξάρτηση από τον τραπεζικό δανεισμό μάλλον αυξήθηκε, παρά μειώθηκε, με κάποιες μετρημένες στα δάχτυλα περιπτώσεις επιχειρήσεων, που βελτίωσαν τη σχέση ιδίων προς ξένα κεφάλαια.
Διαβάστε ακόμη:
- Κίνηση Αλαφούζου για το 50% Μανιφέστο και Protagon -Συζητήσεις και με «Ομάδα Αλήθειας»;
- Οι 2 (γόνοι) εφοπλιστές – νταβατζήδες του Χρηματιστηρίου Αθηνών
- Κασιδιάρης, νέο κόμμα και τα σενάρια που προκαλούν αναταράξεις στη δεξιά πολυκατοικία
- Ελληνικές τράπεζες: Ο «φόβος» της έκτακτης φορολόγησης και τα κέρδη-ρεκόρ

