Έντονο πονοκέφαλο και έκδηλη ανησυχία προκαλούν στα υψηλά κλιμάκια των ελληνικών τραπεζών οι διεργασίες που καταγράφονται στη γειτονική Ιταλία, καθώς ο ορίζοντας του δύσκολου προϋπολογισμού για το 2027 φέρνει ξανά στο προσκήνιο το ενδεχόμενο μιας νέας έκτακτης φορολόγησης των τραπεζικών κερδών.
Η πρόταση του αντιπροέδρου της ιταλικής κυβέρνησης, Ματέο Σαλβίνι, για επιβολή ετήσιου φόρου 5% στα έκτακτα κέρδη των δέκα ισχυρότερων ιδρυμάτων της χώρας για μια τριετία, μπορεί να διχάζει προς το παρόν τον κυβερνητικό συνασπισμό της Τζόρτζια Μελόνι, ωστόσο το σκεπτικό της ταιριάζει απόλυτα στην πραγματικότητα της ελληνικής αγοράς.
Στην Αθήνα, τα τραπεζικά στελέχη γνωρίζουν καλά πως αντίστοιχες εισηγήσεις έχουν φτάσει κατά καιρούς και στο γραφείο του υπουργού Οικονομικών, Κυριάκου Πιερρακάκη.
Ο ίδιος, από τη θέση του προέδρου του Eurogroup, διαθέτει πλήρη εικόνα για την ευρωπαϊκή τάση, όπου τέτοιου είδους παρεμβάσεις κερδίζουν διαρκώς έδαφος, την ώρα που και η εγχώρια αντιπολίτευση, με το ΠΑΣΟΚ να πρωτοστατεί, πιέζει συστηματικά για εισφορά 5% στα προ φόρων κέρδη που ξεπερνούν τα 400 εκατομμύρια ευρώ ετησίως.
Οι αναλογίες μεταξύ των δύο χωρών είναι σχεδόν ταυτόσημες. Στην Ιταλία, τα καθηλωμένα επιτόκια καταθέσεων τροφοδοτούν αυξημένα έσοδα από τόκους, προκαλώντας τη δυσαρέσκεια των καταναλωτών, ενώ οι κρατικές εγγυήσεις θωρακίζουν τους ισολογισμούς, οδηγώντας τα τραπεζικά κέρδη σε υψηλά επίπεδα που είχαν να εμφανιστούν από το 2008.
Αυτές τις συνθήκες επικαλέστηκε πρόσφατα και η Τζόρτζια Μελόνι για να υπερασπιστεί την άντληση 5 δισεκατομμυρίων ευρώ από το σύστημα.
Στην Ελλάδα, το σκηνικό είναι ακόμα πιο ευνοϊκό για τα ιδρύματα. Οι τέσσερις συστημικές τράπεζες κατέγραψαν στο πρώτο εξάμηνο κέρδη που προσπερνούν τα 2,5 δισεκατομμύρια ευρώ, οδεύοντας ολοταχώς προς μια ετήσια κερδοφορία άνω των 5 δισεκατομμυρίων, ξεπερνώντας τις επιδόσεις των προηγούμενων ετών.
Με αποδόσεις ιδίων κεφαλαίων στο 15-16% που προκαλούν τη ζήλια των ευρωπαίων ανταγωνιστών τους, οι ελληνικές τράπεζες ευνοούνται καθοριστικά από τις κρατικές εγγυήσεις του σχεδίου «Ηρακλής» —μια εκδοχή του ιταλικού μοντέλου GACS με ακόμα πιο φιλικούς όρους για τα ιδρύματα. Παράλληλα, η απόκλιση στα επιτόκια είναι ακόμα εντονότερη στην Αθήνα, όπου το μέσο επιτόκιο προθεσμιακών καταθέσεων βρίσκεται μόλις στο 1,21%, όταν στην Ιταλία διαμορφώνεται στο 2,26%.
Αυτή η ψαλίδα μεταξύ επιτοκίων χορηγήσεων και καταθέσεων ήταν που ώθησε τη Ρώμη να αιφνιδιάσει τις αγορές το 2023, επιβάλλοντας αρχικά φόρο 40% στα αυξημένα καθαρά έσοδα από τόκους.
Αν και το μέτρο τελικά απέδωσε λιγότερα από τα αναμενόμενα λόγω των παραθύρων που επιτράπηκαν για τον σχηματισμό μη διανεμόμενων αποθεματικών, η συζήτηση για την έκτακτη φορολόγηση δεν σταμάτησε εκεί.
Άλλωστε, η τακτική αυτή τείνει να γίνει κανόνας στην Ευρώπη. Η Ισπανία μετέτρεψε την έκτακτη εισφορά της σε μόνιμο φόρο με προοδευτική κλίμακα, η Λιθουανία και η Τσεχία φορολόγησαν τα απρόσμενα έσοδα της ενεργειακής κρίσης, ενώ ανάλογες πρωτοβουλίες υιοθέτησαν το Βέλγιο, η Σλοβακία και η Σουηδία.
Μέσα σε αυτό το ευρωπαϊκό κλίμα, οι Έλληνες τραπεζίτες αγωνιούν μήπως γίνουν λιγότερο… πλουσιότεροι. Βέβαια για να γίνει αυτό χρειάζεται πολιτική βούληση και για την ώρα στην Ελλάδα δεν διαφαίνεται.
Διαβάστε ακόμη:
- Η «μαύρη» αλήθεια πίσω από το οικονομικό αφήγημα της κυβέρνησης
- JP Morgan: Πάνω από 1 δισ. δολάρια στις ελληνικές μετοχές από τον STOXX Europe 600
- Το παρασκήνιο της ηλεκτρικής διασύνδεσης Ελλάδας – Κύπρου και ο ρόλος της Meridiam
- Τριετίες: «Ξεκλειδώνουν» αυξήσεις το 2027 – Ποιοι θα πάρουν πάνω από 1.000 ευρώ
