Ουάσιγκτον και Τεχεράνη έχουν σκληρύνει τις θέσεις τους καθώς τα τελευταία εικοσιτετράωρα έχουν καταγραφεί νέα επεισόδια κλιμάκωσης και αντικρουόμενα μηνύματα γύρω από την πορεία των διαπραγματεύσεων παρά το γεγονός ότι την προηγούμενη εβδομάδα υπήρχε αισιοδοξία πως ΗΠΑ, Ιράν και Ομάν θα μπορούσαν να καταλήξουν σε μια διευθέτηση που θα βελτίωνε την εμπορική ναυσιπλοΐα μέσω των Στενών του Ορμούζ.
Την ίδια στιγμή, η εικόνα για την ενεργειακή ασφάλεια παραμένει περίπλοκη. Η αμερικανική κυβέρνηση υποστηρίζει ότι ο μέσος όρος επτά ημερών των ποσοτήτων πετρελαίου που εξέρχονται από το Ορμούζ έχει αυξηθεί σε σχεδόν 9 εκατ. βαρέλια ημερησίως. Η κίνηση, ωστόσο, παραμένει σημαντικά χαμηλότερη από τα φυσιολογικά επίπεδα, ενώ οι κίνδυνοι για την προσφορά δεν περιορίζονται πλέον μόνο στα Στενά. Αυξάνονται οι ανησυχίες για πιθανές διαταραχές και σε άλλα κρίσιμα περάσματα και εναλλακτικές θαλάσσιες οδούς της ευρύτερης περιοχής.
Το μνημόνιο των 60 ημερών
Στο επίκεντρο βρίσκεται ξανά το πλαίσιο που συμφωνήθηκε σχεδόν δύο μήνες νωρίτερα. ΗΠΑ και Ιράν υπέγραψαν στα μέσα Ιουνίου Μνημόνιο Κατανόησης (MoU), το οποίο προέβλεπε ένα χρονικό παράθυρο 60 ημερών για τη διαπραγμάτευση μιας πιο μόνιμης συμφωνίας.
Το πλαίσιο περιλάμβανε την εμπορική διέλευση από τα Στενά του Ορμούζ, τον αμερικανικό ναυτικό αποκλεισμό, τη χαλάρωση των κυρώσεων και την αποδέσμευση παγωμένων ιρανικών κεφαλαίων, καθώς και μακροπρόθεσμες διαπραγματεύσεις για το πυρηνικό πρόγραμμα της Τεχεράνης.
Στην πράξη, ωστόσο, η εφαρμογή του πλαισίου αποδεικνύεται πολύ δυσκολότερη από τη συμφωνία επί των γενικών αρχών του.
Πρώτο εμπόδιο: Ποιος ελέγχει το Ορμούζ
Το πρώτο μεγάλο σημείο τριβής αφορά στα ίδια τα Στενά.
Το Ιράν έχει συνδέσει την πλήρη επαναλειτουργία τους με ένα ευρύτερο πακέτο παραχωρήσεων που περιλαμβάνει τερματισμό του αμερικανικού ναυτικού αποκλεισμού, χαλάρωση των κυρώσεων και καταβολή αποζημιώσεων.
Η Ουάσιγκτον, από την πλευρά της, επιδιώκει να διατηρήσει την οικονομική πίεση ως βασικό διαπραγματευτικό μοχλό και εμφανίζεται απρόθυμη να προσφέρει αυτές τις παραχωρήσεις προκαταβολικά.
Δεύτερο εμπόδιο: Οι κυρώσεις
Το δεύτερο κρίσιμο ζήτημα αφορά στη σειρά με την οποία θα αρθούν ή θα χαλαρώσουν οι αμερικανικές κυρώσεις.
Οι ΗΠΑ θέλουν οποιαδήποτε ελάφρυνση να συνδέεται με σαφείς και επαληθεύσιμες ενδείξεις προόδου από την ιρανική πλευρά.
Αντίθετα, η Τεχεράνη ζητεί εγγυήσεις ότι η άρση των κυρώσεων θα έχει διάρκεια και δεν θα μπορεί να ανατραπεί εύκολα από την Ουάσιγκτον.
Η διαφωνία δημιουργεί ένα κλασικό πρόβλημα αμοιβαίας εμπιστοσύνης: καμία πλευρά δεν θέλει να κάνει πρώτη τις ουσιαστικές παραχωρήσεις χωρίς να έχει εξασφαλίσει αντίστοιχες κινήσεις από την άλλη.
Τρίτο και δυσκολότερο: Το πυρηνικό πρόγραμμα
Το τρίτο μέτωπο είναι και το πιο σύνθετο: το πυρηνικό πρόγραμμα του Ιράν.
Τα επίπεδα εμπλουτισμού ουρανίου, το υπάρχον απόθεμα της χώρας και η δημιουργία ενός μακροπρόθεσμου μηχανισμού επαλήθευσης παραμένουν ανοιχτά προς διαπραγμάτευση.
Πρόκειται για ζητήματα που είναι δύσκολο να επιλυθούν μέσα στο χρονικό περιθώριο των 60 ημερών που είχε προβλεφθεί στο μνημόνιο του Ιουνίου.
Όχι «συμφωνία ή πόλεμος»
Σύμφωνα με αναλυτές της Morgan Stanley, για τους επενδυτές, η κατάσταση δεν θα πρέπει απαραίτητα να αντιμετωπίζεται ως ένα απλό δίλημμα μεταξύ συμφωνίας ή αποτυχίας των διαπραγματεύσεων.
Πιθανότερο θεωρείται ένα σενάριο διαδοχικών επιμέρους συμφωνιών, δοκιμών εφαρμογής, πισωγυρισμάτων και νέων γύρων διαπραγματεύσεων.
Ήδη μετά την υπογραφή του μνημονίου του Ιουνίου είχαν εντοπιστεί αρκετές πιθανές οδοί επιστροφής στην κλιμάκωση: οι δυσκολίες εφαρμογής των συμφωνηθέντων για τις κυρώσεις και τον έλεγχο του Ορμούζ, η πιθανή απόκλιση μεταξύ των στρατηγικών στόχων ΗΠΑ και Ισραήλ, οι εσωτερικές πολιτικές πιέσεις στην Ουάσιγκτον και η δυσκολία επίλυσης των βασικών πυρηνικών ζητημάτων σε τόσο σύντομο χρονικό διάστημα.
Οι κίνδυνοι αυτοί γίνονται πλέον περισσότερο ορατοί. Παρ’ όλα αυτά, εκτιμάται ότι και οι δύο πλευρές έχουν ισχυρά κίνητρα να αποφύγουν την επιστροφή σε μια γενικευμένη στρατιωτική σύγκρουση, αντίστοιχη με εκείνη που καταγράφηκε τον Μάρτιο.
Τα πέντε σημάδια που παρακολουθούν οι αγορές
Οι βασικές ενδείξεις που καλούνται να παρακολουθούν οι επενδυτές, σύμφωνα με αναλυτές της Morgan Stanley, παραμένουν η ομαλοποίηση της ναυσιπλοΐας, η πρόσβαση της Διεθνούς Υπηρεσίας Ατομικής Ενέργειας (IAEA) στις πυρηνικές εγκαταστάσεις, η εφαρμογή των κυρώσεων, η στρατιωτική αυτοσυγκράτηση και η ρητορική των δύο πλευρών.
Η διαπραγματευτική διαδικασία, πάντως, αναμένεται να παραμείνει ασταθής και μη γραμμική. Αντί για μια καθαρή πορεία από τον πόλεμο στην εκεχειρία και στη συνέχεια σε μια τελική συμφωνία, το πιθανότερο σενάριο περιλαμβάνει διαδοχικές περιόδους προόδου και νέας έντασης.
Τι σημαίνουν όλα αυτά για το πετρέλαιο
Στην αγορά πετρελαίου, η συνεχιζόμενη αβεβαιότητα για την προσφορά και η εμφάνιση νέων πιθανών σημείων συμφόρησης στις θαλάσσιες μεταφορές δημιουργούν προϋποθέσεις διατήρησης των τιμών σε υψηλά επίπεδα.
Η αγορά αναμένεται να παραμείνει σχετικά σφιχτή, ιδιαίτερα σε σύγκριση με τα επίπεδα που είχαν καταγραφεί για σύντομο διάστημα τον Ιούνιο, μετά την υπογραφή του Μνημονίου Κατανόησης.
Μια νέα απότομη άνοδος των τιμών του πετρελαίου θα μπορούσε, ωστόσο, να αποτελέσει σημαντικό βραχυπρόθεσμο κίνδυνο για τη Wall Street και την αμερικανική οικονομία, καθώς θα αναζωπύρωνε τις πληθωριστικές πιέσεις.
Παρά τον κίνδυνο αυτό, η εκτίμηση είναι ότι η Fed θα χρειαζόταν ένα ισχυρότερο πληθωριστικό σοκ από αυτό που προηγουμένως ανέμεναν οι αγορές προκειμένου να επιστρέψει σε αυξήσεις επιτοκίων. Ως εκ τούτου, το βασικό σενάριο παραμένει ότι η αμερικανική κεντρική τράπεζα θα διατηρήσει αμετάβλητα τα επιτόκια έως το τέλος του έτους.