Ο Ντόναλντ Τραμπ αλλάζει πεδίο μάχης στο Ιράν, όχι όμως και στόχο. Μετά τους βομβαρδισμούς, τις απειλές στρατιωτικής κλιμάκωσης και το αδιέξοδο στις διαπραγματεύσεις, ο Αμερικανός πρόεδρος ποντάρει πλέον στο ισχυρότερο χαρτί που διαθέτει η Ουάσιγκτον: την οικονομική ασφυξία.
Με μια χαρακτηριστική ανάρτηση σε κεφαλαία γράμματα στο Truth Social, ο Τραμπ προανήγγειλε «τον μεγαλύτερο οικονομικό πόλεμο που έχει εξαπολυθεί ποτέ εναντίον οποιασδήποτε χώρας», επιχειρώντας να μετατρέψει τις κυρώσεις σε ένα νέο όπλο πίεσης απέναντι στην Τεχεράνη. Ωστόσο, όπως επισημαίνει σε ανάλυσή του το CNN, ο κόσμος θα πρέπει να περιμένει για να δει αν τελικά o Αμερικανός πρόεδρος θα παραμείνει πιστός στο σχέδιό του ή αν θα υποχωρήσει όταν το πολιτικό κόστος γίνει αβάσταχτο.
Η νέα προσέγγιση του Αμερικανού προέδρου αποτελεί κατά κάποιον τρόπο μια προσπάθεια να σώσει τα προσχήματα, αφού απέτυχε να αναγκάσει την Ισλαμική Δημοκρατία να παραδοθεί με βομβαρδισμούς ή να την πείσει να συμμετάσχει σε πυρηνικές διαπραγματεύσεις προσφέροντας κίνητρα μέσω ενός μνημονίου κατανόησης. Είναι η τελευταία ανατροπή σε μια σύγκρουση που έχει δημιουργήσει αμέτρητες τακτικές αλλαγές και ανατροπές πορείας.
Ο πρόεδρος έχει διακόψει κάθε διάλογο με το Ιράν, και το CNN αναφέρει ότι η ομάδα του έχει ενημερώσει τους πολιτικούς συμμάχους του ότι προετοιμάζεται για έναν πόλεμο οικονομικής εξάντλησης, ο οποίος, όπως πιστεύει, θα καταστρέψει την οικονομία του Ιράν και θα το αναγκάσει να παραδοθεί. «Αυτή τη στιγμή, πιστεύω ότι η κατάσταση είναι πολύ καλή», δήλωσε ο Τραμπ για έναν πόλεμο τον οποίο είχε χαρακτηρίσει νικηφόρο λίγες ημέρες μετά από την κήρυξή του, αλλά ο οποίος βρίσκεται πλέον στον έκτο μήνα του.
Σε μεταγενέστερη ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, δεσμεύτηκε να λάβει αυστηρά μέτρα εναντίον κάθε χώρας που επιτρέπει στα χρηματοπιστωτικά της ιδρύματα, τις επιχειρήσεις, τα αεροδρόμια ή τους κυβερνητικούς φορείς της να παρέχουν οποιαδήποτε μορφή στήριξης στο Ιράν. Έγραψε: «Λαθρεμπόριο πετρελαίου, γραμμές ανταλλαγής, μεταφορές μετρητών, ανταλλακτήρια συναλλάγματος, νηολόγια, εταιρείες-βιτρίνες – Όλα αυτά πρέπει να σταματήσουν ΤΩΡΑ. Ξέρετε ποιοι είστε».
Πολλοί αναλυτές εκφράζουν σκεπτικισμό ως προς το αν το καθεστώς της Τεχεράνης, γνωστό για την έντονη καταστολή και την οικονομική πίεση που ασκεί στους πολίτες, θα υποχωρήσει στον αγώνα του με τις ΗΠΑ. Άλλωστε, έχει αντέξει για δεκαετίες μερικές από τις πιο αυστηρές οικονομικές κυρώσεις στον κόσμο.
«Όσοι πιστεύουν ότι το Ιράν θα καταρρεύσει υπό την πίεση, νομίζω ότι κάνουν λάθος, παρά την οικονομική κατάσταση», δήλωσε ο Ντάνιελ Σιτρινόβιτς, ο οποίος υπηρέτησε στην Υπηρεσία Αμυντικών Πληροφοριών του Ισραήλ, μεταξύ άλλων ως επικεφαλής του τμήματος για το Ιράν στη Διεύθυνση Έρευνας και Ανάλυσης. Ο Σιτρινόβιτς δήλωσε στο CNN International ότι δεν υπάρχει κανένα σημάδι ότι το Ιράν χαλαρώνει τη στρατηγική του να ασκεί πίεση στον Τραμπ μέσω των διεθνών αγορών. Προσέθεσε ότι, ενώ η οικονομική πίεση θα μπορούσε να επιβάλει σοβαρό κόστος στο Ιράν, «τελικά, δεν βλέπω να αλλάζει ο υπολογισμός του Ιράν εξαιτίας αυτής της πίεσης».
Τι πρέπει να αλλάξει ο Τραμπ
Για να επιτευχθεί οποιαδήποτε πρόοδος, ο Τραμπ δεν θα πρέπει απλώς να αλλάξει αυτόν τον υπολογισμό στην Τεχεράνη. Πρέπει πρώτα να αλλάξει τη δική του συμπεριφορά.
Η καταστροφή της οικονομίας του Ιράν θα χρειαζόταν μήνες ή ακόμα και χρόνια. Θα απαιτούσε το είδος της στρατηγικής υπομονής που ο Τραμπ σχεδόν ποτέ δεν επιδεικνύει. Το Ιράν δεν θα είναι μόνο του αν στοιχηματίσει ότι ο πρόεδρος θα κουραστεί από το νέο του σχέδιο πολύ πριν αυτό αποδώσει αποτελέσματα.
Η νέα προσέγγιση του Τραμπ μπορεί επίσης να εξαρτάται από μια διπλωματική στροφή. Ο Λευκός Οίκος εναποθέτει τεράστια εμπιστοσύνη στη στρατιωτική δύναμη για την επιβολή αποκλεισμού στα πλοία και τα λιμάνια του Ιράν – κάτι που συνοψίζεται στην παραπλανητική ανάρτησή του στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης αυτή την εβδομάδα, με την οποία κήρυξε τα Στενά του Ορμούζ νέο έδαφος των ΗΠΑ. Ωστόσο, μια πραγματικά αποτελεσματική προσπάθεια απομόνωσης του Ιράν προϋποθέτει μια μεγάλη προσπάθεια, που θα εκτείνεται στον Περσικό Κόλπο, την Ευρώπη και την Ασία.
Υπάρχουν τρόποι με τους οποίους η κυβέρνηση θα μπορούσε να επιβάλει πραγματικό πόνο στο καθεστώς του Ιράν.
Ο Λούντοβιτς Χουντ, ανώτερος ερευνητής του Hudson Institute, υποστηρίζει την άσκηση περιφερειακής και διεθνούς πίεσης στα έσοδα του Σώματος των Φρουρών της Ισλαμικής Επανάστασης και μια νέα κίνηση κατά του δικτύου των περιφερειακών αντιπροσώπων του. Σε πρόσφατο άρθρο γνώμης στη Wall Street Journal, ζήτησε την ενίσχυση των δεσμών των ΗΠΑ με τις κυβερνήσεις στη Βαγδάτη και τη Βηρυτό, προκειμένου να αμφισβητηθεί η εξουσία της Τεχεράνης σε ολόκληρη τη Μέση Ανατολή, και συμβούλεψε τον υπουργό Οικονομικών Σκοτ Μπέσεντ να ασκήσει μεγαλύτερη οικονομική πίεση στην Κίνα, έναν από τους κύριους αγοραστές ιρανικού πετρελαίου.
Ένας αποκλεισμός θα ήταν ακόμη πιο αποτελεσματικός αν οι ΗΠΑ κινητοποιούσαν τους συμμάχους τους για να διαλύσουν το δίκτυο των μυστικών οικονομικών συμφωνιών και εμπορικών οδών που έχει δημιουργήσει η Τεχεράνη για να αποφύγει τις κυρώσεις. Ωστόσο, μια τέτοια συνεργασία δεν βρίσκεται ακριβώς στα σχέδια της κυβέρνησης. Η διπλωματία της Ουάσιγκτον έναντι του Ιράν, με επικεφαλής τους απεσταλμένους του Τραμπ, Τζάρεντ Κούσνερ και Στιβ Γουίτκοφ, έχει συχνά χαρακτηριστεί αφελής.
Ο πρόεδρος των ΗΠΑ αποξένωσε τους συμμάχους του ξεκινώντας έναν πόλεμο που απειλούσε τα εθνικά και οικονομικά συμφέροντά τους – και στη συνέχεια τους επέπληξε επειδή δεν συμμετείχαν. Αυτή την εβδομάδα, απείλησε να βομβαρδίσει το Ομάν λόγω της στάσης του στις συνομιλίες με το Ιράν για την επαναλειτουργία των Στενών.
Ένας πλήρης αποκλεισμός της ιρανικής οικονομίας δεν θα μπορούσε να γίνει χωρίς σοβαρά διλήμματα για τον Τραμπ. Για παράδειγμα, μια κίνηση με μεγάλο αντίκτυπο θα ήταν η επιβολή κυρώσεων σε κινεζικές τράπεζες που εμπλέκονται σε συναλλαγές σχετικά με τις παράνομες πωλήσεις πετρελαίου του Ιράν. Ωστόσο, ο Τραμπ θα υποδεχτεί τον πρόεδρο της Κίνας Σι Τζινπίνγκ σε επίσημη επίσκεψη τον Σεπτέμβριο, ένα από τα σημαντικότερα γεγονότα της χρονιάς. Θα προκαλούσε μεγάλη έκπληξη αν αποφάσιζε να χαλάσει την ατμόσφαιρα πριν από τότε.
Θα παραμείνει ο Τραμπ σταθερός στον στόχο ή θα υποχωρήσει;
Ακόμη και αν ο Τραμπ είναι πρόθυμος να περιμένει μέχρι ο οικονομικός πόλεμος να καταπνίξει το Ιράν, υπάρχει μια τρίτη μεταβλητή: η Τεχεράνη μπορεί να αντιδράσει. Γνωρίζει ότι ο Τραμπ είναι ευάλωτος, καθώς απέχουν μόλις δύο μήνες από τις ενδιάμεσες εκλογές. Και φαίνεται αποφασισμένη να τον ταπεινώσει εξίσου ολοκληρωτικά, όπως ταπείνωσε τον Πρόεδρο Τζίμι Κάρτερ πριν από τις εκλογές του 1980.
Το Ιράν διαθέτει, επομένως, ένα ισχυρό πολιτικό κίνητρο για να αποτρέψει την προσπάθεια του Τραμπ να κατευνάσει τη σύγκρουση κατά τη διάρκεια της φθινοπωρινής προεκλογικής εκστρατείας. Έχει επίσης ένα γεωπολιτικό κίνητρο να κλιμακώσει την κατάσταση, προκειμένου να διατηρήσει το σημαντικό πολεμικό του κέρδος, που είναι η δυνατότητα να επιβραδύνει τα πλοία που διέρχονται από τα Στενά του Ορμούζ. Νέες επιθέσεις με drones ή πυραύλους κατά της ναυτιλίας θα αύξαναν το οικονομικό κόστος για τους Αμερικανούς ψηφοφόρους και θα τους υπενθύμιζαν πόσο πολύ μισούν τον πόλεμο. Αν ο πρόεδρος ανταποκριθεί, θα επιδεινώσει την κρίση. Αν συγκρατηθεί, θα φανεί αδύναμος.
Ένας «θερμός» πόλεμος ή ένας οικονομικός πόλεμος θα αφήσει περιθώρια στους Δημοκρατικούς. «Δεν με ενδιαφέρει ένας πόλεμος οικονομικής εξάντλησης με το Ιράν, όπου ο αμερικανικός λαός είναι αυτός που πληρώνει το τίμημα από τη δική μας πλευρά, στα βενζινάδικα και στα σούπερ μάρκετ», δήλωσε ο Δημοκρατικός βουλευτής Τζέιμς Γουόκινσοου στο CNN News Central.
Παρά τη νέα έκρηξη απειλών του Τραμπ στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, δεν διαφαίνεται ακόμη ξεκάθαρη έξοδος από την κρίση. Και, όπως καταλήγει η ανάλυση του αμερικανικού πρακτορείου, ο Αμερικανός πρόεδρος εξακολουθεί να βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα κρίσιμο ερώτημα: τι θα εξαντληθεί πρώτα, η ανοχή των Αμερικανών στις συνέπειες του πολέμου ή η αντοχή του ιρανικού καθεστώτος;

