«Πάμε βουνό;». Για χρόνια, η φράση αυτή ήταν αρκετή. Δεν χρειαζόταν εξήγηση. Σήμαινε μια νυχτερινή εξόρμηση προς το Μον Παρνές, στην Πάρνηθα, μακριά από το κέντρο της πόλης. Ηταν η εποχή που το καζίνο μεσουρανούσε, προσελκύοντας πλήθος Αθηναίων που αναζητούσαν κάτι διαφορετικό, συνδυάζοντας την έξοδο για διασκέδαση με μια αίσθηση διακριτικής περιπέτειας και τη λάμψη που το συνόδευε. Με τα χρόνια, ωστόσο, η αίγλη του άρχισε να ξεθωριάζει. Καθώς οι συνήθειες άλλαζαν, το πλεονέκτημα της τοποθεσίας του, που κάποτε αποτελούσε βασικό ατού του, κατέληξε να λειτουργεί ως βαρίδι.

Η απόφαση για τη μεταφορά του σε πιο κεντρικό σημείο θεωρήθηκε τελικά μονόδρομος από τη Regency Entertainment, και υπό το βάρος του ανταγωνισμού που ερχόταν από το υπό κατασκευήν καζίνο στο Ελληνικό. Οι προσπάθειες για τη μετεγκατάστασή του στο Μαρούσι, στο κτήμα Δηλαβέρη, απέναντι από το εμπορικό κέντρο Golden Hall, ευοδώθηκαν το 2023, με την έκδοση του προεδρικού διατάγματος που άνοιξε τον δρόμο για την αποχώρησή του από την Πάρνηθα. Εκεί όπου κάποτε η διαδρομή αποτελούσε μέρος της εμπειρίας, με το σύντομο ταξίδι με το τελεφερίκ να δίνει τον τόνο, πλέον κυριάρχησε η ευκολία της πρόσβασης. Το νέο ξενοδοχειακό συγκρότημα, στη συμβολή των λεωφόρων Σπύρου Λούη και Κηφισίας, έχει ήδη αρχίσει να κατασκευάζεται. Και ο χρονικός ορίζοντας του 2028, όταν αναμένεται να ξεκινήσει η λειτουργία του στη νέα του στέγη, δεν φαντάζει πια τόσο μακρινός.

Από τη στιγμή που έγινε γνωστή η είδηση της μετακόμισης, δεν άργησαν να εμφανιστούν τα πρώτα ερωτήματα για το μέλλον του ιστορικού κτιρίου στην Πάρνηθα. Σε κοντινή απόσταση στέκει σιωπηλά και το επί δεκαετίες εγκαταλελειμμένο Σανατόριο. Και τα δύο ανήκουν στην Εταιρεία Ακινήτων Δημοσίου. Το ζητούμενο είναι να μην αφεθούν στην τύχη που έχουν γνωρίσει τόσα άλλα δημόσια ακίνητα, τα οποία, μόλις αποχωρήσει ο ένοικός τους, μένουν για χρόνια σε εκκρεμότητα. Να μη χαθούν μέσα σε έναν αργό κύκλο φθοράς και αδιαφορίας, περιμένοντας επ’ αόριστον την επόμενη μέρα τους.

«Εχει ήδη ανατεθεί σε διεθνή συμβουλευτική εταιρεία μελέτη για το πώς θα μπορούσαν να αξιοποιηθούν οι εγκαταστάσεις του Μον Παρνές, αλλά και το Σανατόριο, το οποίο στο παρελθόν είχε λειτουργήσει ως ξενοδοχειακή μονάδα», επισημαίνουν στην «Κ» πηγές με γνώση του θέματος στην ΕΤΑΔ. Μόλις ολοκληρωθεί η μελέτη, η οποία αναμένεται να χαράξει τις βασικές κατευθυντήριες γραμμές για τις πιθανές χρήσεις των εγκαταστάσεων, θα ακολουθήσει έρευνα αγοράς με στόχο να αποτυπωθεί με σαφήνεια το πραγματικό επενδυτικό ενδιαφέρον. Ο σχεδιασμός είναι συγκεκριμένος και χρονικά οριοθετημένος. Μέχρι το 2028 αναμένεται να έχουν οριστικοποιηθεί οι προδιαγραφές, ώστε να προκηρυχθεί η διαγωνιστική διαδικασία για την ανάδειξη του αναδόχου.

Η εξίσωση δεν είναι απλή. Τα κτίρια βρίσκονται στην «καρδιά» του Εθνικού Δρυμού της Πάρνηθας, γεγονός που από μόνο του βάζει αυστηρά όρια σε κάθε σκέψη για εκτεταμένες παρεμβάσεις, βαριές ανακατασκευές ή μεγάλες επεκτάσεις. Αν τελικά η κατεύθυνση που επικρατήσει είναι η τουριστική αξιοποίηση, σενάριο που συγκεντρώνει και τις περισσότερες πιθανότητες, με δεδομένο το ιστορικό της χρήσης τους, τότε η λύση θα πρέπει να κινείται σε μια λογική ήπιας ανάπτυξης, χαμηλού αποτυπώματος και απόλυτου σεβασμού στο φυσικό περιβάλλον. Οχι μια υποδομή μαζικού τουρισμού, αλλά μια παρουσία διακριτική, σχεδόν ενταγμένη στο τοπίο. Θυμίζουμε ότι το ρυθμιστικό σχέδιο για τη χωροταξία της Αττικής χαρακτηρίζει μια σειρά από περιοχές ως τουριστικές, μεταξύ των οποίων τα νότια προάστια, η Ελευσίνα, τα Σπάτα, τα Μέγαρα αλλά και η Πάρνηθα.

Και ερχόμαστε στις ίδιες τις εγκαταστάσεις. Δεν πρέπει να παραγνωρίζεται ότι το Μον Παρνές είναι ένα συγκρότημα που άρχισε να διαμορφώνεται στα τέλη της δεκαετίας του 1950 και ολοκληρώθηκε στις αρχές της δεκαετίας του 1960. Παρά τις κατά καιρούς παρεμβάσεις εκσυγχρονισμού, οι υποδομές του παραμένουν απαιτητικές, με τη συντήρησή τους να αποτελεί διαρκή και ουσιαστική διαδικασία.

Σύμφωνα με το προεδρικό διάταγμα, μέρος του έργου ανακατασκευής θα αναλάβει ο σημερινός ένοικος, η Regency Entertainment, στην οποία συμμετέχουν ως βασικοί μέτοχοι τα αδέλφια Λασκαρίδη και ο Σωκράτης Κόκκαλης. Αν και το τελικό ύψος των απαιτούμενων κεφαλαίων δεν έχει ακόμη προσδιοριστεί, οι πρώτες εκτιμήσεις τοποθετούσαν το εγχείρημα κοντά στα 20 εκατ. ευρώ.

Παράλληλα, προβλέπεται η κατεδάφιση του Πύργου Μυλωνά, του χαρακτηριστικού κτιρίου που πήρε το όνομά του από τον αρχιτέκτονα του Μον Παρνές, Παύλο Μυλωνά. Η απόφαση συνδέεται με τη σημερινή του κατάσταση, καθώς το κτίσμα εμφανίζει εκτεταμένα σημάδια καταπόνησης και έντονες, μη αναστρέψιμες υλικές βλάβες.

Οσο για το Σανατόριο, πρόκειται για ένα γιγάντιο τσιμεντένιο κουφάρι που εδώ και δεκαετίες παραμένει βουβό, με σοβαρά ζητήματα στατικότητας, τα οποία έχουν επιβαρυνθεί και από τις κατά καιρούς σεισμικές δονήσεις. Ηταν, άλλωστε, ο μεγάλος σεισμός του 1999 που στην ουσία σφράγισε την πορεία του ως χώρου φιλοξενίας, κλείνοντας οριστικά ένα κεφάλαιο που είχε ήδη αρχίσει να φθίνει. Η επαναφορά του σε λειτουργία δεν είναι εύκολη υπόθεση, καθώς θα απαιτούσε γενναίες επενδύσεις προκειμένου να μπορέσει να αποκτήσει ξανά ζωή με όρους ασφάλειας και βιωσιμότητας.

Λαμβάνοντας υπόψη αυτές τις συνθήκες, δεν λείπουν εκείνοι που υποστηρίζουν ότι η αποχώρηση του καζίνο θα σημάνει πρακτικά και το τέλος του. Οτι δύσκολα θα μπορέσει να επανέλθει σε τροχιά αξιοποίησης και πως κινδυνεύει να αφεθεί στον χρόνο, να σκονίζεται και να βυθίζεται ολοένα και περισσότερο στην αδράνεια. Από την ΕΤΑΔ, πάντως, δεν φαίνεται να συμμερίζονται αυτή την εκτίμηση. Μάλιστα, προβάλλουν το επιχείρημα ότι ήδη έχουν χτυπήσει την πόρτα της επίδοξοι μνηστήρες, οι οποίοι έστω θεωρητικά έχουν δηλώσει την πρόθεσή τους να δώσουν εκ νέου πνοή στην Πάρνηθα. Στα θετικά συγκαταλέγεται και η εκκίνηση της μελέτης. Αυτό, ωστόσο, δεν εγγυάται από μόνο του την ομαλή εξέλιξη της διαδικασίας. Δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις που αντίστοιχες μελέτες εκπονούνται αλλά στη συνέχεια μένουν για καιρό στο συρτάρι, για να επανέλθει αργότερα το ζήτημα από την αρχή, με την ανάγκη νέων εκθέσεων, καθώς οι προηγούμενες έχουν στο μεταξύ ξεπεραστεί.

Αλλοι, πάντως, βλέπουν με θετικό μάτι την απομάκρυνση του καζίνο με το οποίο είχε συνδεθεί η Πάρνηθα, εκτιμώντας ότι μπορεί να λειτουργήσει ως αφετηρία για τον μετασχηματισμό της περιοχής. Στο ίδιο πλαίσιο, ο επικεφαλής της Dimand, Δημήτρης Ανδριόπουλος, έχει πρόσφατα αναφερθεί στην ανάγκη ενός ευρύτερου πλέγματος παρεμβάσεων στην περιοχή της Πάρνηθας και της ευρύτερης ζώνης της, όπου εντάσσεται και το Τατόι, με στόχο ένα μοντέλο ήπιας και πολυλειτουργικής ανάπτυξης.

Στον Δήμο Αχαρνών το τελεφερίκ

Το ξενοδοχείο ανεγέρθηκε την περίοδο 1958-1961, σε σχέδια του αρχιτέκτονα Παύλου Μυλωνά, σε ύψος 1.078 μέτρων στην Πάρνηθα, στη θέση Μαυροβούνι.

Το προεδρικό διάταγμα ρίχνει φως και στο μέλλον του τελεφερίκ, το οποίο μέχρι σήμερα εξυπηρετεί κυρίως τους επισκέπτες του Μον Παρνές. Παράλληλα, δεν είναι λίγοι οι περιπατητές που το χρησιμοποιούν για τη μεταφορά τους προς το βουνό, αποτελώντας και σημείο εκκίνησης για τις διαδρομές τους στα μονοπάτια.

Μετά τη μετεγκατάσταση του καζίνο, η διαχείρισή του περνάει στον Δήμο Αχαρνών. Ωστόσο, κανείς δεν μπορεί να απαντήσει με βεβαιότητα ως προς τη συνέχιση της λειτουργίας του, καθώς η κίνηση αναμένεται να υποχωρήσει αισθητά, δεδομένου ότι μέχρι σήμερα τροφοδοτούνταν σε μεγάλο βαθμό από τη δραστηριότητα του καζίνο.

Θυμίζουμε ότι η ιστορία του Μον Παρνές ξεκίνησε στις αρχές της δεκαετίας του 1960, όταν το συγκρότημα άνοιξε για πρώτη φορά τις πόρτες του στο αθηναϊκό κοινό, παρουσία του τότε πρωθυπουργού Κωνσταντίνου Καραμανλή, ο οποίος στήριξε το έργο και πρότεινε και την ονομασία του. Το ξενοδοχείο ανεγέρθηκε την περίοδο 1958-1961, σε σχέδια του αρχιτέκτονα Παύλου Μυλωνά, σε ύψος 1.078 μέτρων στην Πάρνηθα, στη θέση Μαυροβούνι. Η αρχική σύλληψη προέβλεπε τη δημιουργία ενός πολυτελούς χειμερινού προορισμού κοντά στην Αθήνα, με στόχο να αποτελέσει σημείο αναφοράς για τον τουρισμό της εποχής.

Ωστόσο, το ξενοδοχειακό σκέλος δεν κατάφερε να αποκτήσει την αναμενόμενη απήχηση και ήδη από τα πρώτα χρόνια λειτουργίας του αντιμετώπισε οικονομικές δυσκολίες. Το 1971 αποφασίστηκε η μετατροπή του σε καζίνο.

Το 1999, ο ισχυρός σεισμός προκάλεσε εκτεταμένες ζημιές στο ξενοδοχειακό τμήμα, οδηγώντας ουσιαστικά στην οριστική παύση λειτουργίας του και στην εγκατάλειψή του. Εκτοτε το καζίνο παρέμεινε η μοναδική ενεργή χρήση του συγκροτήματος. Το 2003 την εκμετάλλευση ανέλαβε η Regency Entertainment, σηματοδοτώντας τη νέα επιχειρησιακή φάση του Μον Παρνές, που συνεχίστηκε μέχρι και σήμερα, πριν από την απόφαση για μετεγκατάσταση στο Μαρούσι.

Διαβάστε ακόμη: