Κάποτε, για να αγοράσει κάποιος ένα σημαντικό έργο τέχνης, έπρεπε να γνωρίζει τη σωστή γκαλερί, τον σωστό dealer και, αρκετές φορές, να έχει ήδη αποκτήσει τη θέση του μέσα σε έναν εξαιρετικά κλειστό κύκλο συλλεκτών.
Σήμερα μπορεί να χρειάζεται απλώς ένα smartphone, έναν λογαριασμό σε μια πλατφόρμα δημοπρασιών και αρκετά χρήματα για την επόμενη προσφορά.
Η αγορά της Τέχνης αλλάζει.
Και πίσω από αυτή τη μεταμόρφωση βρίσκεται μια νέα γενιά αγοραστών που δεν δείχνει ιδιαίτερη διάθεση να ακολουθήσει τους άγραφους κανόνες του παλιού συστήματος.
Οι millennials και οι νεότεροι συλλέκτες της Gen Z θέλουν να γνωρίζουν την τιμή, να βλέπουν ποιος προσφέρει περισσότερα, να μπορούν να αγοράζουν από οπουδήποτε στον κόσμο και, κυρίως, να μην αισθάνονται ότι πρέπει πρώτα να πάρουν την έγκριση κάποιου για να αποκτήσουν ένα έργο.
Και οι δημοπρασίες τούς προσφέρουν ακριβώς αυτό.
Το τέλος του «ρωτήστε μας για την τιμή»

Για τη νέα γενιά καταναλωτών, ένα από τα πιο παράξενα χαρακτηριστικά της παραδοσιακής αγοράς τέχνης είναι η απουσία ξεκάθαρων τιμών.
Σε αρκετές μεγάλες γκαλερί, οι τιμές των έργων δεν εμφανίζονται δημόσια.
Ο ενδιαφερόμενος πρέπει να ρωτήσει.
Να συζητήσει.
Και μερικές φορές να αποδείξει ότι είναι ο «κατάλληλος» συλλέκτης για να αποκτήσει ένα συγκεκριμένο έργο.
Οι δημοπρασίες λειτουργούν διαφορετικά.
Η εκτίμηση είναι γνωστή πριν από την πώληση.
Οι προσφορές εμφανίζονται σε πραγματικό χρόνο.
Και όταν πέσει το σφυρί, η αγορά έχει δώσει τη δική της απάντηση για την αξία του αντικειμένου εκείνη τη στιγμή.
Για μια γενιά που έχει μεγαλώσει με εφαρμογές χρηματιστηρίου, online marketplaces και άμεσες συγκρίσεις τιμών, αυτό μοιάζει πολύ πιο φυσικό.
Από την Αθήνα μπορείς να αγοράσεις έργο που βρίσκεται στη Νέα Υόρκη
Η μεγαλύτερη επανάσταση ήρθε όταν οι μεγάλοι οίκοι δημοπρασιών μπήκαν αποφασιστικά στην ψηφιακή εποχή.
Οι Christie’s και Sotheby’s, όπως και δεκάδες μικρότεροι οίκοι και ηλεκτρονικές πλατφόρμες, επένδυσαν στη δυνατότητα πραγματικού online bidding.
Ο συλλέκτης δεν χρειάζεται πλέον να βρίσκεται στην αίθουσα.
Μπορεί να κάθεται στον καναπέ του στην Αθήνα και να διεκδικεί σε πραγματικό χρόνο ένα έργο που δημοπρατείται στο Λονδίνο, στη Νέα Υόρκη ή στο Χονγκ Κονγκ.
Η απόσταση πρακτικά εξαφανίστηκε.
Μαζί της άρχισε να υποχωρεί και ένα κομμάτι του μυστηρίου που περιέβαλλε παραδοσιακά την αγορά έργων τέχνης.
Η δημοπρασία θυμίζει πλέον επενδυτική εφαρμογή

Υπάρχει όμως και κάτι άλλο που εξηγεί τη γοητεία των δημοπρασιών.
Η διαδικασία έχει αποκτήσει χαρακτηριστικά gamification.
Υπάρχει χρονόμετρο.
Υπάρχουν αντίπαλες προσφορές.
Υπάρχει η τιμή που ανεβαίνει.
Και υπάρχει μια συγκεκριμένη στιγμή κατά την οποία πρέπει να αποφασίσεις αν θα χτυπήσεις ξανά ή αν θα εγκαταλείψεις.
Στην οθόνη ενός κινητού, η εμπειρία μπορεί να θυμίζει περισσότερο μια high-end εφαρμογή επενδύσεων παρά το παλιό στερεότυπο μιας σκοτεινής αίθουσας γεμάτης συλλέκτες που σηκώνουν διακριτικά ένα αριθμημένο ταμπελάκι.
Και αυτό ταιριάζει απόλυτα σε μια digital-native γενιά.
Το FOMO μπήκε και στην Τέχνη
Το μεγάλο ψυχολογικό όπλο της δημοπρασίας είναι το FOMO, το fear of missing out.
Σε μια γκαλερί μπορείς να φύγεις.
Να το σκεφτείς.
Να επιστρέψεις την επόμενη ημέρα.
Στη δημοπρασία δεν υπάρχει πάντα δεύτερη ευκαιρία.
Το έργο βρίσκεται μπροστά σου για λίγα λεπτά.
Κάποιος άλλος προσφέρει περισσότερα.
Και γνωρίζεις ότι μόλις ακουστεί το «sold», μπορεί να μην εμφανιστεί ξανά στην αγορά για χρόνια.
Αυτή η αίσθηση επείγοντος μετατρέπει την αγορά σε εμπειρία.
Η απόκτηση ενός έργου δεν μοιάζει πλέον απλώς με συναλλαγή.
Μοιάζει με νίκη.
Στη δημοπρασία δεν χρειάζεται να σε «εγκρίνει» η γκαλερί

Υπάρχει και μία πιο βαθιά αλλαγή.
Οι κορυφαίες γκαλερί λειτουργούν παραδοσιακά με σχέσεις που χτίζονται για χρόνια.
Για τα πιο περιζήτητα έργα, το γεγονός ότι κάποιος διαθέτει τα χρήματα δεν σημαίνει πάντα ότι θα μπορέσει και να τα αγοράσει.
Οι galleries θέλουν να γνωρίζουν πού θα καταλήξει το έργο, εάν ο αγοραστής είναι πραγματικός συλλέκτης και, συχνά, εάν υπάρχει κίνδυνος να το μεταπωλήσει γρήγορα.
Στη δημοπρασία ο κανόνας είναι πολύ πιο ωμός.
Όποιος προσφέρει το μεγαλύτερο ποσό, κερδίζει.
Για έναν νέο, οικονομικά ισχυρό αγοραστή χωρίς μακροχρόνια παρουσία στον κόσμο της Τέχνης, αυτή η απλότητα είναι εξαιρετικά ελκυστική.
Από τον Basquiat στα sneakers
Και το περιεχόμενο των δημοπρασιών έχει αλλάξει θεαματικά.
Η νέα γενιά συλλεκτών δεν χωρίζει τον κόσμο σε αυστηρά κουτάκια όπως «καλές τέχνες», «μόδα» και «design».
Μπορεί να θαυμάζει έναν Jean-Michel Basquiat και ταυτόχρονα να συλλέγει ένα σπάνιο ζευγάρι sneakers.
Να θέλει έναν Warhol στον τοίχο και ένα vintage Rolex στο συρτάρι.
Να αγοράζει design έπιπλα, φωτογραφία, street art και memorabilia.
Οι οίκοι δημοπρασιών κατάλαβαν αυτή τη μεταβολή και άρχισαν να δημιουργούν πωλήσεις όπου διαφορετικοί κόσμοι συνυπάρχουν.
Η υψηλή Τέχνη κάθεται πλέον στο ίδιο ψηφιακό «ράφι» με limited-edition sneakers, πολυτελή ρολόγια, αντικείμενα design, street culture και συλλεκτικά κομμάτια της pop κουλτούρας.

Banksy και KAWS άλλαξαν το κοινό
Καλλιτέχνες όπως ο Banksy και ο KAWS βοήθησαν ιδιαίτερα σε αυτή τη μετάβαση.
Η δουλειά τους επικοινωνεί με ένα κοινό που δεν μεγάλωσε απαραίτητα μέσα στις γκαλερί.
Μεγάλωσε με street culture, μουσική, sneakers, μόδα και social media.
Όταν τέτοια έργα εμφανίζονται δίπλα σε μεγάλα ονόματα της μοντέρνας και σύγχρονης τέχνης, η απόσταση ανάμεσα στον καινούργιο συλλέκτη και την αγορά μικραίνει.
Η Τέχνη παύει να μοιάζει με κλειστό κλαμπ.
Γίνεται κομμάτι ενός ευρύτερου lifestyle.
Η Τέχνη ως επένδυση
Υπάρχει, βέβαια, και το χρήμα.
Οι νεότεροι εύποροι αγοραστές αντιμετωπίζουν συχνά ένα έργο όχι μόνο ως αντικείμενο αισθητικής απόλαυσης αλλά και ως περιουσιακό στοιχείο.
Βλέπουν τιμές προηγούμενων πωλήσεων.
Παρακολουθούν ποιοι καλλιτέχνες ανεβαίνουν.
Συγκρίνουν αποδόσεις και αναζητούν την επόμενη ευκαιρία.
Η λογική αυτή έχει κοινά στοιχεία με τις μετοχές, τα κρυπτονομίσματα ή τα συλλεκτικά ρολόγια.
Μόνο που υπάρχει μια μεγάλη διαφορά:
η Τέχνη δεν προσφέρει καμία εγγύηση ότι η τιμή θα ανεβαίνει για πάντα.
Ένας καλλιτέχνης που σήμερα γνωρίζει εκρηκτική ζήτηση μπορεί σε λίγα χρόνια να χάσει σημαντικό μέρος της εμπορικής δυναμικής του.
Το flipping που διχάζει τον κόσμο της Τέχνης
Ένα από τα πιο αμφιλεγόμενα φαινόμενα είναι το λεγόμενο art flipping.
Κάποιος αγοράζει ένα έργο και το μεταπωλεί σχετικά γρήγορα, ελπίζοντας να εκμεταλλευτεί την άνοδο της ζήτησης.
Οι δημοπρασίες διευκολύνουν αυτή τη διαδικασία επειδή παρέχουν έναν ξεκάθαρο μηχανισμό εξόδου.
Ένα έργο μπορεί να επιστρέψει στην αγορά πολύ ευκολότερα απ’ ό,τι στο παρελθόν.
Για τον επενδυτή αυτό σημαίνει μεγαλύτερη ρευστότητα.
Για πολλές γκαλερί και καλλιτέχνες, όμως, το γρήγορο flipping αποτελεί σχεδόν κόκκινο πανί, επειδή μπορεί να οδηγήσει σε κερδοσκοπικές φούσκες και να αποσταθεροποιήσει τις τιμές.
Η παγίδα της αδρεναλίνης
Η δημοπρασία κρύβει επίσης έναν κίνδυνο που γνωρίζει κάθε άνθρωπος που έχει βρεθεί σε μια έντονη διαδικασία προσφορών.
Μπορείς να ξεχάσεις τι πραγματικά ήθελες να πληρώσεις.
Δεν αγοράζεις πλέον μόνο το έργο.
Προσπαθείς να νικήσεις τον άγνωστο άνθρωπο που μόλις πρόσθεσε άλλα 5.000 ευρώ.
Το φαινόμενο είναι γνωστό ως winner’s curse: η επιθυμία να κερδίσεις τη δημοπρασία μπορεί να σε οδηγήσει τελικά να πληρώσεις περισσότερο απ’ όσο είχες αρχικά θεωρήσει λογικό.
Γι’ αυτό οι έμπειροι αγοραστές μπαίνουν συνήθως στη διαδικασία έχοντας ήδη ορίσει ένα αυστηρό ανώτατο όριο.
Και προσπαθούν να μην το ξεπεράσουν όταν ανάψουν τα ψηφιακά αίματα.
Το ποσό στο σφυρί δεν είναι πάντα το τελικό ποσό
Υπάρχει επίσης κάτι που κάθε νέος συλλέκτης πρέπει να γνωρίζει.
Η τελική προσφορά, το λεγόμενο hammer price, δεν είναι απαραίτητα το ποσό που τελικά θα πληρώσει.
Οι οίκοι δημοπρασιών προσθέτουν συνήθως buyer’s premium, ενώ ανάλογα με το έργο και τη χώρα μπορεί να υπάρχουν φόροι, δικαιώματα καλλιτέχνη, μεταφορικά, ασφάλιση και έξοδα αποθήκευσης.
Έτσι ένα έργο που «χτυπήθηκε» στις 20.000 ευρώ μπορεί να κοστίσει αισθητά περισσότερο μέχρι να φτάσει στον τοίχο του αγοραστή.
Η διαφάνεια της τιμής δεν σημαίνει επομένως ότι η διαδικασία είναι απαλλαγμένη από πρόσθετα κόστη.
Οι γκαλερί δεν πρόκειται να εξαφανιστούν
Η άνοδος των δημοπρασιών δεν σημαίνει ότι οι galleries χάνουν τον λόγο ύπαρξής τους.
Ο ρόλος τους είναι διαφορετικός.
Οι σημαντικές γκαλερί δεν πωλούν απλώς έργα.
Χτίζουν καριέρες καλλιτεχνών, οργανώνουν εκθέσεις, δημιουργούν αρχεία, συνδέουν δημιουργούς με μουσεία και επιμελητές και στηρίζουν μια αγορά σε βάθος χρόνου.
Οι δημοπρασίες είναι κυρίως η δευτερογενής αγορά, εκεί όπου ένα έργο που έχει ήδη αποκτηθεί αλλάζει ιδιοκτήτη.
Το καινούργιο είναι ότι πλέον η εξουσία μεταξύ των δύο κόσμων επανακατανέμεται.
Και οι γκαλερί πιέζονται να γίνουν πιο διαφανείς, πιο ψηφιακές και πιο φιλικές προς νέους αγοραστές.
Μια αγορά που δεν αφορά πλέον μόνο εκατομμυριούχους
Η μεγαλύτερη ίσως αλλαγή είναι ότι ο κόσμος των δημοπρασιών έχει ανοίξει προς τα κάτω.
Δεν χρειάζεται κάθε lot να είναι ένας Warhol πολλών εκατομμυρίων.
Στις online δημοπρασίες υπάρχουν έργα, prints, φωτογραφίες, κεραμικά, αντικείμενα design και συλλεκτικά αντικείμενα με πολύ χαμηλότερες τιμές εκκίνησης.
Αυτό επιτρέπει σε έναν νέο συλλέκτη να κάνει την πρώτη του αγορά χωρίς να διαθέτει περιουσία μεγιστάνα.
Και ίσως αυτό είναι το σημαντικότερο κέρδος της ψηφιακής μετάβασης.
Ένας κόσμος που επί δεκαετίες έμοιαζε δύσκολος στην πρόσβαση απέκτησε ξαφνικά κουμπί «Bid Now».
Η συλλογή του μέλλοντος μπορεί να μην έχει κανόνες
Ο συλλέκτης της προηγούμενης γενιάς μπορεί να έχτιζε μια αυστηρά οργανωμένη συλλογή ζωγραφικής μιας συγκεκριμένης περιόδου.
Ο νέος συλλέκτης μπορεί να βάλει δίπλα δίπλα έναν πίνακα, ένα designer chair, ένα σπάνιο sneaker και ένα vintage ρολόι.
Δεν βλέπει απαραίτητα αντίφαση.
Βλέπει προσωπική ταυτότητα.
Αυτή η νοοτροπία αλλάζει σταδιακά όχι μόνο το τι δημοπρατείται, αλλά και τι θεωρείται άξιο συλλογής.
Το σφυρί μετακόμισε στην οθόνη
Η μεγάλη αλλαγή στην αγορά της Τέχνης δεν είναι επομένως απλώς τεχνολογική.
Είναι πολιτισμική.
Οι νέοι συλλέκτες ζητούν τιμές που φαίνονται, πρόσβαση χωρίς προσκλήσεις, γρήγορες συναλλαγές και αντικείμενα που συνδέονται με τον δικό τους κόσμο.
Οι οίκοι δημοπρασιών το κατάλαβαν.
Οι γκαλερί αρχίζουν να προσαρμόζονται.
Και το παλιό μοντέλο μιας αγοράς που λειτουργούσε πίσω από βαριές πόρτες και προσωπικές συστάσεις δίνει σταδιακά χώρο σε κάτι πολύ πιο άμεσο.
Η τέχνη μπορεί να παραμένει μοναδική. Ο τρόπος όμως που την αγοράζουμε έχει γίνει πιο γρήγορος, πιο ψηφιακός και πολύ πιο κοντά στον τρόπο με τον οποίο αγοράζουμε σχεδόν οτιδήποτε άλλο στον 21ο αιώνα.
Διαβάστε ακόμη:
- Το 38% του τζίρου του «Προστάτη της Παραλιακής» προέρχεται από λαθραία ρωσικά πετρέλαια
- Ο Μακάριος Λαζαρίδης «απασφάλισε» και την πέφτει στον Δένδια
- Γιατί η «εθνική συμφωνία» θεοδωρικάκου για την ακρίβεια «βουλιάζει»
- Σκάνδαλο μεγατόνων στο ρεύμα: Οι συνεπείς καταναλωτές πληρώνουν το «μάρμαρο» για ρευματοκλοπές και φέσια τρίτων
