Υπήρξε μια εποχή που η επίδειξη πλούτου σήμαινε να είσαι ορατός.
Ένα εντυπωσιακό σπίτι, ένα γιοτ δεμένο στο σωστό λιμάνι, ένα ιδιωτικό αεροσκάφος και φωτογραφίες από μέρη στα οποία λίγοι μπορούσαν να φτάσουν.
Σήμερα, για τους πραγματικά πλούσιους, η μεγαλύτερη πολυτέλεια μπορεί να είναι ακριβώς η αντίθετη.
Να μη σε βρίσκει κανείς.
Όχι να εξαφανιστείς πραγματικά, αλλά να περιορίσεις δραστικά τα στοιχεία που μπορεί να ανακαλύψει ένας άγνωστος για εσένα μέσα σε λίγα λεπτά αναζήτησης.
Διεύθυνση κατοικίας, κινητά τηλέφωνα, email, ακίνητα, ονόματα συγγενών, εταιρικές σχέσεις και παλιές καταχωρίσεις μπορεί να βρίσκονται σκορπισμένα σε δεκάδες βάσεις δεδομένων.
Καθεμία πληροφορία μόνη της μπορεί να φαίνεται αθώα.
Όλες μαζί, όμως, δημιουργούν ένα εντυπωσιακά λεπτομερές πορτρέτο.
Και για έναν επιχειρηματία, έναν celebrity ή έναν άνθρωπο με περιουσία εκατοντάδων εκατομμυρίων, αυτό το πορτρέτο μπορεί να αποτελεί και πρόβλημα ασφάλειας.
Μια νέα βιομηχανία γεννήθηκε γύρω από την εξαφάνιση
Εταιρείες εξειδικευμένες στην ψηφιακή ιδιωτικότητα αναλαμβάνουν σήμερα να κάνουν κάτι που μοιάζει απλό αλλά μόνο απλό δεν είναι.
Να εντοπίσουν πού ακριβώς υπάρχουν προσωπικά δεδομένα ενός πελάτη στο διαδίκτυο.
Στη συνέχεια επιχειρούν να ζητήσουν την αφαίρεσή τους από data brokers, ιστοσελίδες και βάσεις δεδομένων.
Και μετά αρχίζει το δυσκολότερο μέρος.
Να παρακολουθούν εάν οι πληροφορίες θα εμφανιστούν ξανά.
Γιατί το διαδίκτυο έχει μνήμη με τάσεις… ζιζανίου. Κόβεις ένα στοιχείο σε ένα σημείο και λίγο αργότερα μπορεί να φυτρώσει σε άλλο.
62 διαφορετικά προφίλ για έναν μόνο άνθρωπο
Το μέγεθος του προβλήματος φαίνεται σε ένα περιστατικό που έχει περιγράψει ο Tom Aldrich, Chief Operating Officer της εταιρείας 360 Privacy.
Ένας εύπορος πελάτης που είχε χρησιμοποιήσει προηγουμένως μία αυτοματοποιημένη υπηρεσία αφαίρεσης δεδομένων εξακολουθούσε να εμφανίζεται με 62 διαφορετικά προφίλ σε εκατοντάδες πηγές συγκέντρωσης πληροφοριών.
Το εντυπωσιακότερο ήταν ότι, σύμφωνα με την εταιρεία, περίπου 93% των μη δημόσιων πληροφοριών μπορούσε να αφαιρεθεί.
Αυτό δείχνει και γιατί οι πολύ πλούσιοι δεν αρκούνται πλέον σε ένα απλό πρόγραμμα που στέλνει αυτοματοποιημένα αιτήματα διαγραφής.
Θέλουν ανθρώπους να ψάχνουν.
Γιατί τα προσωπικά δεδομένα είναι θέμα φυσικής ασφάλειας
Η ιδιωτικότητα δεν αφορά πλέον μόνο την ενόχληση από spam ή ανεπιθύμητα τηλεφωνήματα.
Ένα ψηφιακό προφίλ μπορεί να αποκαλύψει πού ζει κάποιος, ποιοι είναι οι συγγενείς του, ποια ακίνητα συνδέονται με το όνομά του και ποιες εταιρείες διαχειρίζεται.
Αυτές οι πληροφορίες μπορούν να χρησιμοποιηθούν σε απάτες, phishing, social engineering ή ακόμη και για τη δημιουργία εικόνας γύρω από τις καθημερινές κινήσεις ενός προσώπου.
Όπως έχει επισημάνει ο ειδικός κυβερνοασφάλειας Brian Hill της BlackCloak, η ψηφιακή ασφάλεια και η φυσική ασφάλεια δεν μπορούν πλέον να αντιμετωπίζονται ως δύο διαφορετικοί κόσμοι.
Για έναν άνθρωπο μεγάλης δημόσιας προβολής, το τηλέφωνο, το σπίτι και ο λογαριασμός email ανήκουν ουσιαστικά στο ίδιο σύστημα προστασίας.
Ποιοι είναι οι data brokers
Στο κέντρο αυτής της αγοράς βρίσκονται οι λεγόμενοι data brokers.
Πρόκειται για επιχειρήσεις που συλλέγουν πληροφορίες από πολλές διαφορετικές πηγές, τις συνδυάζουν και δημιουργούν προφίλ καταναλωτών.
Οι πληροφορίες μπορούν να προέρχονται από δημόσια αρχεία, εμπορικές βάσεις, online δραστηριότητα ή άλλες νόμιμα διαθέσιμες πηγές.
Το αποτέλεσμα μπορεί να είναι ένα προφίλ πολύ πιο λεπτομερές απ’ όσο αντιλαμβάνεται ο ίδιος ο άνθρωπος στον οποίο αφορά.
Και εκεί εμφανίστηκε η αντίστροφη βιομηχανία.
Εάν κάποιοι βγάζουν χρήματα συλλέγοντας τα δεδομένα, κάποιοι άλλοι μπορούν να βγάλουν χρήματα προσπαθώντας να τα αφαιρέσουν.
Γιατί δεν αρκεί ένα κουμπί «delete»
Θεωρητικά, κάποιος θα μπορούσε να κάνει αυτή τη δουλειά μόνος του.
Στην πράξη είναι εξαιρετικά χρονοβόρα.
Πρέπει πρώτα να βρει ποιες εταιρείες διαθέτουν τα στοιχεία του.
Στη συνέχεια να εντοπίσει τον μηχανισμό opt-out της καθεμιάς, να αποδείξει σε ορισμένες περιπτώσεις την ταυτότητά του και να παρακολουθεί αν η διαγραφή πραγματοποιήθηκε.
Το σημαντικότερο είναι ότι η διαδικασία δεν τελειώνει ποτέ πραγματικά.
Νέες βάσεις εμφανίζονται.
Παλιά στοιχεία επαναδημοσιεύονται.
Οι εταιρείες αποκτούν νέα δεδομένα.
Γι’ αυτό οι premium υπηρεσίες λειτουργούν με συνδρομή και συνεχή παρακολούθηση.
Dark web, κινητά και κάμερες στο μικροσκόπιο
Οι ακριβότερες υπηρεσίες δεν περιορίζονται στην αφαίρεση ενός τηλεφώνου από μια βάση δεδομένων.
Μπορούν να παρακολουθούν εάν προσωπικά στοιχεία εμφανίζονται στο dark web, να ελέγχουν εάν λογαριασμοί έχουν εκτεθεί σε παραβιάσεις δεδομένων και να αξιολογούν την ασφάλεια κινητών, υπολογιστών και άλλων συσκευών.
Ακόμη και οι συνδεδεμένες κάμερες ασφαλείας ενός σπιτιού μπορεί να αποτελέσουν μέρος του ελέγχου.
Ο λόγος είναι απλός.
Ένας δισεκατομμυριούχος μπορεί να ξοδέψει εκατομμύρια σε φυσική ασφάλεια και να αφήσει ένα αδύναμο password σε μια συσκευή των 100 ευρώ να ανοίξει ψηφιακό παράθυρο στο σπίτι του.
Πόσο κοστίζει να αγοράσεις ιδιωτικότητα
Εδώ αρχίζει η πραγματική πολυτέλεια.
Η BlackCloak, που παρέχει υπηρεσίες ψηφιακής προστασίας σε άτομα υψηλής καθαρής περιουσίας, celebrities και family offices, έχει υπηρεσίες των οποίων το κόστος μπορεί να κυμαίνεται περίπου από 10.000 έως 200.000 δολάρια ετησίως, ανάλογα με το επίπεδο προστασίας.
Για εταιρικούς πελάτες, όπου μπορεί να προστατεύονται ανώτατα στελέχη, founders και μέλη διοικητικών συμβουλίων, τα συμβόλαια μπορούν να φτάσουν ακόμη και τις 600.000 δολάρια τον χρόνο.
Δεν πληρώνεις, δηλαδή, απλώς για ένα λογισμικό.
Πληρώνεις για μια ομάδα ανθρώπων που παρακολουθεί διαρκώς πού εμφανίζεσαι ψηφιακά.
Γιατί ένας CEO μπορεί να κοστίζει περισσότερο από έναν celebrity
Η αξία της προστασίας εξαρτάται και από τον κίνδυνο.
Ένας διάσημος ηθοποιός έχει μεγάλη δημόσια έκθεση.
Ένας CEO, όμως, μπορεί να έχει πρόσβαση σε εταιρικά συστήματα, εμπιστευτικά δεδομένα και οικονομικές συναλλαγές τεράστιας αξίας.
Εάν κάποιος αποκτήσει πληροφορίες για το οικογενειακό του περιβάλλον, μπορεί να επιχειρήσει πολύ πιο πειστικό phishing ή social engineering.
Ένα μήνυμα που γνωρίζει το πραγματικό όνομα του παιδιού, τη διεύθυνση ενός εξοχικού ή τον λογιστή μιας οικογένειας έχει πολύ μεγαλύτερη πιθανότητα να ξεγελάσει τον παραλήπτη.
Γι’ αυτό η προστασία των στελεχών αντιμετωπίζεται πλέον και ως εταιρική κυβερνοασφάλεια.
Μπορεί κάποιος να εξαφανιστεί εντελώς από το internet;
Η σύντομη απάντηση είναι όχι.
Και οι σοβαρές εταιρείες του κλάδου δεν υπόσχονται κάτι τέτοιο.
Ο στόχος είναι η δραστική μείωση του ψηφιακού αποτυπώματος.
Ο Brian Hill έχει τοποθετήσει το ρεαλιστικό επίπεδο αφαίρεσης περίπου στο 70% έως 90%.
Το υπόλοιπο μπορεί να αφορά στοιχεία που δεν μπορούν νόμιμα ή πρακτικά να εξαφανιστούν.
Δημόσια αρχεία, δημοσιεύματα εφημερίδων, δικαστικές αποφάσεις ή πληροφορίες που προστατεύονται από δικαιώματα ενημέρωσης δεν διαγράφονται επειδή κάποιος απλώς επιθυμεί να μην υπάρχουν.
Η ιδιωτικότητα έχει όρια.
Το παράδοξο του «δικαιώματος στη λήθη»
Στην Ευρώπη, το λεγόμενο δικαίωμα στη διαγραφή ή «δικαίωμα στη λήθη» βάσει του GDPR προσφέρει στους πολίτες σημαντικά εργαλεία για την αφαίρεση προσωπικών δεδομένων σε συγκεκριμένες περιπτώσεις.
Δεν αποτελεί όμως καθολικό δικαίωμα διαγραφής της ιστορίας.
Η προστασία προσωπικών δεδομένων πρέπει να εξισορροπείται με άλλες αρχές, όπως η ελευθερία της έκφρασης, η δημοσιογραφία και το δημόσιο συμφέρον.
Γι’ αυτό άλλο πράγμα είναι η αφαίρεση ενός προσωπικού τηλεφώνου από έναν data broker και άλλο η απαίτηση εξαφάνισης ενός νόμιμου δημοσιεύματος.
Υπάρχει φθηνότερη εκδοχή για τους υπόλοιπους
Δεν χρειάζεται βέβαια να διαθέτει κάποιος ιδιωτικό jet για να μειώσει το ψηφιακό του αποτύπωμα.
Υπάρχουν υπηρεσίες συνδρομής για απλούς καταναλωτές που αναζητούν και υποβάλλουν αιτήματα αφαίρεσης από data brokers με πολύ χαμηλότερο κόστος.
Η χρήση τους, όμως, παραμένει περιορισμένη.
Έρευνα της Security.org σε περισσότερους από 1.000 Αμερικανούς βρήκε ότι μόλις 6% των ενηλίκων χρησιμοποιούσαν κάποια υπηρεσία αφαίρεσης προσωπικών δεδομένων, ενώ λιγότεροι από τους μισούς γνώριζαν καν ότι αυτές οι υπηρεσίες υπάρχουν.
Τα δικά μας ίχνη δεν δημιουργούνται μόνο από εμάς
Αυτό ίσως είναι και το πιο ανησυχητικό στοιχείο.
Για χρόνια πιστεύαμε ότι το ψηφιακό μας αποτύπωμα αποτελείται κυρίως από όσα δημοσιεύουμε μόνοι μας.
- Φωτογραφίες.
- Posts.
- Likes.
- Σχόλια.
Η πραγματικότητα είναι πλέον πολύ πιο σύνθετη.
Ένα σημαντικό μέρος της ψηφιακής μας ταυτότητας δημιουργείται χωρίς να έχουμε πατήσει ποτέ «δημοσίευση».
Μπορεί να προέρχεται από δημόσια μητρώα, αγορές, παλαιούς καταλόγους, στοιχεία εταιρειών ή πληροφορίες που συνδέθηκαν μεταξύ τους από τρίτους.
Έτσι ένας άνθρωπος μπορεί να έχει εκτεταμένο online προφίλ ακόμη και αν δεν χρησιμοποιεί σχεδόν καθόλου social media.
Μια καινούργια μορφή ταξικής ανισότητας;
Εδώ εμφανίζεται και μια ενδιαφέρουσα κοινωνική διάσταση.
Η συλλογή δεδομένων αφορά σχεδόν όλους.
Η δυνατότητα όμως να πληρώνεις επαγγελματίες για να καθαρίζουν συνεχώς αυτά τα δεδομένα αφορά, στην ακριβότερη εκδοχή της, ελάχιστους.
Δημιουργείται έτσι ένα παράδοξο.
Οι άνθρωποι με τη μεγαλύτερη δημόσια προβολή και τα περισσότερα οικονομικά μέσα μπορεί να αποκτούν και την καλύτερη δυνατότητα να ελέγχουν ποια στοιχεία τους παραμένουν εύκολα διαθέσιμα.
Την ίδια ώρα ο μέσος πολίτης μπορεί να μην γνωρίζει καν πόσες εταιρείες έχουν ήδη δημιουργήσει προφίλ γι’ αυτόν.
Η ιδιωτικότητα ως status symbol
Κάπως έτσι αλλάζει και η ίδια η έννοια της πολυτέλειας.
Στον προηγούμενο αιώνα, πλούτος ήταν να έχεις πράγματα που οι άλλοι μπορούσαν να δουν.
Σήμερα μπορεί να είναι να έχεις τη δυνατότητα να κρύψεις όσα οι άλλοι θέλουν να δουν.
Να μην εμφανίζεται εύκολα η διεύθυνσή σου.
Να μη συνδέεται το τηλέφωνό σου με την οικογένειά σου.
Να μην μπορεί κάποιος μέσα σε δέκα λεπτά αναζήτησης να χαρτογραφήσει τη ζωή σου.
Η πολυτέλεια μετακινείται από την κατοχή στον έλεγχο.
Και ίσως το πιο ακριβό αγαθό του ψηφιακού κόσμου να μην είναι πλέον η πληροφορία, αλλά η δυνατότητα να αποφασίζεις ποια πληροφορία για εσένα δεν θα βρει ποτέ ο επόμενος που θα πληκτρολογήσει το όνομά σου.
Διαβάστε ακόμη:
- Το 38% του τζίρου του «Προστάτη της Παραλιακής» προέρχεται από λαθραία ρωσικά πετρέλαια
- Ο Μακάριος Λαζαρίδης «απασφάλισε» και την πέφτει στον Δένδια
- Γιατί η «εθνική συμφωνία» θεοδωρικάκου για την ακρίβεια «βουλιάζει»
- Σκάνδαλο μεγατόνων στο ρεύμα: Οι συνεπείς καταναλωτές πληρώνουν το «μάρμαρο» για ρευματοκλοπές και φέσια τρίτων

