Υπό το βάρος των δικογραφιών και του αριθμού των εμπλεκομένων στο σκάνδαλο του ΟΠΕΚΕΠΕ, αλλά και το μεγάλο θέμα των υποκλοπών που επιστρέφει στην επικαιρότητα, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχειρεί να στρέψει αλλού την δημόσια αντιπαράθεση ενόψει των επικείμενων εκλογών.

Το timing του τηλεοπτικού διαγγέλματος του πρωθυπουργού μόνο τυχαίο δεν ήταν. Η επαναφορά στο δημόσιο διάλογο της πρότασης για ασυμβίβαστο υπουργού και βουλευτή, αλλά και για μείωση του αριθμού των βουλευτών, έρχεται σε μια χρονική στιγμή όπου η κυβέρνηση βρίσκεται αντιμέτωπη με έντονη πολιτική πίεση ακόμα και στο εσωτερικό της.

Η επιλογή να ανοίξει τώρα μια συζήτηση που απαιτεί συνταγματική αναθεώρηση –άρα μακροπρόθεσμο ορίζοντα– δεν συνδέεται με άμεση νομοθέτηση, αλλά με πολιτική διαχείριση της συγκυρίας. Στην ουσία, πρόκειται για μια προσπάθεια μετατόπισης του δημόσιου διαλόγου από τα σκάνδαλα σε θεσμικά ζητήματα.

Oι σύμβουλοι του πρωθυπουργού πιστεύουν ότι με αυτό τον τρόπο θα μετατοπίσουν το ενδιαφέρον της κοινής γνώμης αλλά κυρίως της αντιπολίτευσης προς άλλες κατευθύνσεις και θα μπορούν – μιλώντας με ποδοσφαιρικούς όρους – να παίξουν μπάλα μέσα στο γήπεδό τους. Να μετατοπιστεί δηλαδή η αντιπαράθεση από τη σκανδαλολογία των υποκλοπών και του ΟΠΕΚΕΠΕ σε θεσμικές / συνταγματικές αλλαγές.

Η κυβέρνηση επιχειρεί να εμφανιστεί ως δύναμη θεσμικού εκσυγχρονισμού. Οι δύο βασικές προτάσεις έχουν ισχυρό επικοινωνιακό αποτύπωμα:

Ασυμβίβαστο υπουργού – βουλευτή: Στόχος είναι να ενισχυθεί η διάκριση εξουσιών και να περιοριστεί η ταύτιση εκτελεστικής και νομοθετικής λειτουργίας. Μείωση αριθμού βουλευτών: Ένα διαχρονικά δημοφιλές αίτημα που «ακουμπά» στην κοινωνική δυσαρέσκεια για το πολιτικό σύστημα.

Με αυτόν τον τρόπο, η κυβέρνηση επαναπλαισιώνει τη συζήτηση σε όρους «μεταρρύθμισης» και «πολιτικής ηθικής» καλύπτοντας με αυτό τον τρόπο το μείζον ζήτημα της ηθικής δεδηλωμένης που θέτει ο Νίκος Ανδρουλάκης αλλά και οι υπόλοιποι πολιτικοί αρχηγοί.

Τα πολιτικά κίνητρα

Η χρονική συγκυρία δείχνει τρία βασικά κίνητρα στα οποία ποντάρει το Μέγαρο Μαξίμου:

Αποσυμπίεση από το σκάνδαλο ΟΠΕΚΕΠΕ

Η μετατόπιση της ατζέντας λειτουργεί ως «αντίβαρο» στην αρνητική ειδησεογραφία. Αντί η δημόσια συζήτηση να περιστρέφεται γύρω από ευθύνες και δικογραφίες, μεταφέρεται σε ένα πιο «ουδέτερο» θεσμικό πεδίο.

Επανασυσπείρωση της κοινοβουλευτικής ομάδας

Σε περιόδους εσωτερικής πίεσης, η ανάδειξη μεγάλων θεσμικών αλλαγών δημιουργεί ένα κοινό αφήγημα και μειώνει τις εσωτερικές τριβές οι οποίες το τελευταίο διάστημα έχουν κορυφωθεί.

Σήμα προς την κοινωνία για «κάθαρση»

Η μείωση βουλευτών και το ασυμβίβαστο έχουν ισχυρό συμβολισμό: δείχνουν ότι το πολιτικό σύστημα «διορθώνεται», ακόμη κι αν οι αλλαγές δεν είναι άμεσες.

Οι δυσκολίες της συνταγματικής αναθεώρησης

Παρά τον επικοινωνιακό τους αντίκτυπο, οι προτάσεις αυτές δεν μπορούν να υλοποιηθούν άμεσα. Η συνταγματική αναθεώρηση:

  • απαιτεί δύο κοινοβουλευτικές περιόδους
  • χρειάζεται αυξημένες πλειοψηφίες
  • προϋποθέτει πολιτικές συναινέσεις που σήμερα δεν είναι δεδομένες

Αυτό σημαίνει ότι η ουσιαστική εφαρμογή μετατίθεται για το μέλλον, ενισχύοντας την άποψη ότι η πρωτοβουλία έχει κυρίως πολιτικό και όχι άμεσο θεσμικό χαρακτήρα. Ταυτόχρονα, από τα κόμματα της αντιπολίτευσης και από τις άμεσες αντιδράσεις τους δεν φαίνεται να υπάρχει διάθεση από κανέναν να συναινέσει σε αυτές τις αλλαγές. Τόσο το ΠΑΣΟΚ όσο και ο ΣΥΡΙΖΑ πιστεύουν ότι ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιθυμεί μόνο να κερδίσει πολιτικό χρόνο μέχρι να κάτσει η σκόνη από τον ΟΠΕΚΕΠΕ.

Ρίσκο και το απαγορευτικό στα social media;

Η κυβέρνηση ποντάρει ότι η αλλαγή ατζέντας θα αποδώσει επικοινωνιακά και γι΄αυτό έσπευσε άρον – άρον ο Κυριάκος Μητσοτάκης να ανακοινώσει Μεγάλη Τετάρτη την πρόθεση της κυβέρνησης να απαγορεύσει την χρήση social media σε ανήλικους κάτω των 15 ετών.

Πρόκειται για ένα μέτρο το οποίο έχει εξαγγελθεί εδώ και πάρα πολύ καιρό και θα έρθει στη Βουλή το καλοκαίρι, ενώ η εφαρμογή του αν τελικά «περάσει» θα ξεκινήσει από 1/01/2027. Να σημειώσουμε ότι νομικά πρόκειται για ένα πολύ δύσκολο εγχείρημα που δεν είναι βέβαιο ότι θα υλοποιηθεί έτσι όπως υο έχει φανταστεί η κυβέρνηση αφού πρέπει πρώτα να αποδεχθούν κάτι τέτοιο οι μεγάλες πολυεθνικές που κατέχουν αυτές τις πλατφόρμες και θα πρέπει η Ευρωπαϊκή Ένωση να θεσπίσει σχετική οδηγία προς όλα τα κράτη – μέλη.

Πρακτικά δηλαδή από την πρόθεση της κυβέρνησης μέχρι την υλοποίηση μεσολαβεί… χάος. Αφήστε που δεν είναι απολύτως βέβαιο ότι κάτι τέτοιο δεν θα προκαλέσει αντιδράσεις στις κοινότητες των εφήβων. Η ανάδειξη όλων αυτών των θεμάτων δεν είναι απλώς μια μεταρρυθμιστική πρωτοβουλία. Είναι μια συνειδητή πολιτική επιλογή επανακαθορισμού της δημόσιας συζήτησης.

Σε μια περίοδο κρίσης, η κυβέρνηση επιχειρεί να αλλάξει το πλαίσιο: από την άμυνα απέναντι σε σκάνδαλα, στην επίθεση με θεσμικές προτάσεις. Το αν αυτή η στρατηγική θα αποδώσει, θα κριθεί από το κατά πόσο η κοινωνία θα την δει ως ουσία ή ως επικοινωνία.

Ωστόσο, υπάρχει και ο αντίλογος: Αν εκληφθεί ως «φυγή προς τα εμπρός», μπορεί να ενισχύσει την κριτική της αντιπολίτευσης. Αν δεν συνοδευτεί από πειστικές εξηγήσεις για το ΟΠΕΚΕΠΕ, η θεσμική ατζέντα κινδυνεύει να θεωρηθεί προσχηματική και να έχει ακόμα χειρότερα αποτελέσματα από ότι σήμερα.

Διαβάστε ακόμη: