Σε μια εμφανώς αμυντική αλλά και επιθετική ταυτόχρονα παρέμβαση, ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιχειρεί να ανακτήσει τον έλεγχο της πολιτικής ατζέντας απέναντι στη σφοδρή πίεση που δέχεται η κυβέρνηση από σύσσωμη την αντιπολίτευση για την υπόθεση του ΟΠΕΚΕΠΕ.
Το Μέγαρο Μαξίμου διαμηνύει ότι δεν πρόκειται να μετατραπεί σε «όμηρο» της έρευνας της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας, επιχειρώντας λεπτή ισορροπία: από τη μία δηλώνει σεβασμό στην ανεξαρτησία της, από την άλλη απαιτεί ταχύτητα και ξεκάθαρα αποτελέσματα. Στο κυβερνητικό επιτελείο γνωρίζουν ότι η παρατεταμένη εκκρεμότητα φθείρει — όχι μόνο τα εμπλεκόμενα πρόσωπα, αλλά συνολικά την ήδη εύθραυστη εμπιστοσύνη των πολιτών στο πολιτικό σύστημα.
Σε αυτό το πλαίσιο, ζητείται επίσπευση όλων των κοινοβουλευτικών διαδικασιών για την άρση ασυλίας βουλευτών που φέρονται να εμπλέκονται, εφόσον υπάρξουν επαρκή στοιχεία. Το μήνυμα είναι σαφές: καμία πολιτική «ομπρέλα». Ταυτόχρονα, η κυβέρνηση επιχειρεί να εμφανιστεί ως εγγυητής της θεσμικής κανονικότητας, τονίζοντας πως η Δικαιοσύνη πρέπει να λειτουργήσει χωρίς παρεμβάσεις και μικροκομματικούς ελιγμούς. «Η διαφάνεια και η λογοδοσία δεν είναι διαπραγματεύσιμες», επιμένουν — αν και η αντιπολίτευση αμφισβητεί ευθέως την ειλικρίνεια αυτής της γραμμής.
Ρήξη με τον «κακό μας εαυτό» ή βολική αφήγηση;
Ο πρωθυπουργός ανεβάζει τον πήχη της ρητορικής, μιλώντας για «οριστική ρήξη» με το πελατειακό κράτος — ένα σύστημα που, όπως παραδέχεται εμμέσως, εξακολουθεί να διαπερνά τη λειτουργία της διοίκησης. Το αφήγημα είναι γνώριμο αλλά αιχμηρό: τέλος στα ρουσφέτια, τέλος στις προσωπικές εξυπηρετήσεις.
Ωστόσο, η εξαγγελία για διαχωρισμό ρόλου υπουργού και βουλευτή ανοίγει νέο κύκλο αντιπαράθεσης. Η κυβέρνηση την παρουσιάζει ως τομή, όμως οι επικριτές τη βλέπουν ως επικοινωνιακή αντεπίθεση σε μια δύσκολη συγκυρία.
Παράλληλα, η ψηφιοποίηση του κράτους προβάλλεται ως το «αντίδοτο» στη διαφθορά: λιγότερη φυσική επαφή, λιγότερα περιθώρια αυθαιρεσίας. Το επιχείρημα είναι καθαρό — αλλά το ερώτημα παραμένει αν αρκεί η τεχνολογία για να αλλάξει βαθιά ριζωμένες πολιτικές πρακτικές.
Ρήγμα στο πολιτικό σύστημα — και εντός ΝΔ
Η πρόταση για διαχωρισμό υπουργού-βουλευτή δεν προκαλεί μόνο αντιδράσεις στην αντιπολίτευση, αλλά δημιουργεί τριγμούς και στο εσωτερικό της Νέας Δημοκρατίας. Βουλευτές βλέπουν πίσω από την πρωτοβουλία μια ενίσχυση των εξωκοινοβουλευτικών επιλογών και, τελικά, της πρωθυπουργικής ισχύος.
Στην αντιπολίτευση, η κριτική είναι ακόμη πιο σκληρή: κατηγορούν τον πρωθυπουργό ότι «πετά την μπάλα στην εξέδρα» για να αποδράσει από την πίεση των σκανδάλων. Συνδέουν ευθέως την πρωτοβουλία με την υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ αλλά και το ζήτημα των υποκλοπών, κάνοντας λόγο για απόπειρα πολιτικής αποσυμπίεσης.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης ανεβάζει τους τόνους, χαρακτηρίζοντας την πρόταση «επικοινωνιακό πυροτέχνημα» και προειδοποιώντας για συγκέντρωση υπερβολικής εξουσίας στο πρόσωπο του πρωθυπουργού. «Ο πνιγμένος πιάνεται από τα μαλλιά του», σχολιάζει δηκτικά, απορρίπτοντας το μοντέλο που —όπως λέει— οδηγεί σε έναν “πρωθυπουργοκεντρικό μηχανισμό” χωρίς επαρκή αντίβαρα.
Παρέμβαση Μαρινάκη για εκτόνωση
Μπροστά στις εσωκομματικές γκρίνιες, ο κυβερνητικός εκπρόσωπος Παύλος Μαρινάκης επιχειρεί να ρίξει τους τόνους. Διευκρινίζει ότι πρόκειται για πρόταση με ορίζοντα την επόμενη συνταγματική αναθεώρηση και όχι άμεση αλλαγή.
Το μοντέλο που περιγράφει προβλέπει «πάγωμα» της βουλευτικής ιδιότητας για όσους υπουργοποιούνται και αντικατάστασή τους από επιλαχόντες — μια λύση που, αντί να κλείνει τη συζήτηση, ανοίγει νέα ερωτήματα. Ακόμη και η ιδέα για μείωση του αριθμού των βουλευτών τίθεται στο τραπέζι, δείχνοντας ότι το πολιτικό σύστημα εισέρχεται σε περίοδο έντονων ανακατατάξεων.


