Στο επίκεντρο των πρωθυπουργικών εξαγγελιών στη Διεθνή Έκθεση Θεσσαλονίκης αναμένεται να βρεθεί το οργανωμένο και διεξοδικά μελετημένο σχέδιο του Οικονομικού Επιτελείου για τη σταδιακή αποκατάσταση των εισοδηματικών απωλειών που υπέστησαν εκατοντάδες χιλιάδες πολίτες κατά τη διάρκεια της πολυετούς κρίσης.

Το κυβερνητικό πλάνο εστιάζει στη σταδιακή επαναφορά του 13ου μισθού στον δημόσιο τομέα αλλά και της 13ης σύνταξης, βάζοντας ως ορίζοντα έναρξης της εφαρμογής το 2027.

Πρόκειται για μια κίνηση με ιδιαίτερο πολιτικό, κοινωνικό και δημοσιονομικό βάρος, καθώς αφορά δύο εξαιρετικά ευαίσθητες και πολυπληθείς κατηγορίες, τους δημοσίους υπαλλήλους και τους συνταξιούχους.

Οι ομάδες αυτές για περισσότερα από 16 ολόκληρα χρόνια, μέσα στη δίνη της βαριάς δημοσιονομικής προσαρμογής και των αλλεπάλληλων Μνημονίων, είδαν με σειρά τελικών αποφάσεων της κυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ, τα δώρα, τα επιδόματα και τις επιπλέον αποδοχές τους να συρρικνώνονται δραματικά, μέχρι την πλήρη και οριζόντια κατάργησή τους.

Οι συγκεκριμένες πληθυσμιακές ομάδες εξάντλησαν κάθε διαθέσιμο νομικό μέσο διεκδικώντας την επιστροφή των καταργημένων παροχών, με τις αλλεπάλληλες δικαστικές διαμάχες να κορυφώνονται στην πρόσφατη πρότυπη δίκη που προκάλεσαν οι δημόσιοι υπάλληλοι στο Συμβούλιο της Επικρατείας.

Το Ανώτατο Δικαστήριο απέρριψε τελικά τα αιτήματά τους, κρίνοντας συνταγματικές τις περικοπές που επιβλήθηκαν το 2012 με βάση το ισχύον εθνικό και ευρωπαϊκό νομικό πλαίσιο.

Το ΣτΕ αποδέχθηκε πλήρως την επιχειρηματολογία του δημοσίου περί απουσίας του αναγκαίου δημοσιονομικού χώρου για μια αυτόματη επαναχορήγηση.

Ωστόσο, η δικαστική αυτή απόφαση σε καμία περίπτωση δεν εμποδίζει την πολιτική ηγεσία να αναλάβει αυτόνομη νομοθετική πρωτοβουλία.

Από τη στιγμή που η ίδια η κυβέρνηση αποφασίσει να τροποποιήσει το υφιστάμενο νομοθετικό πλαίσιο, δεν τίθεται κανένα ζήτημα ακυρότητας ή νομικού κωλύματος.

Άλλωστε, αντίστοιχη τακτική πολιτικής υπέρβασης ακολουθήθηκε πρόσφατα και στο μέτωπο των συντάξεων χηρείας, όπου παρά τη δεδικασμένη κρίση για την Εθνική Σύνταξη, το Υπουργείο Εργασίας επανέφερε με ειδική διάταξη νόμου το ποσοστό στο 70% του μηνιαίου εισοδήματος του αποβιώσαντος συζύγου, ξεπερνώντας στην πράξη τον δικαστικό σκόπελο.

Το υπό επεξεργασία σχέδιο που βρίσκεται αυτή τη στιγμή στο τραπέζι του Οικονομικού Επιτελείου για τον 13ο μισθό κινείται πάνω σε δύο βασικά και διακριτά σενάρια.

Το πρώτο σενάριο προβλέπει την πλήρη αποκατάσταση του συνολικού ποσού σε βάθος τριετίας.

Με βάση αυτόν τον σχεδιασμό, το 2027 θα καταβληθεί το 33,3% του δώρου Χριστουγέννων, ενώ το υπόλοιπο 66,6% θα επιμεριστεί ισόποσα σε δύο επόμενες δόσεις, το 2028 και το 2029. Με αυτόν τον τρόπο, η διαδικασία της πλήρους επαναφοράς του 13ου μισθού θα ολοκληρωθεί οριστικά λίγο πριν από την Πρωτοχρονιά του 2030, προσφέροντας μια σταθερή και προβλέψιμη ενίσχυση στους δικαιούχους.

Το δεύτερο σενάριο προκρίνει μια πιο συγκρατημένη προσέγγιση για το πρώτο έτος, προβλέποντας για το 2027 την καταβολή ενός σταθερού ποσού της τάξεως των 400 έως 500 ευρώ.

Η επιλογή αυτή ουσιαστικά παραπέμπει στο μοντέλο της περιόδου 2010-2011, όταν το δώρο Χριστουγέννων μαζί με το επίδομα αδείας είχαν περιοριστεί σε σταθερά ποσά για όλους τους δημοσίους υπαλλήλους, προτού καταργηθούν τελείως.

Στην περίπτωση αυτή, η επιστροφή του πρώτου αυτού ποσού θα συνοδευτεί από τη δημόσια δέσμευση ότι το υπολειπόμενο ποσό θα καταβληθεί πάλι σε δόσεις, με τελικό ορίζοντα ολοκλήρωσης το 2030.

Η επιλογή της σταδιακής και κλιμακωτής εφαρμογής κρίνεται απολύτως αναγκαία λόγω του τεράστιου δημοσιονομικού βάρους που συνεπάγεται μια τέτοια απόφαση. Η πλήρης επαναφορά του 13ου και του 14ου μισθού στο Δημόσιο, υπολογίζεται ότι απαιτεί κονδύλια ύψους 2,3 δισεκατομμυρίων ευρώ μαζί με τις αντίστοιχες εργοδοτικές εισφορές.

Μόνο ο 13ος μισθός «κοστίζει» στον κρατικό προϋπολογισμό περίπου 1,1 δισεκατομμύριο ευρώ.

Έτσι, και στα δύο ανωτέρω σενάρια, η δαπάνη για το πρώτο έτος εφαρμογής, δηλαδή το 2027, υπολογίζεται ότι θα συγκρατηθεί σε ένα φάσμα από 400 έως 600 εκατομμύρια ευρώ στο μέγιστο επίπεδο, μέγεθος που θεωρείται απολύτως διαχειρίσιμο από τις αντοχές της οικονομίας.

Παράλληλα με τους μισθωτούς του δημοσίου, που υπερβαίνουν τις 400.000, το κυβερνητικό σχέδιο περιλαμβάνει ουσιαστικές παρεμβάσεις και για τη 13η σύνταξη, πεδίο στο οποίο έχουν ήδη δρομολογηθεί τα πρώτα βήματα.

Μετά την απόφαση για την καταβολή της έκτακτης οικονομικής ενίσχυσης των 300 ευρώ σε χαμηλοσυνταξιούχους, αυξημένης κατά 50 ευρώ σε σχέση με την προηγούμενη χρονιά, το Οικονομικό Επιτελείο εξετάζει τη μόνιμη αρχιτεκτονική του μέτρου από το 2027 και μετά.

Η παρέμβαση αυτή, που στην τρέχουσα μορφή της καλύπτει περίπου 1,87 εκατομμύρια δικαιούχους με συνολική δαπάνη 187 εκατομμυρίων ευρώ, σχεδιάζεται να διευρυνθεί.

Το πρώτο σκέλος του σχεδίου για τους συνταξιούχους στοχεύει στη διεύρυνση των δικαιούχων, ώστε η ενίσχυση να φτάσει σε ακόμα περισσότερους ή και στο σύνολο των 2,5 εκατομμυρίων συνταξιούχων της χώρας, καταργώντας ή χαλαρώνοντας τα αυστηρά εισοδηματικά και περιουσιακά όρια.

Το δεύτερο σκέλος επεξεργάζεται τη σταδιακή αύξηση του τελικού ποσού ώστε αυτό να προσεγγίσει το ύψος της εθνικής σύνταξης.

Οι συγκεκριμένοι σχεδιασμοί δεν αποτελούν μια απλή δημοσιονομική προσαρμογή, αλλά κινήσεις με βαθύ πολιτικό και κοινωνικό αποτύπωμα.

Αγγίζοντας την καθημερινότητα κυρίως των δημοσίων υπαλλήλων η κυβέρνηση επιχειρεί να ισορροπήσει ανάμεσα στις αντοχές της οικονομίας και τις αυξημένες ανάγκες της κοινωνίας.

Διαβάστε ακόμη: