Σε μια συγκυρία που χαρακτηρίζεται από ακραία ρευστότητα και κρισιμότητα για τα εθνικά μας ζητήματα, οι γεωπολιτικές ισορροπίες στην ευρύτερη περιοχή μοιάζουν με κινούμενη άμμο. Στο μέτωπο των ελληνοτουρκικών σχέσεων αλλά και στην ευρύτερη ανάφλεξη στη Μέση Ανατολή, οι εξελίξεις τρέχουν με καταιγιστικούς ρυθμούς, διαμορφώνοντας καθημερινά νέα, ανησυχητικά δεδομένα που απειλούν να παγιωθούν ως τετελεσμένα.
Μέσα σε αυτό το εκρηκτικό σκηνικό, η παρατεταμένη και ηχηρή «εξαφάνιση» της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ από το προσκήνιο έχει προκαλέσει έντονο προβληματισμό και δεν έχει περάσει καθόλου απαρατήρητη από τους διπλωματικούς κύκλους.
Η άλλοτε πληθωρική και επικοινωνιακά «θορυβώδης» πρέσβης των ΗΠΑ στην Αθήνα, η οποία στο παρελθόν συνήθιζε να βρίσκεται στην πρώτη γραμμή της επικαιρότητας, έχει επιλέξει εσχάτως να συρρικνώσει δραστικά τις δημόσιες εμφανίσεις και τις παρεμβάσεις της για ζητήματα αιχμής.
Η στάση αυτή δημιουργεί ένα δυσερμήνευτο κενό, ειδικά όταν συγκρίνεται με την έντονη κινητικότητα που επιδεικνύουν άλλοι έμπιστοι «εκλεκτοί» του Ντόναλντ Τραμπ σε καίρια πόστα της περιοχής. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ο Αμερικανός πρέσβης στην Άγκυρα, Τομ Μπάρακ, ο οποίος διατηρεί μια διαρκή, δυναμική και παρεμβατική παρουσία, ενισχύοντας την αίσθηση μιας ανισομερούς διπλωματικής βαρύτητας.
Για τους πλέον ανήσυχους αναλυτές που παρακολουθούν στενά τις διακυμάνσεις στις σχέσεις Αθήνας-Ουάσινγκτον, η ξαφνική αυτή «αφωνία» της Κίμπερλι Γκίλφοϊλ δεν θεωρείται ένα τυχαίο γεγονός.
Αντιθέτως, τείνουν να τη συσχετίζουν ευθέως με μια ευρύτερη και στρατηγικού χαρακτήρα αποστασιοποίηση της διοίκησης Τραμπ από την κυβέρνηση Μητσοτάκη, ερμηνεύοντας τη σιωπή της πρεσβείας ως ένα σαφές σήμα ψυχρότητας ή αναθεώρησης των μέχρι τώρα δεδομένων στις διμερείς σχέσεις.


