Παρότι επισήμως δεν τίθεται ζήτημα πρόωρων εκλογών, η πραγματικότητα δείχνει κάτι τελείως διαφορετικό. Οι εξελίξεις γύρω από τις υποθέσεις του ΟΠΕΚΕΠΕ και του Predator επαναφέρουν με ένταση τη σχετική συζήτηση στο πολιτικό προσκήνιο. Στο παρασκήνιο, οι διεργασίες είναι πυκνές και πολυεπίπεδες, όχι μόνο εντός της κυβέρνησης αλλά και στο στρατόπεδο της αντιπολίτευσης. Κι ας επιχειρεί ο Κυριάκος Μητσοτάκης να «ξορκίσει» τα σενάρια — αυτά όχι μόνο επιμένουν, αλλά και πολλαπλασιάζονται.

Τα σενάρια δίνουν και παίρνουν, με βασικό ερώτημα ποια εξέλιξη εξυπηρετεί ποιον. Στο βάθος, ωστόσο, αρχίζει να διαγράφεται όλο και πιο καθαρά μια «ουρά» συζητήσεων: η πιθανότητα μιας οικουμενικής κυβέρνησης τύπου Ζολώτα. Ένα σενάριο που μέχρι πρότινος έμοιαζε ακραίο, αλλά πλέον επανέρχεται ως ρεαλιστική εναλλακτική — ειδικά στην περίπτωση που η Νέα Δημοκρατία αποτύχει να πετύχει τον κρίσιμο στόχο του 25%, που εξασφαλίζει το μπόνους εδρών και, κυρίως, την πολιτική κυριαρχία της επόμενης μέρας.

-----------------

Το όριο αυτό δεν είναι απλώς ένας αριθμός. Είναι το σημείο καμπής. Αν δεν επιτευχθεί, το πολιτικό τοπίο μετατρέπεται σε κινούμενη άμμο: οι βεβαιότητες καταρρέουν, οι συσχετισμοί ανατρέπονται και οι πιέσεις για κυβερνήσεις συνεργασίας γίνονται ασφυκτικές.

Σε ένα τέτοιο περιβάλλον, όλα αλλάζουν. Η αντιπολίτευση θα επιδιώξει με κάθε τρόπο να επιβάλει λύση χωρίς τον Κυριάκο Μητσοτάκη στο τιμόνι, μπλοκάροντας ουσιαστικά την επιστροφή του ως πρωθυπουργού. Ένα τέτοιο σενάριο δεν είναι μόνο πολιτικά βολικό για τα κόμματα της αντιπολίτευσης — είναι και λειτουργικό, καθώς διευκολύνει συναινέσεις γύρω από ένα «τρίτο πρόσωπο». Ταυτόχρονα, δεν είναι λίγοι εκείνοι που βλέπουν πίσω από αυτές τις πιέσεις και τη δράση ισχυρών εξωθεσμικών κέντρων, τα οποία προτιμούν σχήματα εξουσίας πιο ευάλωτα και διαπραγματεύσιμα.

Το ενδεχόμενο μιας οικουμενικής κυβέρνησης επιστρέφει έτσι δυναμικά — όχι ως θεωρητική άσκηση, αλλά ως πιθανή λύση ανάγκης. Ωστόσο, μια τέτοια κυβέρνηση δεν θα στηρίζεται σε κοινό πολιτικό όραμα, αλλά στον φόβο της αστάθειας. Και αυτό από μόνο του αποτελεί εκρηκτικό μείγμα. Οι βαθιές ιδεολογικές διαφορές και το ιστορικό σκληρών συγκρούσεων μεταξύ των κομμάτων καθιστούν εξαιρετικά δύσκολη τη συγκρότηση μιας συνεκτικής και αποτελεσματικής διακυβέρνησης.

Σήμερα, μετά τις τελευταίες εξελίξεις και την όξυνση της πολιτικής αντιπαράθεσης, το ερώτημα γίνεται πιο πιεστικό από ποτέ: μπορεί μια οικουμενική κυβέρνηση να λειτουργήσει ουσιαστικά ή θα πρόκειται για μια εύθραυστη ισορροπία, καταδικασμένη σε εσωτερικές συγκρούσεις;

Η εμπειρία δείχνει ότι τέτοιες κυβερνήσεις μπορούν να διαχειριστούν κρίσεις, αλλά σπάνια επιβιώνουν πολιτικά χωρίς κόστος. Αντιθέτως, συχνά θολώνουν τα όρια μεταξύ κυβέρνησης και αντιπολίτευσης, ενισχύοντας την απαξίωση του πολιτικού συστήματος στα μάτια των πολιτών.

Ιδιαίτερα φορτισμένη παραμένει και η συζήτηση περί «εξωθεσμικών συμφερόντων». Ένας όρος που χρησιμοποιείται ευρέως, αλλά σπανίως τεκμηριώνεται. Από επιχειρηματικά κέντρα μέχρι δίκτυα επιρροής, οι αναφορές είναι πολλές — οι αποδείξεις, όμως, περιορισμένες. Σε αρκετές περιπτώσεις, η επίκλησή τους λειτουργεί περισσότερο ως πολιτικό εργαλείο παρά ως τεκμηριωμένη ανάλυση.

Το κρίσιμο, ωστόσο, δεν είναι η θεωρία, αλλά η πραγματικότητα που διαμορφώνεται: αν η Νέα Δημοκρατία δεν πετύχει τον εκλογικό στόχο, η χώρα θα εισέλθει σε μια περίοδο έντονης αστάθειας και σκληρών διαπραγματεύσεων. Τα κόμματα θα βρεθούν μπροστά σε διλήμματα εξουσίας, οι πιέσεις θα ενταθούν και οι αποφάσεις που θα ληφθούν θα καθορίσουν όχι μόνο ποιος θα κυβερνήσει, αλλά και με ποιους όρους.

Μια οικουμενική κυβέρνηση μπορεί να εμφανίζεται ως λύση ανάγκης. Στην πραγματικότητα, όμως, ενδέχεται να αποδειχθεί παγίδα: χωρίς σαφή κατεύθυνση, με περιορισμένη νομιμοποίηση και με αυξημένο κίνδυνο πολιτικής παράλυσης.

Και τελικά, το πραγματικό διακύβευμα δεν είναι απλώς το πρόσωπο του επόμενου πρωθυπουργού — αλλά το αν η χώρα μπορεί να κυβερνηθεί με σταθερότητα, καθαρό σχέδιο και πραγματική πολιτική εντολή.

Διαβάστε ακόμη: