Η Επιχειρησιακή Μονάδα Είσπραξης (ΕΜΕΙΣ) της ΑΑΔΕ εισέπραξε το 2025 πάνω από 1 δισ. ευρώ, στοχεύοντας μεγάλους οφειλέτες με ψηφιακά εργαλεία.

Ειδικότερα, εισέπραξε 1,041 δισ. ευρώ το 2025, υπερβαίνοντας τον στόχο κατά 148,8% και εστιάζοντας σε 5.136 υποθέσεις μεγάλων οφειλετών.

Η μονάδα χρησιμοποίησε ανάλυση δεδομένων και ψηφιακά εργαλεία για να διαχωρίσει τους στρατηγικούς κακοπληρωτές από όσους αντιμετωπίζουν οικονομική αδυναμία.

Το 75,53% των ληξιπρόθεσμων οφειλών αφορά χρέη άνω του 1 εκατ. ευρώ, τα οποία συγκεντρώνουν το μεγαλύτερο βάρος παρέμβασης της ΕΜΕΙΣ.

Χαρακτηρίστηκαν ως ανεπίδεκτες είσπραξης 134 υποθέσεις συνολικού ύψους 7,675 δισ. ευρώ, ώστε να κατευθυνθούν πόροι σε υποθέσεις με πιθανότητα είσπραξης.

Με στοχευμένες παρεμβάσεις, η φορολογική διοίκηση περνά πλέον από τις ρυθμίσεις, σε δεσμεύσεις λογαριασμών, κατασχέσεις και πλειστηριασμούς, μετατρέποντας τα δεδομένα σε άμεσες εισπράξεις και σφίγγοντας τον κλοιό εκεί όπου εντοπίζεται το μεγαλύτερο μέρος των ληξιπρόθεσμων οφειλών.

Κεντρικό ρόλο στη λειτουργία της ΕΜΕΙΣ παίζει πλέον η ανάλυση δεδομένων. Μέσω μοντέλων κατηγοριοποίησης, όπως το PARE, δημιουργείται ένα δυναμικό προφίλ για κάθε οφειλέτη, λαμβάνοντας υπόψη την οικονομική του δυνατότητα, τη συμπεριφορά πληρωμών και την παλαιότητα των οφειλών.

Με τον τρόπο αυτό διαφοροποιείται η αντιμετώπιση μεταξύ στρατηγικών κακοπληρωτών και όσων αντιμετωπίζουν πραγματική οικονομική αδυναμία.

Την ίδια στιγμή, η αξιοποίηση ψηφιακών εργαλείων όπως το σύστημα EISPRAXIS επιτρέπει την άμεση ενεργοποίηση μέτρων είσπραξης, τη διασταύρωση στοιχείων και τη δημιουργία ενιαίας εικόνας για κάθε φορολογούμενο. Η συνεχής ροή δεδομένων από τράπεζες, δηλώσεις εισοδήματος και άλλες πηγές επιτρέπει στη φορολογική διοίκηση να παρακολουθεί τη συμπεριφορά των οφειλετών σε πραγματικό χρόνο και να παρεμβαίνει προληπτικά πριν δημιουργηθούν νέα ληξιπρόθεσμα χρέη.

Ωστόσο, όταν διαπιστώνεται συστηματική αποφυγή πληρωμών, η ΕΜΕΙΣ περνά σε δυναμικά μέτρα. Δεσμεύσεις τραπεζικών λογαριασμών, κατασχέσεις περιουσιακών στοιχείων και πλειστηριασμοί ενεργοποιούνται με βάση ανάλυση κινδύνου, στοχεύοντας κυρίως σε οφειλέτες που διαθέτουν οικονομική δυνατότητα αλλά αποφεύγουν να πληρώσουν.

Τα στοιχεία δείχνουν ότι το μεγαλύτερο μέρος των ληξιπρόθεσμων οφειλών συγκεντρώνεται σε λίγους μεγάλους οφειλέτες.

Συγκεκριμένα, το 75,53% του συνολικού υπολοίπου αφορά οφειλές άνω του 1 εκατ. ευρώ, παρότι οι συγκεκριμένοι οφειλέτες αποτελούν μόλις το 0,27% του συνόλου.

Αντίθετα, σχεδόν το 89,16% των οφειλετών συγκεντρώνεται σε οφειλές έως 10.000 ευρώ, με το μερίδιό τους να περιορίζεται στο 3,52% του συνολικού χρέους.

Ιδιαίτερα αυξημένη είναι και η συμμετοχή των νομικών προσώπων στις μεγάλες οφειλές, καθώς στην κατηγορία άνω του 1 εκατ. ευρώ συγκεντρώνουν ποσοστό 70,15% του συνολικού υπολοίπου, που αγγίζει τα 60,52 δισ. ευρώ. Οι συγκεκριμένες υποθέσεις αποτελούν και το βασικό πεδίο παρέμβασης της ΕΜΕΙΣ, λόγω του μεγάλου δημοσιονομικού τους αποτυπώματος.

Σε ό,τι αφορά στις ρυθμίσεις, τα υψηλότερα ποσοστά συμμόρφωσης εντοπίζονται σε μεσαίες κατηγορίες οφειλών, ενώ στα πολύ χαμηλά και στα πολύ υψηλά ποσά η διάθεση ρύθμισης παραμένει περιορισμένη. Αυτό εξηγεί και τη στρατηγική της ΑΑΔΕ να δίνει έμφαση σε στοχευμένες παρεμβάσεις, αντί για οριζόντιες λύσεις.

Διαβάστε ακόμη: