Τρεις εβδομάδες μετά την έναρξη του πολέμου με το Ιράν, διαμορφώνεται ένα ολοένα και μεγαλύτερο χάσμα μεταξύ των τιμών των συμβολαίων μελλοντικής εκπλήρωσης πετρελαίου και των πραγματικών τιμών που καθορίζουν το κόστος για τους καταναλωτές.
Το διεθνές σημείο αναφοράς του Brent έχει εκτιναχθεί πάνω από 50%, φτάνοντας περίπου τα 112 δολάρια το βαρέλι, καθώς το σχεδόν πλήρες κλείσιμο των Στενών του ορμούζ και οι επιθέσεις σε ενεργειακές υποδομές στη Μέση Ανατολή περιορίζουν την προσφορά. Ωστόσο, το κόστος σχεδόν κάθε φυσικού βαρελιού αυξάνεται ακόμη περισσότερο, καθώς η στενότητα στην αγορά ωθεί ανοδικά τις τιμές των προϊόντων που χρησιμοποιούν οι καταναλωτές, όπως η βενζίνη, το ντίζελ και τα καύσιμα αεροσκαφών.
Τα διυλιστήρια στην Ασία, τη μεγαλύτερη σε κατανάλωση «μαύρου χρυσού» περιοχή, αγοράζουν φορτία από χιλιάδες χιλιόμετρα μακριά, πληρώνοντας υπέρογκα premiums πάνω από το Brent, καθώς προσπαθούν να εξασφαλίσουν όποιες ποσότητες είναι διαθέσιμες. Οι εταιρείες μεταφορών αρχίζουν να αισθάνονται το βάρος του αυξημένου κόστους καυσίμων, ενώ σε ορισμένες περιοχές περιορίζονται οι αγορές καυσίμων που τροφοδοτούν τη ναυτιλία. Με τις τιμές των καυσίμων αεροσκαφών να ξεπερνούν τα 200 δολάρια το βαρέλι, μεγάλες ευρωπαϊκές αεροπορικές εταιρείεςδηλώνουν ότι οι επιβάτες θα επωμιστούν το επιπλέον κόστος.
Η απόκλιση μεταξύ των futures — που στηρίζονται σε συναλλαγές εκατοντάδων δισεκατομμυρίων δολαρίων καθημερινά — και της φυσικής αγοράς οφείλεται εν μέρει στις επιθετικές προσπάθειες των ΗΠΑ να συγκρατήσουν τις τιμές, μεταξύ άλλων μέσω αποδεσμεύσεων στρατηγικών αποθεμάτων. Η πραγματικότητα είναι ότι η παγκόσμια οικονομία υφίσταται ισχυρότερο πληθωριστικό πλήγμα από αυτό που υποδηλώνουν τα futures, αυξάνοντας τις πιέσεις στις κεντρικές τράπεζες και στην κυβέρνηση Τραμπ ενόψει των ενδιάμεσων εκλογών του Νοεμβρίου, όπως σημειώνει το Bloomberg.
«Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα τεράστιο σοκ προσφοράς»
«Αν κοιτάξει κανείς τις αγορές παραγώγων, έχουν αποσυνδεθεί πλήρως από τη φυσική αγορά», δήλωσε ο Τζεφ Κάρι της Carlyle Group. «Βρισκόμαστε αντιμέτωποι με ένα τεράστιο σοκ προσφοράς».
Το σοκ στις τιμές ενδέχεται να επιδεινωθεί περαιτέρω. Η Goldman Sachs και η Citigroup εκτίμησαν ότι, αν συνεχιστεί η σύγκρουση, τα futures μπορεί να φτάσουν σε ιστορικά υψηλά τις επόμενες εβδομάδες, ξεπερνώντας τα 147,50 δολάρια του 2008.Συνήθως, τέτοιες αποκλίσεις μεταξύ φυσικών και χρηματιστηριακών τιμών δεν διαρκούν για μεγάλο χρονικό διάστημα.
Οι εκτιμήσεις αυτές βασίζονται σε αυτό που ο Διεθνής Οργανισμός Ενέργειας χαρακτηρίζειως τη μεγαλύτερη διαταραχή προσφοράς πετρελαίου στην ιστορία. Η Goldman Sachs εκτιμά ότι περίπου 17 εκατ. βαρέλια ημερησίως που διέρχονται από τον Περσικό Κόλπο επηρεάζονται από τη σύγκρουση.
Το Brent πλησίασε δύο φορές τα 120 δολάρια τις τελευταίες δύο εβδομάδες — επίπεδο που είχε να εμφανιστεί από το 2022 — ασκώντας πιέσεις στην Ουάσιγκτον να παρέμβει για την αποκλιμάκωση της αγοράς.
Την Πέμπτη, ο υπουργός Οικονομικών των ΗΠΑ Σκοτ Μπέσεντ δήλωσε στο Fox Business ότι, λίγες ημέρες έπειτα από μια μεγάλη αποδέσμευση αποθεμάτων, οι ΗΠΑ ενδέχεται να εξετάσουν και νέα παρέμβαση, παρά τις αμφιβολίες για την πρακτική εφαρμογή της.
Στη συνέχεια προχώρησε σε δηλώσεις που αιφνιδίασαν τους ήδη… εξαντλημένους traders: οι ΗΠΑ ενδέχεται να χαλαρώσουν ορισμένες κυρώσεις στο ιρανικό πετρέλαιο, παρά το γεγονός ότι βρίσκονται σε σύγκρουση με την Τεχεράνη. Οι αγορές αντέδρασαν με εμφανή αμηχανία, καθώς οι συναλλαγές με το Ιράν απαιτούν εδώ και χρόνια ιδιαίτερη προσοχή.
Άλλες προσπάθειες συγκράτησης των τιμών περιλαμβάνουν τη χαλάρωση περιορισμών για ρωσικό πετρέλαιο που βρίσκεται εν πλω, ενώ έχουν αυξηθεί και οι εικασίες ότι οι ΗΠΑ ενδέχεται να παρεμβαίνουν και στις αγορές futures — κάτι που ο Μπέσεντ έχει διαψεύσει. Η αυξημένη μεταβλητότητα έχει επίσης περιορίσει το μέγεθος των θέσεων που μπορούν να λάβουν οι traders, καθώς αυξάνει το κόστος συναλλαγών. Αν και αυτό έχει συμβάλει στον περιορισμό των τιμών των futures, η επίδρασή του είναι μικρότερη από εκείνη της διαταραχής στα Στενά του Ορμούζ.