Μία από τις πιο γνωστές θεωρίες για την αρχιτεκτονική του Παρθενώνα μπαίνει πλέον στο μικροσκόπιο της σύγχρονης επιστήμης.
Ο καθηγητής Μαθηματικών του Πανεπιστημίου της Οξφόρδης Αλέν Γκοριελί αμφισβητεί την ευρέως διαδεδομένη άποψη ότι οι ανεπαίσθητες καμπύλες του ναού σχεδιάστηκαν ώστε να διορθώνουν οπτικές ψευδαισθήσεις και να κάνουν τον Παρθενώνα να φαίνεται απολύτως ευθύς και αρμονικός στα μάτια του θεατή. Η μελέτη του έχει γίνει δεκτή για δημοσίευση στο επιστημονικό περιοδικό Royal Society Open Science.
Η θεωρία που άντεξε περίπου 2.000 χρόνια
Η συγκεκριμένη ερμηνεία έχει βαθιές ρίζες.
Ο Γκοριελί εντοπίζει την απαρχή της στα κείμενα του Ρωμαίου αρχιτέκτονα Βιτρούβιου, ο οποίος έγραψε για την ελληνική αρχιτεκτονική περίπου τέσσερις αιώνες μετά την κατασκευή του Παρθενώνα.
Με την πάροδο των αιώνων, η ιδέα ότι οι αρχαίοι Έλληνες χρησιμοποιούσαν μικρές αποκλίσεις και καμπυλώσεις για να «διορθώνουν» την ανθρώπινη όραση πέρασε στα αρχιτεκτονικά εγχειρίδια και άρχισε να θεωρείται σχεδόν αυτονόητη.
Τι έδειξαν τα μαθηματικά μοντέλα
Ο καθηγητής εξέτασε μία προς μία τις θεωρίες που έχουν συνδεθεί με τις αρχιτεκτονικές ιδιαιτερότητες του Παρθενώνα.
Το βασικό του συμπέρασμα είναι ότι αρκετές από τις υποτιθέμενες οπτικές ψευδαισθήσεις είτε δεν έχουν επαρκή επιστημονική τεκμηρίωση είτε είναι τόσο μικρές ώστε δύσκολα θα μπορούσαν να γίνουν αντιληπτές από έναν επισκέπτη που παρατηρεί το μνημείο από φυσιολογική απόσταση.
Με άλλα λόγια, σύμφωνα με τον Γκοριελί, δεν υπάρχουν επαρκείς αποδείξεις ότι οι καμπύλες του Παρθενώνα δημιουργήθηκαν ειδικά για να «ξεγελάσουν» το μάτι.
Ο στυλοβάτης και η καμπύλη των έξι εκατοστών
Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά στοιχεία του Παρθενώνα είναι ο στυλοβάτης, δηλαδή η βάση πάνω στην οποία πατούν οι κίονες.
Η βάση δεν είναι απολύτως επίπεδη. Παρουσιάζει μία ελαφρά καμπύλωση, με το κέντρο της να βρίσκεται περίπου έξι εκατοστά ψηλότερα.
Η παραδοσιακή εξήγηση θέλει αυτή την καμπύλωση να λειτουργεί ως οπτική διόρθωση, επειδή μία απολύτως ευθεία μεγάλη γραμμή θα μπορούσε υποτίθεται να φαίνεται σαν να βυθίζεται στο κέντρο.
Ο Γκοριελί, όμως, υποστηρίζει ότι δεν βρήκε επαρκή επιστημονική απόδειξη πως μία τέτοια ψευδαίσθηση λειτουργεί πράγματι με τον τρόπο που περιγράφεται.
Τι συμβαίνει με τους κίονες
Αντίστοιχη συζήτηση υπάρχει και για τους μαρμάρινους κίονες του ναού.
Η λεγόμενη «ένταση», δηλαδή η πολύ μικρή διόγκωση των κιόνων περίπου στο μέσο τους, αποδίδεται παραδοσιακά στην ανάγκη να μη φαίνονται πιο λεπτοί στο κέντρο.
Στον Παρθενώνα, όμως, η συγκεκριμένη διόγκωση φτάνει περίπου τα 18 χιλιοστά.
Σύμφωνα με τους υπολογισμούς του Γκοριελί, μία τόσο μικρή μεταβολή βρίσκεται στα όρια της ανθρώπινης αντίληψης όταν ο θεατής βρίσκεται στις συνήθεις αποστάσεις από το μνημείο.
Η ψευδαίσθηση Hering και οι αμφιβολίες
Ο μαθηματικός εξέτασε επίσης τη σύνδεση των κιόνων με την περίφημη ψευδαίσθηση Hering, κατά την οποία δύο παράλληλες γραμμές μπορεί να φαίνονται καμπυλωμένες όταν τέμνονται από άλλες γραμμές.
Το πρόβλημα, σύμφωνα με τη μελέτη, είναι ότι το φαινόμενο αυτό είναι πολύ ισχυρότερο όταν οι τέμνουσες γραμμές σχηματίζουν οξείες γωνίες.
Οι κίονες του Παρθενώνα βρίσκονται πολύ κοντά στην κατακόρυφο, ενώ δεν υπάρχει σαφής απόδειξη ότι ένα οπτικό φαινόμενο που παρατηρείται σε δισδιάστατα σχέδια λειτουργεί με τον ίδιο τρόπο σε ένα πραγματικό τρισδιάστατο κτίριο.
Αν δεν ήταν οπτική διόρθωση, τότε γιατί υπάρχουν οι καμπύλες;
Η μελέτη δεν δίνει μία οριστική απάντηση.
Ο Γκοριελί προτείνει, ωστόσο, πιο πρακτικές και αισθητικές εξηγήσεις.
Η ελαφρά καμπύλωση του στυλοβάτη θα μπορούσε, για παράδειγμα, να διευκολύνει την απορροή των νερών της βροχής και να περιορίζει τη συγκέντρωση νερού πάνω στην επιφάνεια του ναού.
Οι κίονες, από την άλλη πλευρά, ίσως κατασκευάστηκαν με ελαφρά καμπύλωση επειδή οι αρχιτέκτονες της εποχής θεωρούσαν τις συγκεκριμένες μορφές πιο φυσικές και αισθητικά αρμονικές από τις απολύτως ευθείες γραμμές.
Γιατί επιβίωσε τόσο πολύ η θεωρία
Κατά τον Γκοριελί, η θεωρία των οπτικών διορθώσεων έγινε τόσο ισχυρή επειδή ταίριαξε με την αντίληψη που έχει διαμορφωθεί για την αρχαία Ελλάδα ως πολιτισμό εξαιρετικής μαθηματικής και αρχιτεκτονικής ακρίβειας.
Η ιδέα ότι πίσω από κάθε μικρή απόκλιση του Παρθενώνα κρυβόταν μία σύνθετη προσπάθεια χειραγώγησης της ανθρώπινης όρασης αποδείχθηκε ιδιαίτερα ελκυστική και πέρασε από γενιά σε γενιά.
Ο καθηγητής Ιστορίας της Κλασικής Αρχιτεκτονικής στο Πανεπιστήμιο του Κέμπριτζ Φρανκ Σάλμον σημειώνει επίσης ότι εδώ και χρόνια υπάρχουν επιφυλάξεις για το κατά πόσο τα κείμενα του Βιτρούβιου μπορούν να χρησιμοποιούνται ως βασικό κλειδί για την ερμηνεία ελληνικών αρχιτεκτονικών πρακτικών που είχαν προηγηθεί κατά αιώνες.
Η νέα μελέτη δεν μειώνει την τεχνική και αισθητική ιδιοφυΐα του Παρθενώνα. Αντίθετα, ανοίγει μια διαφορετική συζήτηση για το τι πραγματικά ήθελαν να πετύχουν οι αρχιτέκτονές του και πόσα από όσα θεωρούνται δεδομένα σήμερα βασίζονται τελικά σε ερμηνείες που διαμορφώθηκαν αιώνες αργότερα.