Όταν η πολιτική επικαιρότητα αγγίζει τα όρια του παραλόγου, η κοινωνία συνήθως αντιδρά με αμηχανία, όμως τα όσα εκτυλίσσονται γύρω από την καταστροφή του ελληνικού ζωικού κεφαλαίου ξεπερνούν κάθε προηγούμενο, προκαλώντας εύλογη οργή και έντονο προβληματισμό.
Το ερώτημα που πλανάται πλέον επιτακτικά στον δημόσιο διάλογο είναι ένα και αναφέρεται στο αν είναι δυνατόν να βλέπουμε αρχικά, την εμπλοκή του στρατιωτικού προσωπικού σε κτηνοτροφικές επιχειρήσεις στην Λέσβο,- ισχύει για όλη την Ελλάδα – που υπό το πρόσχημα της υγειονομικής προστασίας, καταλήγουν να εξυπηρετούν την κάλυψη βαριών σκιών και πιθανών εγκληματικών ευθυνών;
Η μετατροπή των Ενόπλων Δυνάμεων σε μηχανισμό επιβολής και συντονισμού μαζικών θανατώσεων αιγοπροβάτων, αντί για την εφαρμογή ουσιαστικών μέτρων πρόληψης και εμβολιασμών, συνιστά μια ιδιαίτερα ανησυχητική εξέλιξη. Η εικόνα στρατιωτικών να τίθενται απέναντι στους Έλληνες κτηνοτρόφους και τους παραγωγούς τροφής δεν πλήττει μόνο τον πρωτογενή τομέα, αλλά τραυματίζει σοβαρά τον ίδιο τον θεσμικό ρόλο του στρατεύματος.
Όταν η κρατική μηχανή επιστρατεύει τις Ένοπλες Δυνάμεις για να διαχειριστούν τις συνέπειες μιας κρίσης που αφήνει βαριές σκιές διαφθοράς, το ζήτημα παύει να είναι αμιγώς αγροτικό και μετατρέπεται σε βαθιά πολιτειακό.
Τα στοιχεία και οι καταγγελίες που έχουν δει το φως της δημοσιότητας, ακόμη και μέσω ευρωπαϊκών θεσμών, συνδέουν την εσπευσμένη θανάτωση των ζώων με τις αποκαλύψεις γύρω από τις παράνομες πληρωμές και τις ατασθαλίες στον ΟΠΕΚΕΠΕ. Η υποψία ότι η ευλογιά αξιοποιήθηκε ως βολική αφορμή για να «εξαφανιστούν» ανύπαρκτα κοπάδια και να δικαιολογηθούν εκατομμύρια ευρώ παράνομων επιδοτήσεων πριν από τους επικείμενους ευρωπαϊκούς ελέγχους, συνθέτει ένα σκηνικό που παραπέμπει σε οργανωμένη συγκάλυψη.
Σε αυτό το φόντο, η σφαγή του ζωικού κεφαλαίου δεν φαντάζει απλώς ως υγειονομική αποτυχία, αλλά ως η βίαιη εξαφάνιση των αποδεικτικών στοιχείων μιας εκτεταμένης οικονομικής απάτης.
Μέσα σε αυτό το νοσηρό κλίμα, η εμπλοκή των στρατιωτικών δημιουργεί ένα τεράστιο ηθικό και νομικό δίλημμα. Το στρατιωτικό προσωπικό, όπως και οι δημόσιοι υπάλληλοι των αρμόδιων υπουργείων και περιφερειών, δεν αποτελούν αμερόληπτα εκτελεστικά όργανα χωρίς προσωπική ευθύνη. Το συνταγματικό μας πλαίσιο είναι ξεκάθαρο και λέει ότι η υποχρέωση υπακοής περιορίζεται αποκλειστικά στις σύννομες και συνταγματικά σύμφωνες διαταγές. Η βολική επίκληση της τυφλής εκτέλεσης εντολών δεν προσφέρει πλέον καμία θεσμική ή ηθική ασυλία.
Με τα διαθέσιμα στοιχεία να βρίσκονται πλέον στη δημοσιότητα, κάθε στέλεχος που καλείται να συντονίσει ή να συνδράμει σε αυτές τις διαδικασίες οφείλει να αναλογιστεί τις ευθύνες του. Η έγγραφη ζήτηση πιστοποίησης της νομιμότητας των εντολών και η επίσημη καταγραφή της άρνησης εκτέλεσης παράνομων οδηγιών αποτελούν τη μόνη θεσμική στάση που προστατεύει την τιμή των Ενόπλων Δυνάμεων.
Η ηγεσία που δίνει τις εντολές πρέπει να αναλάβει εξ ολοκλήρου το βάρος των ατομικών και πολιτικών της επιλογών. Η κατάσταση έχει φτάσει σε ένα οριακό σημείο όπου τα προσχήματα καταρρέουν. Όταν το στρατιωτικό προσωπικό χρησιμοποιείται ως ασπίδα για την κάλυψη πολιτικών και οικονομικών αυθαιρεσιών, η σιωπή γίνεται συνενοχή.
Οι στρατιωτικοί καλούνται σήμερα να σταθούν στο ύψος της αποστολής τους, αντιλαμβανόμενοι ότι η πραγματική τους υποχρέωση είναι απέναντι στο σύνταγμα, τον ελληνικό λαό και την αλήθεια, και όχι απέναντι σε κομματικά στεγανά και ευκαιριακές σκοπιμότητες.
Διαβάστε ακόμη:
- Πώς ένας εργολαβικός δάκτυλος επιδιώκει να αποδομήσει τον ανταγωνισμό!
- Από τις προσδοκίες για γενναία μέτρα στα ψίχουλα για τους ελεύθερους επαγγελματίες
- Οι 4 ενδείξεις που προβλέπουν ότι ένα ζευγάρι πάει «φουλ» για διαζύγιο
- Vergos Auctions: Διαδικτυακή φθινοπωρινή δημοπρασία με 169 έργα Νεοελληνικής Τέχνης

