Για την καταστροφική επίδραση που είχε στη ζωή της η σχέση της με τον Ράσελ Μπραντ και το τηλεοπτικό και ραδιοφωνικό σκάνδαλο που ακολούθησε το 2008 μίλησε η πρώην σύντροφός του, Τζορτζίνα Μπέιλι, λίγες ημέρες μετά την καταδίκη του Βρετανού κωμικού και ηθοποιού για βιασμό και σεξουαλικές επιθέσεις. Η 41χρονη σήμερα γυναίκα, εγγονή του διάσημου ηθοποιού Άντριου Σακς, χαρακτήρισε τον Μπραντ «σοβαρά άρρωστο» και «εθισμένο στο σεξ», υποστηρίζοντας ότι η συμπεριφορά του συνδέεται, κατά την προσωπική της εκτίμηση, με έναν βαθύτερο κύκλο εξαρτήσεων.
Σε συνέντευξή της στη Daily Mail, η Μπέιλι περιέγραψε πώς η αποκάλυψη της σεξουαλικής τους σχέσης μέσα από μια σειρά προσβλητικών τηλεφωνικών μηνυμάτων που μεταδόθηκαν από το BBC Radio 2 την απομάκρυνε από τους παππούδες της για οκτώ χρόνια, ενώ συνέβαλε στην επιδείνωση της εξάρτησής της από το αλκοόλ και τα ναρκωτικά.
Παρότι ξεκαθαρίζει ότι η δική της σχέση με τον Μπραντ ήταν συναινετική και ότι εκείνος δεν την κακοποίησε σεξουαλικά, δηλώνει απογοητευμένη από τις πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε, ζητώντας του να αναγνωρίσει την ευθύνη του και να βοηθήσει τις γυναίκες που υπέστησαν κακοποίηση.
«Αποδόθηκε δικαιοσύνη, αλλά αισθάνομαι βαθιά απογοητευμένη»
Η συνέντευξη της Τζορτζίνα Μπέιλι έρχεται μετά την καταδίκη του 51χρονου Ράσελ Μπραντ από το δικαστήριο του Σάουθγουορκ στο Λονδίνο, στις 5 Νοεμβρίου, για έναν βιασμό και τρεις σεξουαλικές επιθέσεις σε βάρος τεσσάρων γυναικών.
Η δίκη διήρκεσε τέσσερις εβδομάδες και αφορούσε συνολικά επτά κατηγορίες, για περιστατικά της περιόδου 1999 έως 2009. Ο Μπραντ αθωώθηκε για δύο επιπλέον κατηγορίες βιασμού και μία απόπειρα άσεμνης επίθεσης.
Μετά την ετυμηγορία, ο δικαστής διέταξε την κράτησή του, ενώ η ανακοίνωση της ποινής έχει προγραμματιστεί για τη Δευτέρα 9 Νοεμβρίου.
Η Μπέιλι, η οποία παρακολούθησε στενά τη δικαστική διαδικασία, δήλωσε ότι αισθάνθηκε αποτροπιασμό για τη δοκιμασία στην οποία υποβλήθηκαν οι καταγγέλλουσες προκειμένου να περιγράψουν δημόσια όσα είχαν βιώσει.
«Αποδόθηκε δικαιοσύνη. Παρότι ο ίδιος δεν με βίασε ούτε μου επιτέθηκε ποτέ, όπως έχω δηλώσει επανειλημμένα, δεν μπορούσα να γνωρίζω τι συνέβαινε πίσω από τις κλειστές πόρτες, όταν βρισκόταν με αυτές τις γυναίκες. Οι μαρτυρίες τους ήταν πειστικές. Κρίθηκε ένοχος και τώρα θέλω να επανορθώσει για όσα έκανε», ανέφερε.
Η ίδια πρόσθεσε ότι αισθάνεται θλίψη και απογοήτευση για τον άνθρωπο με τον οποίο είχε συνδεθεί ερωτικά στο παρελθόν.
«Αισθάνομαι πολύ λυπημένη και απογοητευμένη από εκείνον», είπε χαρακτηριστικά.
«Ο Ράσελ Μπραντ είναι εθισμένος στο σεξ, είναι σοβαρά άρρωστος»
Η Μπέιλι υποστηρίζει ότι η προσωπική της εμπειρία από την εξάρτηση και την απεξάρτηση της επιτρέπει να ερμηνεύει διαφορετικά ορισμένες συμπεριφορές του πρώην συντρόφου της.
«Ο Ράσελ Μπραντ είναι εθισμένος στο σεξ. Για μένα είναι προφανές. Αυτός ο άνθρωπος είναι σοβαρά άρρωστος», δήλωσε.
Όπως εξήγησε, κατά τη διάρκεια της δικής της θεραπείας για την εξάρτηση από το αλκοόλ και τα ναρκωτικά γνώρισε την έννοια της μετατόπισης της εξάρτησης, κατά την οποία ένα άτομο εγκαταλείπει μια ουσία, αλλά αναπτύσσει μια διαφορετική καταναγκαστική συμπεριφορά.
«Όταν μπήκα σε πρόγραμμα απεξάρτησης από τα ναρκωτικά και το αλκοόλ, έμαθα για κάτι που ονομάζεται μετατόπιση της εξάρτησης. Σταματάς να χρησιμοποιείς μια ουσία και αντικαθιστάς την εξάρτηση με μια συμπεριφορά», ανέφερε.
Στη συνέχεια χρησιμοποίησε ένα χαρακτηριστικό παράδειγμα για να εξηγήσει πώς αντιλαμβάνεται τη συμπεριφορά του Μπραντ.
«Αν η ουσία από την οποία ήμουν εξαρτημένη ήταν διαθέσιμη τρεις φορές την ημέρα, μέσα από διαφορετικά σώματα, θα την αναζητούσα κι εγώ, αν δεν ήμουν καλά και δεν χρησιμοποιούσα όσα έμαθα κατά την απεξάρτηση. Καταλαβαίνω πώς μπορεί να συμβεί κάτι τέτοιο».
Η ίδια, πάντως, ξεκαθάρισε ότι ο χαρακτηρισμός του ως εθισμένου δεν δικαιολογεί σε καμία περίπτωση τις εγκληματικές πράξεις για τις οποίες καταδικάστηκε. Πρόκειται για την προσωπική ερμηνεία της Μπέιλι και όχι για δημοσιοποιημένη ιατρική διάγνωση.
Η 21χρονη χορεύτρια και η γνωριμία με τον διάσημο κωμικό
Η Τζορτζίνα Μπέιλι ήταν μόλις 21 ετών όταν γνώρισε τον Ράσελ Μπραντ. Εκείνη την εποχή εργαζόταν ως περφόρμερ σε ένα συγκρότημα χορού μπουρλέσκ με την ονομασία «Satanic Sluts», ενώ ο Μπραντ βρισκόταν σε μια περίοδο μεγάλης επαγγελματικής επιτυχίας. Σύμφωνα με την ίδια, ο κωμικός άρχισε να τη φλερτάρει σχεδόν αμέσως μετά τη γνωριμία τους και σύντομα ξεκίνησαν μια περιστασιακή ερωτική σχέση. Η σχέση τους κράτησε, με διακοπές, περίπου ενάμιση με δύο χρόνια.
«Ουσιαστικά βλεπόμασταν κυρίως για σεξ. Ήταν μια πολύ χαλαρή σχέση. Αλλά μέσα σε αυτό το ενάμιση ή δύο χρόνια νομίζω ότι αρχίσαμε πραγματικά να συμπαθούμε ο ένας τον άλλον. Αν και μάλλον εγώ τον συμπαθούσα περισσότερο απ’ όσο εκείνος εμένα», παραδέχθηκε.
Δεν είχε αυταπάτες ότι ήταν η μοναδική γυναίκα στη ζωή του. «Έβγαινε με πάρα πολλές γυναίκες και το γνώριζα. Δεν είχα ποτέ την παραμικρή αμφιβολία ότι ήμουν μία από τις πολλές, αλλά τότε δεν με ενοχλούσε ιδιαίτερα», είπε.
Περιγράφοντας σήμερα τη θέση που θεωρεί ότι είχε στη ζωή του, χρησιμοποίησε μια παρομοίωση με τη χρήση ναρκωτικών.
«Είχε διαθέσιμη την ουσία της επιλογής του ολόκληρη την ημέρα. Εγώ ήμουν απλώς ένα μέρος αυτού. Μία δόση ανάμεσα σε πολλές άλλες». Όταν ρωτήθηκε τι πιστεύει ότι τον είχε προσελκύσει σε εκείνη, απάντησε με απόλυτη ειλικρίνεια: «Ήμουν μια ελκυστική κοπέλα γύρω στα 20, διαθέσιμη και πρόθυμη να κάνω σεξ. Αυτό ήταν το μόνο προσόν που χρειαζόμουν».
Το τηλεφώνημα στον παππού της που προκάλεσε εθνικό σκάνδαλο
Το 2008, η ιδιωτική σχέση της Μπέιλι με τον Μπραντ βρέθηκε ξαφνικά στο επίκεντρο ενός από τα μεγαλύτερα σκάνδαλα της ιστορίας του BBC. Ο Μπραντ και ο επίσης διάσημος παρουσιαστής Τζόναθαν Ρος συμμετείχαν σε εκπομπή του BBC Radio 2 όταν αποφάσισαν να τηλεφωνήσουν στον Άντριου Σακς, τον παππού της Μπέιλι. Ο Σακς ήταν ιδιαίτερα αγαπητός στη Βρετανία χάρη στον ρόλο του Μανουέλ στην κωμική σειρά «Fawlty Towers». Οι δύο παρουσιαστές ήθελαν αρχικά να του πάρουν τηλεφωνική συνέντευξη. Όταν εκείνος δεν απάντησε, άφησαν τέσσερα μηνύματα στον τηλεφωνητή του. Το περιεχόμενό τους, ωστόσο, δεν είχε καμία σχέση με συνέντευξη. Ο Ρος φώναξε σε ένα από τα μηνύματα ότι ο Μπραντ είχε κάνει σεξ με την εγγονή του ηθοποιού.
Σε άλλο μήνυμα, ο Μπραντ επιχείρησε να παρουσιάσει τη σχέση τους ως συναινετική, κάνοντας παράλληλα χυδαία λογοπαίγνια και ισχυριζόμενος ότι είχε ζητήσει από την Μπέιλι να τον παντρευτεί. Η ίδια θυμάται την περίοδο εκείνη ως τη στιγμή που άλλαξε οριστικά η ζωή της. «Ο Ράσελ είχε μια πολύ διάσημη εκπομπή στο Radio 2. Η καριέρα του πήγαινε εξαιρετικά καλά. Είχε γίνει φίλος με τον Τζόναθαν Ρος και αποφάσισαν ότι θα ήταν πολύ αστείο να τηλεφωνήσουν στον παππού μου, τον Άντριου Σακς, για να του πάρουν συνέντευξη». Όταν δεν κατάφεραν να μιλήσουν μαζί του, όπως περιέγραψε, άφησαν «το πιο χυδαίο μήνυμα στον κόσμο».
Τα 44.790 παράπονα και το πρόστιμο των 150.000 λιρών στο BBC
Το περιστατικό έμεινε γνωστό ως «Sachsgate» και προκάλεσε τεράστια δημόσια κατακραυγή. Αρχικά, την πρώτη εβδομάδα μετά τη μετάδοση της εκπομπής, είχαν υποβληθεί μόλις δύο παράπονα προς το BBC. Ωστόσο, όταν η Mail on Sunday αποκάλυψε την υπόθεση και ακολούθησε εκτεταμένη κάλυψη από τα βρετανικά μέσα ενημέρωσης, ο αριθμός των καταγγελιών εκτοξεύτηκε στις 44.790.
Ιδιαίτερη εντύπωση είχε προκαλέσει το γεγονός ότι η εκπομπή ήταν προηχογραφημένη, αλλά κανένα μέλος της παραγωγής δεν είχε επισημάνει εγκαίρως το προσβλητικό περιεχόμενο των μηνυμάτων. Επιπλέον, κανένα υψηλόβαθμο στέλεχος της συντακτικής ιεραρχίας του BBC δεν είχε ακούσει την εκπομπή πριν αυτή μεταδοθεί.
Η υπόθεση οδήγησε στην παραίτηση του Μπραντ, της επικεφαλής του Radio 2, Λέσλι Ντάγκλας, και του υπευθύνου συμμόρφωσης με τους κανόνες μετάδοσης, Ντέιβ Μπάρμπερ. Ο Τζόναθαν Ρος τέθηκε σε τρίμηνη διαθεσιμότητα χωρίς αποδοχές.
Παράλληλα, η βρετανική ρυθμιστική αρχή επικοινωνιών Ofcom επέβαλε στο BBC πρόστιμο 150.000 λιρών, χαρακτηρίζοντας τη μετάδοση των μηνυμάτων αδικαιολόγητα προσβλητική, ταπεινωτική και υποτιμητική.
Για την Μπέιλι, όμως, οι κυρώσεις που επιβλήθηκαν στους υπευθύνους δεν μπορούσαν να αναιρέσουν τη ζημιά που είχε ήδη προκληθεί.
«Καμία κοπέλα δεν θέλει να ακούσουν οι παππούδες της κάτι τέτοιο, πόσο μάλλον ολόκληρος ο κόσμος. Ποιος θέλει να γνωρίζουν οι παππούδες του τι κάνει στο κρεβάτι;», διερωτήθηκε. «Ήταν μια στιγμή που άλλαξε τη ζωή όλων όσοι εμπλέκονταν».
«Με διαπόμπευσαν για τη σεξουαλική μου ζωή»
Η Τζορτζίνα Μπέιλι θεωρεί ότι ο τρόπος με τον οποίο την αντιμετώπισαν οι δύο παρουσιαστές συνιστούσε δημόσιο εξευτελισμό και εκφοβισμό. «Με διαπόμπευαν για τη σεξουαλική μου ζωή. Ήταν εκφοβισμός απέναντι στον παππού μου. Ακόμη κι αν ήμουν η μεγαλύτερη πόρνη στον κόσμο, δεν θα είχε σημασία. Και πάλι θα ήταν εκφοβισμός», δήλωσε.
Όπως εξήγησε, για τον Μπραντ και τον Ρος επρόκειτο για ένα αστείο μεταξύ φίλων, το οποίο όμως είχε συνέπειες για ανθρώπους που δεν είχαν επιλέξει να συμμετάσχουν. «Ήταν ένα εσωτερικό αστείο ανάμεσα σε αυτούς τους δύο μικρούς ανόητους», σχολίασε.
Η Μπέιλι παραδέχθηκε ότι ο δημόσιος διασυρμός επηρέασε σημαντικά τον τρόπο με τον οποίο έβλεπε τον εαυτό της. «Ήμουν ένα πολύ χαμένο κοριτσάκι και μετά άρχισα απλώς να λέω ναι σε όλα. Σκεφτόμουν ότι, αφού στα μάτια σας είμαι ήδη πόρνη, τότε θα σας δώσω αυτό που περιμένετε από μια πόρνη». Όπως είπε, έφτασε στο σημείο να αισθάνεται ότι δεν είχε πλέον σημασία τι θα έκανε στη ζωή της, αφού η δημόσια εικόνα της είχε ήδη καταστραφεί.
Οκτώ χρόνια μακριά από τον παππού και τη γιαγιά της
Η οδυνηρότερη συνέπεια του σκανδάλου ήταν η διάλυση της σχέσης της με τους παππούδες της. Ο Άντριου Σακς και η σύζυγός του, Αντελάιντ, ανήκαν σε μια διαφορετική γενιά και, σύμφωνα με όσα αποκάλυψαν συγγενικά πρόσωπα, θεωρούσαν την εγγονή τους υπεύθυνη για το περιστατικό. Η Μπέιλι υποστηρίζει ότι προσπάθησε επανειλημμένα να επικοινωνήσει μαζί τους, χωρίς αποτέλεσμα.
«Δεν μιλούσα με τους παππούδες μου για οκτώ χρόνια μετά το σκάνδαλο. Προσπάθησα ξανά και ξανά. Τους τηλεφωνούσα, τους έγραφα γράμματα. Στο τέλος αποφάσισα να τους πενθήσω ενώ ήταν ακόμη ζωντανοί», αφηγήθηκε.
Όπως παραδέχθηκε, αισθανόταν ότι η αντιμετώπισή της ήταν άδικη. «Ένιωθα ότι όλο αυτό ήταν κάπως άδικο», είπε.
Το μεγαλύτερο βάρος για εκείνη ήταν ότι έχασε οκτώ χρόνια από τη σχέση της με τον άνθρωπο που αγαπούσε, χωρίς να μπορέσει να αποκαταστήσει εγκαίρως την επικοινωνία τους.
Η τελευταία συνάντηση με τον Άντριου Σακς πριν πεθάνει
Η Μπέιλι κατάφερε να συναντήσει ξανά τον παππού της το 2016, λίγο πριν από τον θάνατό του σε ηλικία 86 ετών. Ο Άντριου Σακς βρισκόταν τότε σε μονάδα φροντίδας ηλικιωμένων ηθοποιών και αντιμετώπιζε άνοια σε προχωρημένο στάδιο. Η εγγονή του τον επισκέφθηκε αποφασισμένη να του ζητήσει συγγνώμη για το δικό της μερίδιο ευθύνης στην οικογενειακή ρήξη.
«Θυμάμαι τα πάντα από εκείνη τη συνάντηση. Πήγα στη μονάδα φροντίδας και κάθισα απέναντί του. Ήταν η τελευταία φορά που τον είδα», περιέγραψε συγκινημένη. «Με κοίταξε κατευθείαν στα μάτια και τον κοίταξα κι εγώ. Εκείνη τη στιγμή ήταν ξανά ο παππούς μου. Μια στιγμή διαύγειας». Η ίδια θυμάται ότι του μίλησε ανοιχτά. «Του είπα ότι λυπάμαι πραγματικά, με όλη μου την καρδιά, για όσα συνέβησαν και για το δικό μου μέρος σε αυτά. Δεν μπορώ να ελέγξω τι κάνουν οι άλλοι, παρά μόνο τον εαυτό μου. Έκανα λοιπόν ό,τι μπορούσα για να αναλάβω τη δική μου ευθύνη. Και μετά εκείνος πέθανε». Η Μπέιλι εξακολουθεί να βασανίζεται από την αβεβαιότητα για το αν ο παππούς της κατάλαβε τα λόγια της. «Επιλέγω να πιστεύω ότι τα βρήκαμε. Αλλά πώς μπορείς πραγματικά να ξέρεις, όταν ο άλλος άνθρωπος έχει άνοια;», αναρωτήθηκε. Αποκάλυψε επίσης ότι ζήτησε συγγνώμη και από τη γιαγιά της, η οποία πέθανε το 2017, χωρίς όμως να δώσει περισσότερες λεπτομέρειες. «Επανόρθωσα απέναντι σε όλους», περιορίστηκε να πει.
Η βύθιση στις εξαρτήσεις και η βοήθεια που της πρόσφερε ο Μπραντ
Η δημόσια διαπόμπευση και η απομάκρυνση από την οικογένειά της συνέβαλαν, σύμφωνα με την Μπέιλι, στην επιδείνωση των προβλημάτων της με το αλκοόλ και τα ναρκωτικά. Όπως εξήγησε, οι ουσίες αποτελούσαν ήδη μέρος της ζωής της πριν από το σκάνδαλο, ωστόσο η κατάσταση επιδεινώθηκε σημαντικά τα επόμενα χρόνια.
«Το ποτό και τα ναρκωτικά ήταν πάντα μέρος της ζωής μου, αλλά χρειάστηκαν πολλά χρόνια μέχρι να φτάσει το πρόβλημα στην κορύφωσή του», ανέφερε. «Για χρόνια προσπαθούσα να μουδιάσω όσα αισθανόμουν με αλκοόλ, ναρκωτικά και άνδρες. Με οτιδήποτε μπορούσα».
Παρά το γεγονός ότι θεωρεί τον Μπραντ έναν από τους βασικούς υπευθύνους για την προσωπική της περιπέτεια, αναγνωρίζει ότι εκείνος τη βοήθησε οικονομικά όταν αποφάσισε να αναζητήσει θεραπεία. Ο κωμικός, ο οποίος είχε επίσης αντιμετωπίσει στο παρελθόν εξάρτηση από τα ναρκωτικά, της ζήτησε προσωπικά συγγνώμη για το σκάνδαλο και κατέβαλε δεκάδες χιλιάδες λίρες για τη θεραπεία και τα ιατρικά της έξοδα.
Το 2018 χρηματοδότησε την εισαγωγή της σε κέντρο απεξάρτησης στο Στάφορντσαϊρ, όπου παρέμεινε για έξι μήνες. Παρότι ολοκλήρωσε το πρόγραμμα, μετά την αποχώρησή της υποτροπίασε και άρχισε ξανά τη χρήση αλκοόλ και ναρκωτικών. Τελικά, με τη στήριξη της οικογένειας και των φίλων της, κατάφερε να αντιμετωπίσει τις εξαρτήσεις της. Σήμερα δηλώνει ότι έχει συμπληρώσει έξι χρόνια αποχής από τις ουσίες και το αλκοόλ. Εργάζεται ως καλλιτέχνιδα και παρουσιάζει δικό της podcast, στο οποίο ασχολείται με ζητήματα εξάρτησης και απεξάρτησης. Παρά τις εμπειρίες της, εξακολουθεί να αισθάνεται ευγνωμοσύνη για την οικονομική βοήθεια που της προσέφερε ο Μπραντ.
Η άγνωστη κατάθεση που είχε δώσει υπέρ του Μπραντ
Μία από τις πιο ενδιαφέρουσες αποκαλύψεις της συνέντευξης είναι ότι η Τζορτζίνα Μπέιλι είχε συντάξει γραπτή δήλωση για την υπεράσπιση του Μπραντ, κατόπιν αιτήματος των δικηγόρων του. Η δήλωση αυτή δεν χρησιμοποιήθηκε τελικά κατά τη διάρκεια της δίκης. Σύμφωνα με το δημοσίευμα, η υπεράσπιση ενδεχομένως σκόπευε να την αξιοποιήσει εάν κάποιος μάρτυρας αναφερόταν στο σκάνδαλο του 2008. Η ίδια υποστηρίζει ότι δεν μετανιώνει για την απόφασή της να συνεργαστεί με τους δικηγόρους του, καθώς περιορίστηκε στην περιγραφή των προσωπικών της εμπειριών.
«Με ρώτησαν αν είχε κάνει ποτέ κάτι σε βάρος μου που θα μπορούσε να θεωρηθεί μη συναινετικό. Έπρεπε να πω την αλήθεια, που ήταν όχι», εξήγησε. Στη συνέχεια, όπως ανέφερε, της έθεσαν πιο σύνθετα ερωτήματα. «Με ρώτησαν αν μπορούσα να φανταστώ τον Ράσελ να κάνει κάτι τέτοιο σε άλλες γυναίκες ή αν είχε υπάρξει ποτέ επιθετικός. Και πάλι, το μόνο που διαθέτω είναι η δική μου εμπειρία». Η απάντησή της, όπως είπε, ήταν αρνητική. «Είπα όχι, γιατί αυτή ήταν η αλήθεια για μένα». Ξεκαθάρισε, ωστόσο, ότι το γεγονός πως εκείνη δεν είχε υποστεί σεξουαλική βία από τον πρώην σύντροφό της δεν σημαίνει ότι αμφισβητεί όσα κατήγγειλαν οι άλλες γυναίκες.
«Να αναλάβει την ευθύνη και να βοηθήσει τα θύματά του»
Η Μπέιλι δηλώνει ότι η δική της εμπειρία ως επιζώσας σεξουαλικής επίθεσης από άλλο πρόσωπο την κάνει να αντιλαμβάνεται τη δυσκολία που αντιμετωπίζουν οι γυναίκες οι οποίες έχουν υποστεί κακοποίηση.
«Είμαι κι εγώ επιζώσα σεξουαλικής επίθεσης και με απογοητεύει πολύ το γεγονός ότι εκείνος δεν μπόρεσε να αναλάβει την ευθύνη του, όπως είχε κάνει απέναντί μου. Ξέρω ότι είναι ικανός να το κάνει», ανέφερε.
Κατά την άποψή της, ο Μπραντ θα πρέπει πλέον να αξιοποιήσει την οικονομική του δυνατότητα για να στηρίξει τις γυναίκες που υπέστησαν τις επιθέσεις του. «Κρίθηκε ένοχος. Πρέπει να επανορθώσει. Το πρώτο βήμα θα ήταν να παραδεχθεί όσα έκανε και το δεύτερο να λάβει όλα τα αναγκαία μέτρα για να βοηθήσει αυτές τις γυναίκες να ξανασταθούν στα πόδια τους», δήλωσε.
Η ίδια τόνισε ότι η αποκατάσταση μετά από μια σεξουαλική επίθεση είναι μια δύσκολη και συχνά μακροχρόνια διαδικασία.
«Θέλω πραγματικά αυτά τα θύματα να λάβουν βοήθεια. Είναι δυνατόν να αναρρώσει κανείς από κάτι τέτοιο. Είναι δύσκολο, το ξέρω επειδή έχω βιώσει κι εγώ σεξουαλική επίθεση, αν και όχι από τον Ράσελ».
«Η αποκατάσταση είναι ένας μακρύς δρόμος, αλλά μπορούν να τα καταφέρουν. Θέλω πραγματικά να μπορέσουν να θεραπεύσουν τα τραύματά τους και να ξαναχτίσουν τη ζωή τους», πρόσθεσε.
Παρά την καταδίκη του πρώην συντρόφου της, η Μπέιλι επιμένει ότι δεν μετανιώνει για το γεγονός ότι είχε σχέση μαζί του.
Αντιλαμβάνεται όμως πλέον διαφορετικά τη συμπεριφορά του και παραδέχεται ότι, ενώ εκείνη είχε συναινέσει στην ερωτική τους σχέση, άλλες γυναίκες που βρέθηκαν κοντά του δεν είχαν την ίδια εμπειρία.
Η ίδια θεωρεί ότι ο άνθρωπος που κάποτε ανέλαβε τα έξοδα της θεραπείας της έχει σήμερα την υποχρέωση να δείξει αντίστοιχη διάθεση επανόρθωσης απέναντι στις γυναίκες για τις οποίες καταδικάστηκε.
Η καταδίκη του Μπραντ, εξάλλου, δεν έχει κλείσει το δικαστικό και αστυνομικό σκέλος της υπόθεσής του, καθώς η βρετανική αστυνομία ερευνά ακόμη δύο καταγγελίες βιασμού από άλλες γυναίκες.
Για την Τζορτζίνα Μπέιλι, το σκάνδαλο του 2008 παραμένει ένα τραυματικό γεγονός, που της κόστισε οκτώ χρόνια σχέσης με τον παππού της και επηρέασε βαθιά την προσωπική της ζωή. Ωστόσο, όπως εξηγεί, η δική της πορεία απεξάρτησης της έδειξε ότι ακόμη και μετά από χρόνια δυσκολιών υπάρχει δυνατότητα αποκατάστασης.

