Σε ένα από τα βασικά πεδία πολιτικής αντιπαράθεσης ενόψει των επόμενων εκλογών εξελίσσεται η σύγκρουση του Κυριάκου Μητσοτάκη με τον Αλέξη Τσίπρα για τη διαφθορά και τη διαπλοκή. Ο πρώην πρωθυπουργός επιχειρεί να οικοδομήσει ένα νέο πολιτικό προφίλ, εμφανιζόμενος ως πρόσωπο που βρίσκεται απέναντι στο σύστημα εξουσίας και δεν έχει εξαρτήσεις από οικονομικά συμφέροντα.
Ωστόσο, το Μέγαρο Μαξίμου επαναφέρει στο προσκήνιο τις τελευταίες ημέρες της διακυβέρνησης ΣΥΡΙΖΑ το 2019 και ειδικότερα την ψήφιση των αλλαγών στον Ποινικό Κώδικα, λίγες ημέρες πριν από τις εκλογές.
Ο φάκελος του 2019 επιστρέφει
Η διαβίβαση στη Βουλή της δικογραφίας που σχηματίστηκε έπειτα από μήνυση του Κυριάκου Βελόπουλου δίνει νέα διάσταση στην πολιτική αντιπαράθεση. Ο πρόεδρος της Ελληνικής Λύσης είχε προσφύγει στον Άρειο Πάγο για τις αλλαγές στους Ποινικούς Κώδικες, επαναφέροντας ένα ζήτημα που είχε προκαλέσει αντιδράσεις ακόμη και στο εσωτερικό της τότε κυβέρνησης.
Το Μέγαρο Μαξίμου αξιοποιεί πολιτικά την εξέλιξη, με τον Κυριάκο Μητσοτάκη να ζητά από τον Αλέξη Τσίπρα να εξηγήσει γιατί, ενώ είχαν ανακοινωθεί πρόωρες εκλογές, η Βουλή παρέμεινε ανοικτή και ο νέος Ποινικός Κώδικας ψηφίστηκε στις 6 Ιουνίου 2019, πριν από την προκήρυξη των εκλογών στις 10 Ιουνίου.
Στην επιχειρηματολογία της κυβέρνησης έχει ιδιαίτερη βαρύτητα και η στάση του τότε υπουργού Δικαιοσύνης, Σταύρου Κοντονή. Ο πρώην υπουργός είχε διατυπώσει σοβαρές καταγγελίες για τον τρόπο με τον οποίο προχώρησε η νομοθετική διαδικασία, κάνοντας λόγο για παρεμβάσεις και φωτογραφικές διατάξεις.
Στο ίδιο ζήτημα είχε αναφερθεί επανειλημμένα και ο Άδωνις Γεωργιάδης, ενώ και η Ζωή Κωνσταντοπούλου έχει διατυπώσει κατηγορίες για τις επιλογές της τότε κυβέρνησης.

Η απάντηση Τσίπρα και το ερώτημα που παραμένει
Από την πλευρά του, ο Αλέξης Τσίπρας επιχειρεί να μεταφέρει τη συζήτηση στις υποθέσεις που επιβαρύνουν πολιτικά τη σημερινή κυβέρνηση, όπως οι υποκλοπές και ο ΟΠΕΚΕΠΕ. Επιδιώκει να εμφανίσει τη ΝΔ ως μια κυβέρνηση που βρίσκεται αντιμέτωπη με ζητήματα διαφάνειας και να αντιπαραβάλει τη δική του πολιτική διαδρομή με τη σημερινή κυβερνητική πραγματικότητα.
Παράλληλα, υπερασπίζεται τις αλλαγές του 2019, επικαλούμενος την πολυετή εργασία της Νομοπαρασκευαστικής Επιτροπής και τη συμμετοχή διακεκριμένων νομικών. Ωστόσο, η επίκληση της επιστημονικής προετοιμασίας του νόμου δεν απαντά από μόνη της στο πολιτικό ερώτημα για τον χρόνο που επιλέχθηκε να ψηφιστεί.
Εκεί ακριβώς επιμένει η κυβέρνηση. Και το ερώτημα που επαναφέρει είναι συγκεκριμένο: Γιατί η Βουλή δεν έκλεισε αμέσως μετά την ανακοίνωση των πρόωρων εκλογών; Και, κυρίως, ποιοι ήταν οι λόγοι που επέβαλαν να ψηφιστεί ο νέος Ποινικός Κώδικας λίγες ημέρες πριν από την προκήρυξή τους;
Η διαπλοκή ως πεδίο προεκλογικής σύγκρουσης
Το πολιτικό βάρος των καταγγελιών βρίσκεται και σε μια άλλη διάσταση. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης, ο Άδωνις Γεωργιάδης, ο Κυριάκος Βελόπουλος, ο Σταύρος Κοντονής, αλλά και η Ζωή Κωνσταντοπούλου έχουν συνδέσει με διαφορετικές δημόσιες παρεμβάσεις τους την υπόθεση των Ποινικών Κωδίκων με εξυπηρετήσεις συμφερόντων και επιχειρηματικών επιδιώξεων.
Δημιουργείται ένα πολιτικό ερώτημα στο οποίο ο Τσίπρας καλείται να δώσει σαφή απάντηση (και εως τώρα δεν έχει δώσει): Σε ποιους αναφέρονται οι καταγγελίες περί εξυπηρέτησης επιχειρηματικών συμφερόντων και ποια ήταν η σκοπιμότητα της συγκεκριμένης χρονικής επιλογής;
Ο ίδιος ο Άδωνις Γεωργιάδης – και εδώ το Μαξίμου δεν θέλησε να συγκρατήσει τον Άδωνι αντιθέτως τον επαίνεσε- τόνιζε στη Βουλή και στα πάνελ ότι ο «Τσίπρας ήταν ο σερβιτόρος των επιχειρηματιών»….
Το βέαιο είναι ότι η σύγκρουση για τη διαφθορά δεν θα περιοριστεί στις σημερινές υποθέσεις που απασχολούν την κυβέρνηση. Ο Αλέξης Τσίπρας θέλει να εμφανιστεί ως αντίπαλος της διαπλοκής, ενώ ο Κυριάκος Μητσοτάκης επιδιώκει να επαναφέρει στο προσκήνιο τις εκκρεμότητες της περιόδου 2015-2019.
Έτσι, η μάχη για το ποιος μπορεί να εμφανιστεί ως πιο αξιόπιστος απέναντι στη διαφθορά αναμένεται να αποτελέσει ένα από τα κεντρικά μέτωπα της προεκλογικής αντιπαράθεσης.
