Νέα δεδομένα στην ελληνική αγορά εργασίας δημιουργεί η εφαρμογή του πλαισίου μισθολογικής διαφάνειας, με τις σχετικές διατάξεις να έχουν τεθεί σε ισχύ από την Κυριακή 1η Νοεμβρίου 2026 και να επηρεάζουν από τη Δευτέρα την καθημερινή λειτουργία των επιχειρήσεων και τη διαδικασία πρόσληψης προσωπικού.

Το νέο καθεστώς, που θεσπίστηκε με τον νόμο 5316/2026 και ενσωματώνει στην ελληνική νομοθεσία την ευρωπαϊκή Οδηγία 2023/970, καθιερώνει συγκεκριμένες υποχρεώσεις για τους εργοδότες και ενισχύει τη δυνατότητα των εργαζομένων να γνωρίζουν με ποια κριτήρια καθορίζονται οι αποδοχές τους.

Βασικός στόχος είναι η αντιμετώπιση των αδικαιολόγητων μισθολογικών διαφορών μεταξύ ανδρών και γυναικών που εκτελούν την ίδια εργασία ή εργασία ίσης αξίας.

Οι αλλαγές αφορούν όλες τις επιχειρήσεις του ιδιωτικού τομέα που υπάγονται στο νέο πλαίσιο, ανεξάρτητα από το μέγεθός τους, ενώ πρόσθετες υποχρεώσεις υποβολής στοιχείων προβλέπονται για όσες απασχολούν τουλάχιστον 100 εργαζόμενους.

Υποχρεωτική ενημέρωση για τον μισθό πριν από τη συνέντευξη

Μία από τις σημαντικότερες αλλαγές αφορά τους πολίτες που αναζητούν εργασία.

Πλέον, ο υποψήφιος εργαζόμενος δικαιούται να γνωρίζει πριν από την πρώτη συνέντευξη τον αρχικό μισθό ή το εύρος των αποδοχών που προβλέπονται για τη συγκεκριμένη θέση.

Η ενημέρωση πρέπει να βασίζεται σε αντικειμενικά κριτήρια, ενώ ο εργοδότης οφείλει να γνωστοποιεί και τις σχετικές διατάξεις συλλογικής σύμβασης εργασίας, εφόσον αυτές εφαρμόζονται.

Παράλληλα, απαγορεύεται η αναζήτηση πληροφοριών για τις προηγούμενες αποδοχές των υποψηφίων.

Στόχος είναι να αποτρέπεται η αναπαραγωγή μισθολογικών ανισοτήτων από προηγούμενες εργασιακές σχέσεις και να προσδιορίζεται η αμοιβή με βάση τις απαιτήσεις της νέας θέσης.

Οι εργαζόμενοι αποκτούν δικαίωμα σύγκρισης αποδοχών

Σημαντική καινοτομία αποτελεί η δυνατότητα των εργαζομένων να ζητούν εγγράφως ενημέρωση για τα επίπεδα αμοιβών στην επιχείρηση όπου απασχολούνται.

Συγκεκριμένα, μπορούν να ζητούν πληροφορίες για το ατομικό επίπεδο των αποδοχών τους, αλλά και για τις μέσες αμοιβές ανδρών και γυναικών που εκτελούν όμοια εργασία ή εργασία ίσης αξίας.

Ο εργοδότης υποχρεούται να απαντήσει μέσα σε εύλογο χρονικό διάστημα και, σε κάθε περίπτωση, το αργότερο εντός δύο μηνών από την υποβολή του αιτήματος.

Η συγκεκριμένη δυνατότητα δεν σημαίνει ότι δημοσιοποιούνται οι ατομικοί μισθοί όλων των εργαζομένων. Η ενημέρωση γίνεται με συγκεντρωτικά στοιχεία και με σεβασμό στους κανόνες προστασίας προσωπικών δεδομένων.

Επιπλέον, οι επιχειρήσεις οφείλουν να ενημερώνουν κάθε χρόνο το προσωπικό τους για το συγκεκριμένο δικαίωμα και τον τρόπο άσκησής του.

Πώς θα καθορίζονται πλέον οι μισθοί

Το νέο πλαίσιο προβλέπει ότι όλες οι επιχειρήσεις πρέπει να διαθέτουν τεκμηριωμένες μισθολογικές δομές.

Αυτό σημαίνει ότι οι διαφορές στις αποδοχές πρέπει να στηρίζονται σε συγκεκριμένα και αντικειμενικά κριτήρια, όπως οι επαγγελματικές δεξιότητες, η απαιτούμενη προσπάθεια, το επίπεδο ευθύνης, οι συνθήκες εργασίας και η προϋπηρεσία, όπου αυτή είναι συναφής.

Οι επιχειρήσεις πρέπει να μπορούν να αιτιολογήσουν τις διαφοροποιήσεις και να επανεξετάζουν τις μισθολογικές δομές τους όταν μεταβάλλονται οι θέσεις ή οι κατηγορίες εργαζομένων.

Δεν καθιερώνεται, πάντως, υποχρεωτικά ο ίδιος μισθός για όλους όσοι εργάζονται στην ίδια επιχείρηση.

Οι διαφοροποιήσεις εξακολουθούν να επιτρέπονται, αρκεί να δικαιολογούνται από αντικειμενικούς παράγοντες και να μην αποτελούν άμεση ή έμμεση διάκριση λόγω φύλου.

Τι προβλέπεται όταν υπάρχει μισθολογική διαφορά άνω του 5%

Ιδιαίτερη σημασία έχει ο νέος μηχανισμός εντοπισμού αδικαιολόγητων μισθολογικών διαφορών.

Όταν διαπιστώνεται διαφορά τουλάχιστον 5% στις μέσες αποδοχές ανδρών και γυναικών της ίδιας κατηγορίας εργαζομένων, η οποία δεν δικαιολογείται με αντικειμενικά κριτήρια και δεν διορθώνεται μέσα σε έξι μήνες από την υποβολή των σχετικών στοιχείων, ενεργοποιείται διαδικασία κοινής αξιολόγησης των αμοιβών.

Η αξιολόγηση πραγματοποιείται με συμμετοχή των εκπροσώπων των εργαζομένων και αποσκοπεί στον εντοπισμό των αιτίων και στην αποκατάσταση αδικαιολόγητων διαφορών.

Το όριο του 5% δεν σημαίνει ότι κάθε τέτοια διαφορά είναι αυτομάτως παράνομη, καθώς εξετάζεται εάν υπάρχουν αντικειμενικές αιτίες που τη δικαιολογούν.

Πότε πρέπει να υποβάλουν στοιχεία οι επιχειρήσεις

Οι υποχρεώσεις αναφοράς στοιχείων για το μισθολογικό χάσμα εφαρμόζονται σταδιακά, ανάλογα με τον αριθμό των εργαζομένων.

Οι επιχειρήσεις με τουλάχιστον 250 εργαζόμενους πρέπει να υποβάλουν τα πρώτα στοιχεία έως τις 7 Ιουνίου 2027 και στη συνέχεια κάθε χρόνο.

Για τις επιχειρήσεις με 150 έως 249 εργαζόμενους, η πρώτη προθεσμία είναι επίσης η 7η Ιουνίου 2027, αλλά η υποβολή θα πραγματοποιείται ανά τριετία.

Οι επιχειρήσεις με 100 έως 149 εργαζόμενους αποκτούν αντίστοιχη υποχρέωση από τις 7 Ιουνίου 2031, επίσης ανά τρία χρόνια.

Τα στοιχεία θα υποβάλλονται στον Συνήγορο του Πολίτη και θα περιλαμβάνουν πληροφορίες για τις διαφορές στις βασικές και πρόσθετες αποδοχές, καθώς και για την κατανομή ανδρών και γυναικών στα μισθολογικά κλιμάκια.

Προστασία από αντίποινα και δυνατότητα αποζημίωσης

Το νέο σύστημα ενισχύει και την προστασία των εργαζομένων που θεωρούν ότι αντιμετωπίζουν μισθολογική διάκριση.

Προβλέπεται προστασία απέναντι σε αντίποινα ή δυσμενή μεταχείριση επειδή κάποιος ζήτησε πληροφορίες για τις αποδοχές ή προχώρησε σε καταγγελία.

Παράλληλα, οι εργαζόμενοι μπορούν να προσφεύγουν στην Επιθεώρηση Εργασίας ή στη Δικαιοσύνη, διεκδικώντας την αποκατάσταση της ζημίας που ενδεχομένως έχουν υποστεί.

Η σχετική διαδικασία μπορεί να περιλαμβάνει την καταβολή οφειλόμενων αποδοχών και άλλες προβλεπόμενες αποζημιώσεις, ανάλογα με την περίπτωση.

Τι σημαίνουν οι αλλαγές για την αγορά εργασίας

Η μισθολογική διαφάνεια αποτελεί σημαντική μεταβολή στον τρόπο οργάνωσης των εργασιακών σχέσεων.

Για τους εργαζόμενους δημιουργεί μεγαλύτερη δυνατότητα ενημέρωσης και ελέγχου των κριτηρίων με βάση τα οποία καθορίζεται ο μισθός τους.

Για τις επιχειρήσεις συνεπάγεται πρόσθετες οργανωτικές υποχρεώσεις, καθώς θα πρέπει να τεκμηριώνουν τις μισθολογικές πολιτικές τους και να μπορούν να αιτιολογούν τις διαφοροποιήσεις στις αμοιβές.

Το υπουργείο Εργασίας έχει ήδη εκδώσει αναλυτική εγκύκλιο εφαρμογής, με παραδείγματα και εργαλεία που μπορούν να αξιοποιηθούν από τις επιχειρήσεις.

Το σημαντικότερο ζητούμενο είναι πλέον η ουσιαστική εφαρμογή των νέων κανόνων, ώστε η αρχή της ίσης αμοιβής για εργασία ίσης αξίας να αποκτήσει πρακτικό αντίκρισμα στην καθημερινότητα των εργαζομένων.