Η αιφνιδιαστική διακοπή λειτουργίας μιας επιχείρησης, ακόμη και όταν συνδέεται με φορολογικές παραβάσεις, αστυνομικές έρευνες ή διοικητικές κυρώσεις, δεν σημαίνει αυτομάτως ότι οι εργαζόμενοι χάνουν τον μισθό ή τη θέση εργασίας τους. Αντίθετα, η εργατική νομοθεσία προβλέπει συγκεκριμένες εγγυήσεις για την προστασία τους, ενώ σε αρκετές περιπτώσεις ο εργοδότης εξακολουθεί να υποχρεούται να καταβάλλει κανονικά τις αποδοχές τους, παρότι η επιχείρηση παραμένει κλειστή.
Το ζήτημα αποκτά ιδιαίτερη επικαιρότητα με αφορμή την υπόθεση της Pizza Fan, καθώς εργαζόμενοι βρίσκονται αντιμέτωποι με την αβεβαιότητα για το εργασιακό τους μέλλον, την καταβολή των δεδουλευμένων και τη συνέχιση των συμβάσεών τους.
Όπως εξηγεί ο δικηγόρος-εργατολόγος Γιάννης Καρούζος, καθοριστικό ρόλο παίζει ο λόγος για τον οποίο μια επιχείρηση αδυνατεί να λειτουργήσει. Εφόσον η διακοπή της δραστηριότητας οφείλεται σε περιστατικά που αφορούν τον ίδιο τον εργοδότη, οι εργαζόμενοι μπορούν να διατηρούν το δικαίωμα καταβολής μισθού, ακόμη και χωρίς να παρέχουν εργασία.
Πότε πληρώνεται ο εργαζόμενος χωρίς να εργάζεται
Σύμφωνα με το άρθρο 656 του Αστικού Κώδικα, όταν ο εργοδότης αδυνατεί να αποδεχθεί την προσφερόμενη εργασία για λόγους που τον αφορούν και δεν συντρέχει ανωτέρα βία, ο εργαζόμενος μπορεί να απαιτήσει την καταβολή του μισθού του.
Πρακτικά, αυτό σημαίνει ότι εάν μια επιχείρηση παραμείνει κλειστή λόγω παραβάσεων ή άλλων προβλημάτων που συνδέονται με τη δική της λειτουργία, δεν απαλλάσσεται αυτομάτως από τις μισθολογικές της υποχρεώσεις.
Για παράδειγμα, εάν ένα κατάστημα κλείσει λόγω φορολογικών παραβάσεων του εργοδότη, υπάρχει ισχυρή νομική βάση για τη διεκδίκηση των μισθών από τους εργαζομένους που εξακολουθούν να είναι διαθέσιμοι να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους.
Η συγκεκριμένη αρχή έχει επιβεβαιωθεί και από τη νομολογία του Αρείου Πάγου, μεταξύ άλλων με την απόφαση 855/2020.
Ωστόσο, ο Γιάννης Καρούζος διευκρινίζει ότι κάθε περίπτωση πρέπει να εξετάζεται ξεχωριστά.
Ιδιαίτερη σημασία έχουν η αιτία της διακοπής, η διάρκειά της, το περιεχόμενο ενδεχόμενης διοικητικής απόφασης και η δυνατότητα του εργαζομένου να αποδείξει ότι παρέμενε διαθέσιμος για εργασία.
Το κλείσιμο δεν σημαίνει αυτόματη απόλυση
Ένα από τα σημαντικότερα ζητήματα αφορά την τύχη των συμβάσεων εργασίας. Η αναστολή λειτουργίας ή το σφράγισμα μιας επιχείρησης δεν συνεπάγεται αυτομάτως την απόλυση του προσωπικού της. Οι εργασιακές συμβάσεις δεν παύουν να ισχύουν απλώς και μόνο επειδή ο εργοδότης αδυνατεί προσωρινά να συνεχίσει τη δραστηριότητά του.
Για τις συμβάσεις αορίστου χρόνου, η καταγγελία πρέπει να πραγματοποιείται σύμφωνα με τις προβλεπόμενες νόμιμες διαδικασίες, ενώ εξακολουθούν να ισχύουν οι κανόνες για την καταβολή αποζημίωσης απόλυσης, όπου αυτή οφείλεται.
Ακόμη πιο συγκεκριμένο είναι το πλαίσιο για τις συμβάσεις ορισμένου χρόνου. Σύμφωνα με το άρθρο 672 του Αστικού Κώδικα, η πρόωρη λύση μιας τέτοιας σύμβασης προϋποθέτει την ύπαρξη σπουδαίου λόγου.
Εάν ο εργοδότης καταγγείλει πρόωρα τη σύμβαση χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος, η καταγγελία μπορεί να θεωρηθεί ανίσχυρη και ο εργαζόμενος να διατηρεί αξιώσεις για τις αποδοχές που θα ελάμβανε μέχρι τη συμφωνημένη λήξη της.
Επομένως, η ανακοίνωση ότι μια επιχείρηση διακόπτει τη λειτουργία της δεν αρκεί από μόνη της για να καταργηθούν οι συμβατικές υποχρεώσεις του εργοδότη.

Τι ισχύει όταν η επιχείρηση επικαλείται ανωτέρα βία
Η σημαντικότερη εξαίρεση αφορά τις περιπτώσεις πραγματικής ανωτέρας βίας. Πρόκειται για γεγονότα εξαιρετικά και αναπότρεπτα, τα οποία δεν μπορούν να αποδοθούν στη σφαίρα ευθύνης του εργοδότη και καθιστούν αδύνατη την αποδοχή της εργασίας.
Η επίκληση της ανωτέρας βίας, πάντως, δεν αρκεί από μόνη της για να απαλλαγεί μια επιχείρηση από τις υποχρεώσεις της.
Όπως επισημαίνει ο εργατολόγος, πρέπει να εξετάζεται εάν το γεγονός που προκάλεσε τη διακοπή λειτουργίας συνδέεται με πράξεις ή παραλείψεις της ίδιας της επιχείρησης. Εάν, για παράδειγμα, η διακοπή προκύπτει από φορολογικές παραβάσεις που της αποδίδονται, δεν μπορεί να θεωρηθεί αυτομάτως ότι πρόκειται για γεγονός ανωτέρας βίας.
Πώς προστατεύονται όσοι καταγγέλλουν παρανομίες
Ξεχωριστή σημασία έχει η προστασία εργαζομένων που αποφασίζουν να καταγγείλουν παράνομες πρακτικές τις οποίες διαπιστώνουν στον χώρο εργασίας τους.
Ο νόμος 4990/2022 προβλέπει ειδικό πλαίσιο προστασίας για πρόσωπα που αναφέρουν συγκεκριμένες παραβιάσεις του ενωσιακού δικαίου και άλλες παραβάσεις που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του.
Η προστασία δεν περιορίζεται αποκλειστικά στους εργαζομένους που εξακολουθούν να απασχολούνται στην επιχείρηση. Μπορεί να καλύπτει και πρώην εργαζομένους, υποψηφίους για πρόσληψη, αυτοαπασχολουμένους και πρόσωπα που εργάζονται μέσω εργολάβων ή προμηθευτών.
Σύμφωνα με τον Γιάννη Καρούζο, ο εργαζόμενος δεν υποχρεούται να απευθυνθεί πρώτα στη διοίκηση της επιχείρησης. Εφόσον η καταγγελία εμπίπτει στον συγκεκριμένο νόμο, μπορεί να χρησιμοποιήσει τον εσωτερικό δίαυλο αναφορών ή να απευθυνθεί απευθείας στην Εθνική Αρχή Διαφάνειας. Παράλληλα, προβλέπεται δυνατότητα ανώνυμης αναφοράς, ενώ η ταυτότητα του καταγγέλλοντος προστατεύεται από ειδικούς κανόνες εμπιστευτικότητας.

Πότε είναι άκυρη η απόλυση μετά από καταγγελία
Η νομοθεσία απαγορεύει ρητά τα αντίποινα σε βάρος εργαζομένων που προχωρούν σε προστατευόμενη αναφορά. Στα αντίποινα περιλαμβάνονται η απόλυση, ο υποβιβασμός, η μείωση αποδοχών, η δυσμενής μεταβολή καθηκόντων ή ωραρίου, η παρενόχληση, ο εκφοβισμός και η αρνητική αξιολόγηση ως συνέπεια της καταγγελίας.
Μάλιστα, όταν ένας εργαζόμενος αποδείξει ότι πραγματοποίησε προστατευόμενη αναφορά και στη συνέχεια υπέστη βλάβη, ενεργοποιείται το προβλεπόμενο τεκμήριο σύνδεσης της βλάβης με την αναφορά.
Στην περίπτωση αυτή, ο εργοδότης καλείται να αποδείξει ότι η δυσμενής μεταχείριση οφείλεται σε άλλους, δικαιολογημένους λόγους. Εφόσον διαπιστωθεί ότι η απόλυση αποτελεί αντίποινο για προστατευόμενη καταγγελία, είναι άκυρη.
Υπάρχουν, ωστόσο, σαφή όρια. Δεν εμπίπτει αυτομάτως στον νόμο κάθε εργασιακή διαφωνία ή κάθε φορολογική παράβαση. Ο εργαζόμενος πρέπει να έχει βάσιμους λόγους να θεωρεί ότι οι πληροφορίες που αναφέρει είναι αληθείς και ότι αφορούν παραβίαση που καλύπτεται από το συγκεκριμένο πλαίσιο.
Τι πρέπει να κάνουν οι εργαζόμενοι στην πράξη
Για όσους βρίσκονται αντιμέτωποι με αιφνίδιο κλείσιμο της επιχείρησης, το πρώτο βήμα είναι να διαπιστώσουν εάν η σύμβαση εργασίας τους εξακολουθεί να ισχύει και εάν έχει υπάρξει επίσημη ενημέρωση από τον εργοδότη.
Ιδιαίτερη σημασία έχει να διατηρούν έγγραφα και στοιχεία που αποδεικνύουν την εργασιακή σχέση, τις οφειλόμενες αποδοχές και τη διαθεσιμότητά τους για εργασία.
Σε περίπτωση μη καταβολής δεδουλευμένων, μπορούν να απευθυνθούν στην Επιθεώρηση Εργασίας και να εξετάσουν τις δυνατότητες δικαστικής διεκδίκησης. Επίσης, δεν πρέπει να θεωρούν ότι η διακοπή λειτουργίας συνιστά από μόνη της απόλυση ή να υπογράφουν δηλώσεις οικειοθελούς αποχώρησης χωρίς να γνωρίζουν τις συνέπειες.
Διαβάστε ακόμη:
- Όμιλος Quest: Πού πήγαν τα 21 εκατ. που εξαφανίστηκαν από τις οικονομικές καταστάσεις;
- Στο στόχαστρο των ΗΠΑ ο Τέλης Μυστακίδης για το σπάσιμο του Ιρανικού εμπάργκο
- Funds-φαντάσματα χωρίς ΑΦΜ λεηλατούν περιουσίες και ξεπλένουν μαύρο χρήμα
- «Χωριάτικο»: Εικονικές εταιρείες και στριπτιτζάδικα που εμπλέκουν τη ρωσική μαφία
