Μια είδηση από τον αθλητικό χώρο που αφορά τα 25 εκατ. ευρώ που διαθέτει το ελληνικό κράτος για την ενεργειακή αναβάθμιση του Σταδίου Ειρήνης και Φιλίας (ΣΕΦ) έρχεται να καταδείξει ένα καρκίνωμα της ελληνικής οικονομίας που φέρει την υπογραφή του Κυριάκου Μητσοτάκη. Για την ακρίβεια είναι απότοκο της καρτελοποίησής της και των δεινών που αυτή η επιλογή, υπέρ των ολίγων, δημιουργεί. Οπως προκύπτει, μόνο μία εταιρεία κατέθεσε προσφορά για την ενεργειακή αναβάθμιση του ΣΕΦ, ενώ το εντυπωσιακό είναι η παντελής έλλειψη ενδιαφέροντος από τους μεγάλους παίκτες του κατασκευαστικού κλάδου. Η αιτία; Εχουν τεράστιο ανεκτέλεστο δημόσιων έργων που ξεπερνά τα 18 δισ. ευρώ! Πρόκειται για ένα μέγεθος που αντιστοιχεί σχεδόν στο 8% του ελληνικού ΑΕΠ.
Στο κυβερνητικό αφήγημα το στοιχείο αυτό παρουσιάζεται ως απόδειξη της «ισχυρής ανάπτυξης» και της «επενδυτικής εμπιστοσύνης». Ωστόσο πίσω από τα εντυπωσιακά νούμερα κρύβεται μια βαθιά δομική αντίφαση: η χώρα διαθέτει πλέον έργα λόγω χρηματοδότησης από ευρωπαϊκά κονδύλια, αλλά όχι επαρκές εργατικό δυναμικό για να τα εκτελέσει. Το αποτέλεσμα είναι ένα επικίνδυνο μείγμα ολιγοπωλιακής συγκέντρωσης της αγοράς, υποβάθμισης της εργασίας και ελλείψεων προσωπικού που φέρνει καθυστερήσεις έργων. Η εικόνα που διαμορφώνεται είναι αυτή μιας οικονομίας που επιχειρεί να τρέξει με «σπασμένο κινητήρα»: λίγοι όμιλοι συγκεντρώνουν τεράστιο όγκο έργων, ενώ η αγορά εργασίας αδυνατεί να τους υποστηρίξει.
Οι τέσσερις παίκτες
Το μεγαλύτερο μέρος του ανεκτέλεστου συγκεντρώνεται σε τέσσερις ομίλους: ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ, Aktor Group, Avax και Metlen. Μόνο η ΓΕΚ ΤΕΡΝΑ εμφανίζει ανεκτέλεστο άνω των 9 δισ. ευρώ, ενώ συνολικά οι τέσσερις όμιλοι ελέγχουν σχεδόν το σύνολο των μεγάλων έργων υποδομής, των ΣΔΙΤ, των παραχωρήσεων, των ενεργειακών projects και των νέων οδικών αξόνων.
Το πρόβλημα δεν είναι μόνο οικονομικό, αλλά και θεσμικό. Η αγορά κατασκευών στην Ελλάδα, εξαιτίας των υποδείξεων-ευαγγέλιο Πισσαρίδη, μετασχηματίστηκε τα τελευταία χρόνια σε εξαιρετικά συγκεντρωτικό σύστημα όπου λίγοι μεγάλοι όμιλοι λειτουργούν ταυτόχρονα ως εργολάβοι, χρηματοδότες και παραχωρησιούχοι κρίσιμων υποδομών. Με άλλα λόγια, το κράτος δεν αναθέτει πλέον απλώς έργα. Δημιουργεί έναν στενό πυρήνα επιχειρηματικών ομίλων που ελέγχει κρίσιμες οικονομικές δραστηριότητες.
Το κυβερνητικό επιχείρημα είναι ότι μόνο τόσο μεγάλοι όμιλοι διαθέτουν την κεφαλαιακή επάρκεια για να «σηκώσουν» έργα τέτοιου μεγέθους. Ωστόσο η πραγματικότητα είναι ότι η ελληνική αγορά έχει οδηγηθεί σε συνθήκες έντονης συγκέντρωσης, με περιορισμό του ανταγωνισμού, αύξηση της εξάρτησης του δημοσίου από λίγους παίκτες και σημαντική πίεση στις μικρότερες τεχνικές εταιρείες. Ταυτόχρονα, η ίδια η παραγωγική δυνατότητα του κλάδου εμφανίζει σημάδια ασφυξίας.
Δεν υπάρχουν εργαζόμενοι
Η μεγάλη αντίφαση του ελληνικού μοντέλου ανάπτυξης είναι πλέον εμφανής. Η χώρα εμφανίζει υψηλό επενδυτικό πρόγραμμα, δεκάδες δισ. ευρώ διαθέσιμων ευρωπαϊκών πόρων και τεράστιες καθυστερήσεις έργων. Ταυτόχρονα όμως δεν βρίσκει εργάτες, τεχνίτες, μηχανικούς, οδηγούς και προσωπικό για τα εργοτάξια. Οι εκτιμήσεις της αγοράς κάνουν λόγο για έως και 200.000 με 250.000 ελλείψεις μόνο στον κατασκευαστικό κλάδο, ενώ συνολικά στην οικονομία οι κενές θέσεις εργασίας υπολογίζονται περίπου στις 300.000. Το παράδοξο είναι εντυπωσιακό: η Ελλάδα, σύμφωνα με τα μαγειρέματα της ΕΛΣΤΑΤ, εξακολουθεί να έχει ανεργία περίπου 8% (αν λάβουμε υπόψη το πόσοι διαθέτουν κάρτα ανεργίας το ποσοστό αυτό αυξάνεται στο 18%) αλλά οι επιχειρήσεις δηλώνουν σε ποσοστό σχεδόν 80% ότι αδυνατούν να βρουν προσωπικό.
Πού χάθηκαν οι εργαζόμενοι; Η απάντηση δεν βρίσκεται μόνο στο δημογραφικό ή στο brain drain. Βρίσκεται και στην ίδια την υποβάθμιση της εργασίας τα τελευταία χρόνια με τα κατορθώματα των Γιάννη Βρούτση (υποβάθμιση Σώματος Επιθεώρησης Εργασίας (ΣΕΠΕ), Κωστή Χατζηδάκη (ελαστικό οκτάωρο με τζάμπα υπερωρίες), Αδωνη Γεωργιάδη (13ωρο σε δύο εργοδότες) και Νίκης Κεραμέως (13ωρο στον ίδιο εργοδότη). Μάλιστα επί θητείας των συγκεκριμένων υπουργών Εργασίας τα εργατικά δυστυχήματα έχουν φέρει τους θανάτους εργαζομένων σε 201 το 2025 από 56 το 2019, με μεγάλο αριθμό θανατηφόρων στους κλάδους κατασκευών, μεταφορών και βιομηχανίας.
Το «ευέλικτο» μοντέλο
Ο κατασκευαστικός κλάδος ήταν πάντα απαιτητικός. Πλέον όμως μεγάλο μέρος των εργαζομένων θεωρεί ότι η σχέση ρίσκου – αμοιβής έχει καταρρεύσει. Στην πράξη η αγορά ζητά εξαντλητικά ωράρια, συνεχείς υπερωρίες, εργασία σε υψηλές θερμοκρασίες με αποτέλεσμα τον αυξημένο κίνδυνο ατυχημάτων και την εργασιακή πίεση χωρίς αντίστοιχη βελτίωση αποδοχών. Η αγορά εργασίας πλέον λειτουργεί σε συνθήκες έντονης ανισορροπίας ισχύος και πολλοί εργαζόμενοι θεωρούν ότι η «ευελιξία» μεταφράστηκε σε αυξημένη πίεση και απλήρωτη ή υποαμειβόμενη υπερεργασία.
Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η διαρκής κριτική για την αποδυνάμωση του ΣΕΠΕ. Η μετατροπή του σε «ανεξάρτητη αρχή» παρουσιάστηκε από την κυβέρνηση ως εκσυγχρονισμός. Ωστόσο συνδικαλιστικοί φορείς και εργαζόμενοι υποστηρίζουν ότι στην πράξη μειώθηκε η δυνατότητα ουσιαστικών ελέγχων σε χώρους εργασίας υψηλής επικινδυνότητας.
Το αποτέλεσμα είναι ότι σε πολλούς κλάδους και ιδιαίτερα στις κατασκευές:
Οι εργαζόμενοι αισθάνονται λιγότερο προστατευμένοι.
Οι έλεγχοι θεωρούνται ανεπαρκείς.
Η εργασιακή εξουθένωση αντιμετωπίζεται σχεδόν ως κανονικότητα.
Από το οκτάωρο στο 13ωρο
Η κατάσταση επιδεινώθηκε ακόμη περισσότερο με τις πρόσφατες ρυθμίσεις που άνοιξαν τον δρόμο για πολύωρη απασχόληση. Η ρύθμιση για δυνατότητα εργασίας έως και 13 ώρες ημερησίως σε δύο εργοδότες προκάλεσε έντονη πολιτική σύγκρουση. Η κυβέρνηση υποστήριξε ότι απλώς εναρμονίζεται με την ευρωπαϊκή νομοθεσία και ότι το συνολικό εβδομαδιαίο όριο παραμένει εντός των ευρωπαϊκών κανόνων. Ωστόσο η πραγματικότητα στην αγορά είναι εντελώς διαφορετική: σε οικονομίες χαμηλών μισθών η «επιλογή» δεύτερης δουλειάς συχνά δεν αποτελεί ελεύθερη επιλογή, αλλά οικονομική ανάγκη.
Ακόμη μεγαλύτερες αντιδράσεις προκάλεσαν οι συζητήσεις για περαιτέρω διευθέτηση χρόνου εργασίας και δυνατότητες πολύωρης ημερήσιας απασχόλησης. Το πρόβλημα για την οικονομία είναι ότι τέτοιες πολιτικές μπορεί βραχυπρόθεσμα να αυξάνουν την προσφορά ωρών εργασίας, αλλά μακροπρόθεσμα υπονομεύουν την ίδια την ελκυστικότητα των επαγγελμάτων. Οι νεότερες ηλικίες απομακρύνονται από την οικοδομή, τα εργοτάξια, τη βιομηχανική εργασία και συνολικά τα τεχνικά επαγγέλματα, θεωρώντας ότι οι αποδοχές είναι ανεπαρκείς, οι συνθήκες δύσκολες και η επαγγελματική φθορά τεράστια. Το αποτέλεσμα είναι μια αγορά που πλέον δεν μπορεί να αναπαράγει το εργατικό της δυναμικό.
Η μεγάλη φυγή των νέων
Η δεκαετία των μνημονίων αφαίρεσε από την Ελλάδα ένα τεράστιο τμήμα παραγωγικού πληθυσμού. Περισσότεροι από 400.000 νέοι και υψηλής κατάρτισης εργαζόμενοι εκτιμάται ότι έφυγαν στο εξωτερικό την περίοδο 2010-20.
Πολλοί από αυτούς εργάζονται πλέον σε εργοτάξια της Μέσης Ανατολής, σε βιομηχανίες της Γερμανίας, σε ενεργειακά πρότζεκτ της βόρειας Ευρώπης ή σε μεγάλες τεχνικές εταιρείες του εξωτερικού. Το κρίσιμο σημείο είναι ότι η Ελλάδα πλέον ανταγωνίζεται αγορές που προσφέρουν υψηλότερους μισθούς, ισχυρότερη εργασιακή προστασία, καλύτερες συνθήκες και μεγαλύτερη σταθερότητα. Αρα το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι «λείπουν εργαζόμενοι». Είναι ότι οι εργαζόμενοι συγκρίνουν – και η ελληνική αγορά χάνει.
Κατάρρευση στις κατασκευές
Για δεκαετίες η οικοδομή και τα μεγάλα έργα λειτουργούσαν ως ένας από τους βασικούς μηχανισμούς κοινωνικής κινητικότητας στην Ελλάδα. Εργάτες, τεχνίτες, χειριστές μηχανημάτων και τεχνικοί μπορούσαν να εξασφαλίσουν αξιοπρεπές εισόδημα, υπερωρίες με πραγματική αμοιβή και σταθερή εργασία σε μεγάλα πρότζεκτ. Σήμερα όμως η εικόνα έχει αλλάξει δραματικά. Οι αποδοχές σε πολλούς τομείς των κατασκευών δεν συμβαδίζουν ούτε με το πραγματικό κόστος ζωής ούτε με το επίπεδο κινδύνου της εργασίας.
Η αγορά ζητά ανθρώπους να εργάζονται σε εργοτάξια με υψηλές θερμοκρασίες, σε βαριές χειρωνακτικές εργασίες και σε περιβάλλον με αυξημένο κίνδυνο ατυχημάτων, αλλά χωρίς αντίστοιχη μισθολογική ανταμοιβή. Το αποτέλεσμα είναι ότι όλο και λιγότεροι νέοι επιλέγουν τεχνικά επαγγέλματα. Οι τεχνικές σχολές αδειάζουν, η οικοδομή γερνάει δημογραφικά και η αγορά στηρίζεται πλέον σε εργαζόμενους μεγαλύτερης ηλικίας ή σε αλλοδαπούς εργάτες που επίσης αρχίζουν να κατευθύνονται προς αγορές με καλύτερες αποδοχές.
Η κατάσταση γίνεται ακόμη πιο προβληματική αν εξετάσει κανείς την πραγματική εικόνα των αμοιβών. Σε πολλές περιπτώσεις οι μισθοί παραμένουν χαμηλοί συγκριτικά με την υπόλοιπη Ευρώπη, ενώ η εκτίναξη των ενοικίων, της ενέργειας και του κόστους διαβίωσης εξανεμίζει το διαθέσιμο εισόδημα. Ενας εργαζόμενος που μπορεί να κερδίσει πολύ περισσότερα στη Γερμανία, στην Ολλανδία ή στις σκανδιναβικές χώρες, με ισχυρότερη εργασιακή προστασία και χαμηλότερο επίπεδο εργασιακής εξουθένωσης, έχει πλέον ελάχιστο κίνητρο να επιστρέψει.
Ψυχολογία της εξουθένωσης
Οι αλλαγές που προώθησαν οι κυβερνήσεις Μητσοτάκη παρουσιάστηκαν ως μεταρρυθμίσεις που αυξάνουν την ευελιξία και ενισχύουν την ανταγωνιστικότητα. Ωστόσο για ένα μεγάλο τμήμα εργαζομένων το μήνυμα που ελήφθη ήταν διαφορετικό: περισσότερες ώρες εργασίας, μεγαλύτερη πίεση, μικρότερη προστασία.
Το λεγόμενο «ευέλικτο οκτάωρο» του νόμου Χατζηδάκη θεωρήθηκε από τους επικριτές του ως μηχανισμός που στην πράξη διευκόλυνε την επέκταση της υπερεργασίας χωρίς ουσιαστική βελτίωση αμοιβών. Σύμφωνα με εκτιμήσεις, περίπου 1 εκατομμύριο εργαζόμενοι κυρίως στις βαριές εργασίες απώλεσαν το 20% των ετήσιων αποδοχών τους. Μπορεί να βρήκαν χρόνο για να μαζέψουν ελιές, αλλά δεν έχουν βενζίνη για να πάνε στα χωριά να τις μαζέψουν.
Στην ίδια κατεύθυνση κινήθηκαν και οι ρυθμίσεις που επέτρεψαν εργασία έως και 13 ώρες ημερησίως σε δύο εργοδότες, αλλά και η συζήτηση για δυνατότητες ακόμη πιο εκτεταμένης ημερήσιας απασχόλησης. Σε μια οικονομία στην οποία οι μισθοί παραμένουν χαμηλοί η ανάγκη δεύτερης δουλειάς δεν αντιμετωπίζεται ως «ελευθερία επιλογής», αλλά ως αναγκαστική στρατηγική επιβίωσης. Και όταν η ελληνική αγορά αρχίζει να θεωρεί φυσιολογικό το 12ωρο ή το 13ωρο, τότε η ίδια η εργασία παύει να αποτελεί ελκυστική προοπτική για τις νεότερες γενιές. Η συνέπεια; Brain drain.
Το κόστος για την οικονομία
Με βάση εκτιμήσεις με αναφορές σε παραγωγικότητα ανά εργαζόμενο και σε πολλαπλασιαστές οικονομικής δραστηριότητας, η ελληνική οικονομία ενδέχεται να χάνει 17-27 δισ. ευρώ ΑΕΠ ετησίως και περίπου 2,5-3 δισ. ευρώ δημοσιονομικά έσοδα εξαιτίας της αδυναμίας κάλυψης θέσεων εργασίας.
Το πρόβλημα γίνεται ακόμη πιο σοβαρό στις κατασκευές. Αν ο κλάδος δεν βρει επαρκές προσωπικό: Τα έργα καθυστερούν, το κόστος αυξάνεται και μέρος των πόρων του Ταμείου Ανάκαμψης κινδυνεύει να χαθεί.
Η ίδια η αγορά παραδέχεται πλέον ότι το βασικό σημείο δεν είναι η χρηματοδότηση αλλά οι άνθρωποι. Τουτέστιν δεν λείπουν τα έργα. Λείπουν οι εργαζόμενοι που θα τα υλοποιήσουν.