Έντονος εκνευρισμός επικρατεί στο Μέγαρο Μαξίμου για την αδράνεια και την ασυνέχεια στην τουριστική πολιτική μετά τις τελευταίες εξελίξεις και , ειδικότερα τις δηλώσεις των στελεχών της Ryanair. Πλέον το υπουργείο τουρισμού καλείται να αντιμετωπίσει τις απώλειες των αφίξεων με εναλλακτικά σενάρια. Ο εκνευρισμός προέρχεται από το γεγονός ότι δεν υπήρχε εναλλακτικό σενάριο ούτε κάποιος τρόπος επικοινωνίας με την Ryanair σε ανώτερο πολιτικό επίπεδο.
Η απόφαση της Ryanair να κλείσει τη βάση της στη Θεσσαλονίκη για τη χειμερινή περίοδο του 2026 θα στερήσει χιλιάδες εκδρομείς από την πόλη και θα πλήξει και τον τουρισμό. Η ιρλανδική «low cost» εταιρεία αποσύρει 3 αεροσκάφη από τη συμπρωτεύουσα, περιορίζει αισθητά τη δραστηριότητά της στη χώρα και διακόπτει τη χειμερινή παρουσία της και στα αεροδρόμια Χανίων και Ηρακλείου, προκαλώντας έντονη ανησυχία σε τουριστικούς και αεροπορικούς φορείς.
Σύμφωνα με την ανακοίνωση της Ryanair, οι αλλαγές αυτές συνεπάγονται απώλεια περίπου 700.000 αεροπορικών θέσεων, δηλαδή μείωση 45% σε σύγκριση με τον χειμώνα του 2025, καθώς και κατάργηση 12 δρομολογίων από και προς ελληνικούς προορισμούς.
Οι φθηνοί ‘ιρλανδοί’ και τα ακριβά ελληνικά ‘αεροδρόμια’
Η εταιρεία αποδίδει την απόφασή της στο αυξημένο λειτουργικό κόστος των ελληνικών αεροδρομίων. Όπως αναφέρει, τα τέλη στα αεροδρόμια που διαχειρίζεται η Fraport Greece έχουν αυξηθεί κατά 66% σε σχέση με τα επίπεδα πριν από την πανδημία, ενώ προαναγγέλλει νέες αυξήσεις χρεώσεων και στο αεροδρόμιο της Αθήνας για τον επόμενο χειμώνα. Η Ryanair χαρακτηρίζει πλέον τα ελληνικά αεροδρόμια «μη ανταγωνιστικά» κατά τη χειμερινή περίοδο και δηλώνει ότι μεταφέρει μέρος του στόλου και των επενδύσεών της σε αγορές όπως η Αλβανία, η περιφερειακή Ιταλία και η Σουηδία, όπου – όπως επισημαίνει – εφαρμόζονται πολιτικές με χαμηλότερα τέλη και φορολογικά κίνητρα.
Και εδώ έρχεται ο εκνευρισμός στο Μέγαρο Μαξίμου απέναντι στις κρατικές τουριστικές αρχές. Κανένας δεν είχε αναλάβει να ενημερώσει την κυβέρνηση για την σοβαρότητα της κατάστασης και ουδείς είχε αναλάβει να διαπραγματευθεί με την Ryanair για το θέμα.
Για την Αθήνα δεν ανακοινώθηκε κλείσιμο βάσης, ωστόσο η εταιρεία προειδοποιεί για σημαντικό περιορισμό της δραστηριότητάς της στο «Ελευθέριος Βενιζέλος» τον χειμώνα του 2026. Στην ανακοίνωση γίνεται λόγος για «μειώσεις χωρητικότητας», ενώ η Ryanair κατηγορεί τη διοίκηση του αεροδρομίου ότι δε μετέφερε στους επιβάτες τη μείωση του τέλους ανάπτυξης αεροδρομίων και προχωρά σε νέες αυξήσεις χρεώσεων. Ανάμεσα στα δρομολόγια που καταργούνται βρίσκεται και η σύνδεση Αθήνα – Μιλάνο Μπέργκαμο.
Από τη Θεσσαλονίκη σταματούν τα δρομολόγια προς Βερολίνο, Χανιά, Φρανκφούρτη-Χαν, Γκέτεμποργκ, Ηράκλειο, Νίντερραϊν, Πόζναν, Στοκχόλμη, Βενετία-Τρεβίζο και Ζάγκρεμπ, ενώ διακόπτεται επίσης η γραμμή Χανιά – Πάφος.
Tραγική αβλεψία η αγνόηση του επενδυτικού σχεδίου
Η Ryanair υποστηρίζει ακόμη ότι είχε καταθέσει στην ελληνική κυβέρνηση πενταετές επενδυτικό σχέδιο ύψους 1 δισ. Δολαρίων, το οποίο προέβλεπε αύξηση της επιβατικής κίνησης στα 12 εκατομμύρια επιβάτες ετησίως, προσθήκη 10 νέων αεροσκαφών και δημιουργία 50 νέων δρομολογίων. Όπως αναφέρει, το πλάνο αυτό «παγώνει» λόγω του υψηλού κόστους λειτουργίας στα ελληνικά αεροδρόμια.
Ο εμπορικός διευθυντής της εταιρείας, Jason McGuinness, προειδοποίησε ότι η αποχώρηση της Ryanair από τη Θεσσαλονίκη θα έχει σοβαρό αντίκτυπο τόσο στην πόλη όσο και στη Βόρεια Ελλάδα συνολικά, σημειώνοντας ότι η εταιρεία κάλυπτε το 90% της διεθνούς αεροπορικής χωρητικότητας της πόλης κατά τον περσινό χειμώνα.
Όπως δήλωσε, η εξέλιξη αυτή σημαίνει λιγότερες επιλογές χαμηλού κόστους για κατοίκους και επισκέπτες, αλλά και πλήγμα στον τουρισμό καθ’ όλη τη διάρκεια του έτους. Παράλληλα, προειδοποίησε ότι η Ελλάδα κινδυνεύει να χάσει σημαντικές επενδύσεις, θέσεις εργασίας και τουριστικά έσοδα αν δεν υπάρξει ουσιαστική μείωση των αεροδρομικών χρεώσεων.
Η απόφαση της Ryanair προκαλεί ήδη έντονο προβληματισμό στον τουριστικό κλάδο, ιδιαίτερα σε Βόρεια Ελλάδα και Κρήτη, καθώς η χειμερινή αεροπορική συνδεσιμότητα θεωρείται κρίσιμος παράγοντας για την επιμήκυνση της τουριστικής περιόδου και τη στήριξη των τοπικών οικονομιών.
