Μετά από χρόνια φορολογικών κινήτρων για την εγκατάσταση εύπορων κατοίκων, η Ιταλία εξετάζει επιβάρυνση για την αποχώρησή τους. Το σχέδιο προβλέπει φόρο 26% στις μη πραγματοποιηθείσες υπεραξίες χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων, δημιουργώντας νέο κόστος για όσους αποφασίζουν να μεταφέρουν τη φορολογική κατοικία τους στο εξωτερικό.
Η πρόταση, που παραμένει υπό κοινοβουλευτική συζήτηση, ανοίγει μέτωπο με επενδυτές και επαγγελματίες που επέλεξαν τη χώρα αξιοποιώντας ευνοϊκές ρυθμίσεις. Το βασικό ζήτημα δεν είναι μόνο το ύψος της επιβάρυνσης, αλλά η προβλεψιμότητα των κανόνων πάνω στους οποίους στηρίχθηκαν αποφάσεις μετεγκατάστασης.
Τα προσδοκώμενα έσοδα είναι περιορισμένα. Αντίθετα, το πολιτικό μήνυμα είναι σαφές: η κυβέρνηση επιδιώκει μεγαλύτερη συμμετοχή των οικονομικά ισχυρότερων στα φορολογικά βάρη, ενώ η ακρίβεια πιέζει τα νοικοκυριά.
Ποιοι βρίσκονται στο πεδίο εφαρμογής
Η σχεδιαζόμενη ρύθμιση αφορά φυσικά πρόσωπα με χρηματοοικονομικά περιουσιακά στοιχεία άνω των 800.000 ευρώ, εφόσον έχουν διαμείνει στην Ιταλία τουλάχιστον έξι από τα προηγούμενα δέκα χρόνια.
Αντικείμενο φορολόγησης θα είναι η αύξηση της αξίας των τίτλων που έχει ήδη προκύψει, ακόμη και εάν αυτοί δεν έχουν πωληθεί. Επομένως, η υποχρέωση θα συνδέεται με τη μεταφορά φορολογικής κατοικίας και όχι αποκλειστικά με μια συναλλαγή που αποφέρει χρήματα στον κάτοχό τους.
Αυτό εξηγεί την ένταση των αντιδράσεων. Η φορολόγηση κέρδους που δεν έχει ακόμη ρευστοποιηθείδιαφοροποιείται από τη συνήθη επιβάρυνση μιας πραγματοποιημένης υπεραξίας και μπορεί να επηρεάσει τον οικονομικό σχεδιασμό της αποχώρησης.
Προβλέπονται, πάντως, διευκολύνσεις για μετακίνηση σε άλλη χώρα της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή σε κράτος με σχετική συμφωνία με την Ιταλία. Στις περιπτώσεις αυτές θα καταβάλλεται αρχικά το 50% του φόρου, με δυνατότητα αναβολής της υπόλοιπης πληρωμής.
Εάν οι τίτλοι διατηρηθούν χωρίς πώληση για πέντε έως δέκα χρόνια, ανάλογα με τον προορισμό, προβλέπεται επιστροφή της προκαταβολής. Η χώρα εγκατάστασης και ο χρόνος διακράτησης αποκτούν έτσι καθοριστική σημασία για την τελική επιβάρυνση.
Η αντίφαση με τα κίνητρα εγκατάστασης
Η Ιταλία έχει ενισχύσει την παρουσία της στον ευρωπαϊκό ανταγωνισμό για την προσέλκυση πλούσιων φορολογουμένων, ιδιαίτερα μετά τις αλλαγές στη Βρετανία. Το Μιλάνο έχει προσελκύσει τραπεζίτες, επιχειρηματίες και διαχειριστές κεφαλαίων, αξιοποιώντας την ευνοϊκή μεταχείριση εισοδημάτων εξωτερικού.
Το ειδικό καθεστώς επιτρέπει στους δικαιούχους να καταβάλλουν ετήσιο κατ’ αποκοπήν φόρο 300.000 ευρώγια εισοδήματα που αποκτούν εκτός Ιταλίας. Στη χώρα έχουν εγκατασταθεί, μεταξύ άλλων, ο Μπαρτ Μπεχτ και ο Νασέφ Σαουίρις, μετά την αποχώρησή τους από τη Βρετανία.
Οι συγκεκριμένες κατηγορίες εκτιμάται ότι σε μεγάλο βαθμό θα μείνουν εκτός της νέας επιβάρυνσης, καθώς συνήθως διατηρούν τα χρηματοοικονομικά στοιχεία τους στο εξωτερικό. Η ανησυχία, ωστόσο, επεκτείνεται στη συνολική εικόνα της χώρας ως σταθερού φορολογικού προορισμού.
Πιθανή έκθεση στη ρύθμιση αντιμετωπίζουν και επαγγελματίες που επέστρεψαν ή μετακόμισαν στην Ιταλίαμέσω διαφορετικών κινήτρων. Αυτά προβλέπουν απαλλαγή μέρους του εισοδήματος για περίοδο έως δέκα ετών. Για αυτούς, η νέα πρόταση μεταβάλλει το πλαίσιο μιας επιλογής που έγινε αρκετά χρόνια νωρίτερα.
Περιορισμένα έσοδα πριν από τις εκλογές
Η κυβέρνηση υπολογίζει έσοδα μόλις 3,4 εκατ. ευρώ το επόμενο έτος, με αύξηση στα 6,7 εκατ. ευρώ ετησίως κατά την επόμενη τετραετία και επιστροφή στα 3,4 εκατ. μακροπρόθεσμα. Πρόκειται για μικρά ποσά συγκριτικά με το δημοσιονομικό πακέτο των 26 δισ. ευρώ.
Η πρωθυπουργός Τζόρτζια Μελόνι προετοιμάζεται για εκλογές το 2027, με πληθωρισμό 5,6%, στάσιμους μισθούς και διαδηλώσεις για την ακρίβεια.
Φόροι εξόδου υπάρχουν ήδη αλλού: η Γαλλία εφαρμόζει όριο 800.000 ευρώ σε μετοχές και τίτλους, ενώ η Ισπανία 4 εκατ. ευρώ. Στις ΗΠΑ, ειδική επιβάρυνση αφορά ορισμένους πολίτες ή μόνιμους κατοίκους με περιουσία άνω των 2 εκατ. δολαρίων, όταν αποποιούνται την υπηκοότητα ή τη μόνιμη διαμονή.