Η νέα άνοδος στις τιμές της βενζίνης αρχίζει να αφήνει όλο και πιο έντονο αποτύπωμα στην αμερικανική κατανάλωση, με τις επιχειρήσεις να παρακολουθούν ανήσυχες τη σταδιακή αλλαγή συμπεριφοράς των νοικοκυριών χαμηλότερου εισοδήματος. Σύμφωνα με το Bloomberg, από τη βιομηχανία τροφίμων και τις αλυσίδες fast food μέχρι τον κλάδο λιανικής και τις υπηρεσίες, ολοένα και περισσότερα στελέχη διαπιστώνουν ότι οι αυξημένες ενεργειακές δαπάνες περιορίζουν σημαντικά τον διαθέσιμο προϋπολογισμό εκατομμυρίων Αμερικανών.

Η εικόνα αυτή δημιουργεί νέους φόβους για την πορεία της αμερικανικής οικονομίας σε μια περίοδο κατά την οποία η κατανάλωση παρέμενε ο βασικός πυλώνας ανάπτυξης μετά την πανδημία και τα κύματα πληθωρισμού που ακολούθησαν. Παρά τις συνεχείς πιέσεις στο κόστος ζωής τα τελευταία χρόνια, οι καταναλωτές στις ΗΠΑ είχαν καταφέρει να διατηρήσουν υψηλά επίπεδα δαπανών, αποτρέποντας ένα ευρύτερο σενάριο ύφεσης. Ωστόσο, η νέα εκτίναξη των τιμών καυσίμων λόγω της κρίσης στη Μέση Ανατολή και του πολέμου στο Ιράν φαίνεται να δοκιμάζει πλέον τα όρια αντοχής των πιο ευάλωτων εισοδηματικά ομάδων.

Στελέχη μεγάλων επιχειρήσεων περιγράφουν μια καταναλωτική βάση που δυσκολεύεται να φτάσει μέχρι το τέλος του μήνα. Ο διευθύνων σύμβουλος της Kraft Heinz, Στιβ Κέιχιλεϊν, υπογράμμισε ότι τα νοικοκυριά χαμηλότερου εισοδήματος εμφανίζουν πλέον αρνητικές ταμειακές ροές και στρέφονται στις αποταμιεύσεις τους για να καλύψουν βασικές ανάγκες.

Η ανησυχία δεν περιορίζεται μόνο στο αυξημένο κόστος μετακίνησης. Οι επιχειρήσεις εκτιμούν ότι η ακριβότερη βενζίνη επηρεάζει συνολικά το «καλάθι» των καταναλωτικών δαπανών, περιορίζοντας αγορές που θεωρούνται μη απολύτως απαραίτητες.

Η σκιά του πολέμου και το καταναλωτικό κλίμα

Παρά τη βελτίωση ορισμένων δεικτών εμπιστοσύνης στις ΗΠΑ, οι καταναλωτές εξακολουθούν να εμφανίζονται ιδιαίτερα επιφυλακτικοί απέναντι στις εξελίξεις στη Μέση Ανατολή. Η άνοδος στις τιμές της ενέργειας λόγω της σύγκρουσης ΗΠΑ-Ισραήλ με το Ιράν παραμένει βασικός παράγοντας ανησυχίας για τα αμερικανικά νοικοκυριά.

Τα πρώτα σημάδια αυτής της μεταστροφής είναι ήδη ορατά στον τουρισμό και στις μετακινήσεις. Οι προγραμματισμένες διακοπές για το επόμενο εξάμηνο εμφανίζονται μειωμένες, ενώ το ποσοστό των καταναλωτών που σχεδιάζουν να ταξιδέψουν οδικώς υποχώρησε στα χαμηλότερα επίπεδα από την περίοδο του πρώτου lockdown της πανδημίας το 2020.

Ο οικονομολόγος της Nationwide Financial, Όρεν Κλάτσκιν, εκτιμά ότι η αμερικανική κατανάλωση δύσκολα θα επιστρέψει σύντομα σε πιο δυναμικούς ρυθμούς. Όπως σημειώνει, ακόμη και μια σχετικά ισχυρή αγορά εργασίας δεν αρκεί για να εξισορροπήσει την επιβάρυνση που προκαλούν οι υψηλές τιμές ενέργειας στα καθημερινά έξοδα των νοικοκυριών.

Παρόμοια εικόνα μεταφέρουν και μεγάλες βιομηχανίες καταναλωτικών αγαθών. Ο επικεφαλής της Whirlpool, Μαρκ Μπίτζερ, υπογράμμισε ότι ο πόλεμος στο Ιράν επιδείνωσε το ήδη επιβαρυμένο κλίμα γύρω από το κόστος ζωής. Η εταιρεία περίμενε ανάκαμψη της ζήτησης μετά τον δύσκολο χειμώνα στις ΗΠΑ, ωστόσο η νέα γεωπολιτική κρίση προκάλεσε νέα επιβράδυνση στις αγορές. Η Whirlpool συνέκρινε μάλιστα τη μείωση της ζήτησης στον κλάδο με τα επίπεδα της παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης της δεκαετίας του 2000, καθώς οι καταναλωτές αναβάλλουν μεγάλες αγορές και περιορίζουν δαπάνες που δεν θεωρούνται άμεσης ανάγκης.

Περισσότερη πίεση σε εστίαση και λιανεμπόριο

Οι αλυσίδες fast food και εστίασηςκαταγράφουν επίσης σαφείς ενδείξεις επιβράδυνσης. Ο διευθύνων σύμβουλος της McDonald’s, Κρις Κεμπτσίνσκι, σημείωσε ότι η εμπιστοσύνη των καταναλωτών όχι μόνο δεν βελτιώνεται αλλά σε αρκετές περιπτώσεις εμφανίζεται ακόμη πιο αδύναμη. Οι υψηλές τιμές βενζίνης πλήττουν κυρίως τα χαμηλότερα εισοδηματικά στρώματα, τα οποία αποτελούν σημαντικό μέρος της πελατειακής βάσης της αλυσίδας.

Πιέσεις δέχονται και τα εστιατόρια πλήρους εξυπηρέτησης. Ο επικεφαλής της Dine Brands Global, Τζον Πέιτον, εξήγησε ότι οι πελάτες που είναι πιο ευαίσθητοι στις τιμές περιορίζουν τις εξόδους τους και επιλέγουν να παραμένουν περισσότερο στο σπίτι.

Η τάση αυτή ενισχύει και τη μετατόπιση της κατανάλωσης προς το φαγητό στο σπίτι, καθώς τα νοικοκυριά αναζητούν τρόπους περιορισμού των καθημερινών εξόδων. Την ίδια στιγμή, άλλοι κλάδοι λιανικής παρατηρούν ότι οι νεότερες ηλικιακές ομάδες εμφανίζουν αυξημένη οικονομική πίεση εξαιτίας του φοιτητικού χρέους, της ανεργίας και των γενικότερων αυξήσεων στο κόστος ζωής.

Οι τιμές καυσίμων και οι ταξικές διαφορές

Η μέση τιμή της βενζίνης στις ΗΠΑ διαμορφώνεται πλέον στα 4,56 δολάρια ανά γαλόνι, επίπεδα που αποτελούν τα υψηλότερα από το καλοκαίρι του 2022. Καθώς ολοένα μεγαλύτερο μέρος του διαθέσιμου εισοδήματος κατευθύνεται στην αγορά καυσίμων, οι καταναλωτές περιορίζουν άλλες δαπάνες, από την εστίαση μέχρι τη διασκέδαση και τις υπηρεσίες.

Παράλληλα, τα αμερικανικά νοικοκυριά εμφανίζονται να εξαντλούν σταδιακά τα αποθέματα αποταμιεύσεων που είχαν δημιουργηθεί τα προηγούμενα χρόνια. Το ποσοστό αποταμίευσης υποχώρησε στα χαμηλότερα επίπεδα τριετίας, ενώ οι οικονομολόγοι προειδοποιούν ότι η παρατεταμένη ενεργειακή κρίση μπορεί να οδηγήσει σε νέο κύκλο ανατιμήσεων σε βασικά αγαθά, συμπεριλαμβανομένων των τροφίμων.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει η αυξανόμενη διαφοροποίηση ανάμεσα στις εισοδηματικές ομάδες. Τα χαμηλότερα εισοδήματα περιορίζουν πλέον ουσιαστικά την πραγματική κατανάλωση βενζίνης, επιλέγοντας κοινή χρήση αυτοκινήτων ή μέσα μαζικής μεταφοράς όπου αυτό είναι εφικτό. Αντίθετα, τα υψηλότερα εισοδήματα συνεχίζουν να καταναλώνουν σχεδόν σταθερές ποσότητες καυσίμων, απορροφώντας ευκολότερα το αυξημένο κόστος.

Οι οικονομολόγοι εκτιμούν ότι όσο οι τιμές καυσίμων παραμένουν σε υψηλά επίπεδα, τόσο περισσότερο θα αλλάζουν τα πρότυπα κατανάλωσης στις ΗΠΑ. Βραχυπρόθεσμα, πολλοί καταναλωτές χρησιμοποιούν πιστωτικές κάρτες ή μειώνουν τις αποταμιεύσεις τους. Ωστόσο, σε μεγαλύτερο βάθος χρόνου, η πίεση αυτή αναμένεται να οδηγήσει σε πιο μόνιμες αλλαγές στις συνήθειες δαπανών.

Οι πρώτες συνέπειες, σύμφωνα πάντα με το Bloomberg, εμφανίζονται ήδη σε κλάδους όπως η άθληση και η ψυχαγωγία. Η Planet Fitnessανακοίνωσε τη μεγαλύτερη πτώση εγγραφών στην ιστορία της, αναθεωρώντας προς τα κάτω τις προβλέψεις της, ενώ αποφάσισε να παγώσει προγραμματισμένες αυξήσεις τιμών συνδρομών λόγω της επιδείνωσης του οικονομικού περιβάλλοντος.

Διαβάστε ακόμη: