Η υποβάθμιση της Ελλάδας σε underweight από τη HSBC για τη νέα χρονιά μπορεί να μην αποτελεί αμφισβήτηση της προόδου της ελληνικής οικονομίας, ούτε ανατροπή του θετικού αφηγήματος που έχει οικοδομηθεί τα τελευταία χρόνια, αλλά σίγουρα θορυβεί την εγχώρια αγορά.

Η HSBC εξηγεί ότι είναι μια καθαρά επενδυτική απόφαση που εδράζεται στον συνδυασμό αποτιμήσεων, τοποθετήσεων και κυρίως των τεχνικών συνεπειών που απορρέουν από το καθεστώς των διεθνών δεικτών. Μετά από ένα εντυπωσιακό 2025, η HSBC εκτιμά ότι το ελληνικό χρηματιστήριο εισέρχεται σε φάση όπου οι κίνδυνοι δεν είναι πλέον μακροοικονομικοί, αλλά θεσμικοί και ροών.

“Πολλά από τα θετικά καταλύματα γύρω από τις διαρθρωτικές μεταρρυθμίσεις, τη δημοσιονομική εξυγίανση και τη βελτίωση των μερισμάτων έχουν αποτιμηθεί σωστά. Η πιθανή αναβάθμιση του MSCI αργότερα φέτος θα αποτελέσει αρνητικό καταλύτη”, επισημαίνουν οι στρατηγικοί αναλυτές του οίκου.

Oι λόγοι της ηχηρής υποβάθμισης

Το σημείο εκκίνησης της ανάλυσης είναι το ίδιο το ράλι. Οι ελληνικές μετοχές κατέγραψαν άνοδο περίπου 75% το 2025, επίδοση που τοποθετεί την Ελλάδα στις κορυφαίες αγορές παγκοσμίως. Κατά την HSBC, αυτή η κίνηση έχει ήδη προεξοφλήσει τις βασικές θετικές εξελίξεις: τη δημοσιονομική εξυγίανση, τη βελτίωση της πιστοληπτικής εικόνας της χώρας, τη σταθεροποίηση του τραπεζικού συστήματος και την επαναφορά των μερισμάτων. Σε αυτό το περιβάλλον, το περιθώριο περαιτέρω υπεραπόδοσης περιορίζεται αισθητά, καθώς η αγορά έχει μετακινηθεί από το στάδιο της επαναξιολόγησης στο στάδιο της ωρίμανσης.

Ο καθοριστικός παράγοντας, ωστόσο, βρίσκεται στους δείκτες. Η HSBC αντιμετωπίζει την επικείμενη μετάβαση της Ελλάδας σε καθεστώς ανεπτυγμένης αγοράς όχι ως αναβάθμιση, αλλά ως δυνητικό αρνητικό καταλύτη. Η απόφαση του FTSE Russell να εντάξει την Ελλάδα στις ανεπτυγμένες αγορές, με εφαρμογή από το φθινόπωρο του 2026, εκτιμάται ότι μπορεί να οδηγήσει σε παθητικές εκροές που προσεγγίζουν τα 400 εκατ. δολάρια. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο το μέγεθος των εκροών, αλλά η δομή τους: από τις 30 ελληνικές μετοχές που συμμετέχουν σήμερα στον δείκτη FTSE Emerging Markets, μόλις οκτώ αναμένεται να διατηρήσουν θέση στον δείκτη αναπτυγμένων αγορών, ενώ οι υπόλοιπες θα υποβαθμιστούν στον δείκτη μικρής κεφαλαιοποίησης, με σαφώς χαμηλότερη επενδυτική προβολή.

Ακόμη πιο κρίσιμο, κατά τη HSBC, είναι το ενδεχόμενο να ακολουθήσει και η MSCI μέσα στο 2026. Σε αντίθεση με τον FTSE, οι δείκτες MSCI αποτελούν το βασικό σημείο αναφοράς για τα περισσότερα ενεργά κεφάλαια αναδυόμενων αγορών. Μια τέτοια κίνηση θα μπορούσε να ενεργοποιήσει μηχανικές μειώσεις θέσεων, καθώς ένα ποσοστό 10%–20% των GEMs funds δεν έχει τη δυνατότητα να διακρατεί μετοχές χωρών εκτός benchmark. Η Ελλάδα, σε αυτό το σενάριο, κινδυνεύει να χάσει τη φυσική της επενδυτική βάση χωρίς να την αντικαταστήσει με μια νέα.

Η ανησυχία της HSBC εντείνεται από τη σημερινή εικόνα τοποθετήσεων. Περίπου 60% των funds αναδυόμενων αγορών έχουν σήμερα έκθεση στην Ελλάδα, έναντι μόλις 7% των global funds. Η αναλογία αυτή υποδηλώνει ότι η χώρα είναι ήδη «γεμάτη» σε όρους αναδυόμενων αγορών, αλλά παραμένει σχεδόν αόρατη για τα μεγάλα διεθνή χαρτοφυλάκια αναπτυγμένων αγορών. Σε περίπτωση αλλαγής κατηγορίας, το ρίσκο δεν είναι απλώς η έξοδος κεφαλαίων, αλλά το ενδεχόμενο η Ελλάδα να βρεθεί σε μια επενδυτική ενδιάμεση ζώνη, χωρίς επαρκές ενδιαφέρον ούτε από EM ούτε από DM επενδυτές.

Οι εκτιμήσεις για τις τράπεζες

Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η προσέγγιση της HSBC για τις ελληνικές τράπεζες. Ο οίκος αναγνωρίζει ότι ο κλάδος εισέρχεται στο 2026 με σαφώς βελτιωμένα θεμελιώδη μεγέθη, ισχυρότερη κεφαλαιακή βάση και αυξημένη μερισματική δυναμική. Η πιστωτική επέκταση, ιδίως μέσω των έργων του Ταμείου Ανάκαμψης, παραμένει υποστηρικτική, ενώ τα καθαρά επιτοκιακά περιθώρια εμφανίζονται ανθεκτικά μετά το μεγαλύτερο μέρος της χαλάρωσης της ΕΚΤ. Ωστόσο, μετά από άνοδο που προσεγγίζει το 78% το 2025, οι αποτιμήσεις των ελληνικών τραπεζών έχουν συγκλίνει σημαντικά προς τα επίπεδα των αναπτυγμένων αγορών, περιορίζοντας το περιθώριο νέας επαναξιολόγησης.

Η HSBC θεωρεί ότι πολλοί από τους θετικούς καταλύτες για τον τραπεζικό κλάδο έχουν ήδη ενσωματωθεί στις τιμές. Η επαναφορά των μερισμάτων, οι αναβαθμίσεις αξιολόγησης και οι κινήσεις μικρής κλίμακας σε επίπεδο εξαγορών και συγχωνεύσεων δεν αποτελούν πλέον εκπλήξεις για την αγορά. Παράλληλα, η έντονη παρουσία των GEMs funds στις ελληνικές τράπεζες σημαίνει ότι ο χώρος για νέες εισροές είναι περιορισμένος, αυξάνοντας τον κίνδυνο μιας περιόδου αποφόρτισης.

Η Ελλάδα δεν εισέρχεται σε φάση υποβάθμισης των θεμελιωδών της, αλλά σε μια φάση όπου η σχέση ρίσκου–απόδοσης έχει επιδεινωθεί. Με τις αποτιμήσεις πιο απαιτητικές, τις τοποθετήσεις ήδη αυξημένες και τους δείκτες να μετατρέπονται από καταλύτη σε πιθανή πηγή εκροών, ο οίκος εκτιμά ότι το 2026 ενδέχεται να αποτελέσει έτος «παύσης» για το ελληνικό χρηματιστήριο. Σε αυτό το περιβάλλον, η επιλογή του underweight αποτυπώνει λιγότερο μια αρνητική άποψη για τη χώρα και περισσότερο μια προσεκτική στάση απέναντι σε έναν συνδυασμό τεχνικών και θεσμικών κινδύνων που δύσκολα μπορούν να αγνοηθούν.

Διαβάστε ακόμη: