Με σαφή πρόθεση να υπερασπιστεί την ανεξαρτησία της Κέντρικης Τράπεζας ξεκίνησε την ομιλία του , ο Διοικητής της ΤτΕ , Γιάννης Στουρνάρας στη Βουλή. Αναφέρθηκε στις διεθνείς εξελίξεις που είναι δύσκολες, στην κερδοφορία και την υπερεπάρκεια κεφαλαίων των ελληνικών τραπεζών αλλά και στα 4 βασικά προβληματα της ελληνικής οικονομίας. Τον επίμονο πληθωρισμό, το ελλειμματικό ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, την χαμηλή παραγωγικότητα και το επενδυτικό κενό.

«Η Τράπεζα της Ελλάδος επιτελεί κρίσιμο θεσμικό ρόλο για τη σταθερότητα και την ομαλή λειτουργία της ελληνικής οικονομίας. Ως μέλος του Ευρωσυστήματος, συμβάλλει στην άσκηση της ενιαίας νομισματικής πολιτικής, διαφυλάσσει τη χρηματοπιστωτική και νομισματική σταθερότητα, ασκεί εποπτεία στο χρηματοπιστωτικό σύστημα και παρακολουθεί συστηματικά τις οικονομικές εξελίξεις, παρέχοντας τεκμηριωμένη οικονομική ανάλυση, προτάσεις και προειδοποιήσεις για τους κινδύνους.

----------

Η ανεξαρτησία της Κεντρικής Τράπεζας είναι θεμελιώδης προϋπόθεση για την αποτελεσματική άσκηση της αποστολής της, χωρίς να επηρεάζεται από πιέσεις και συγκυριακές σκοπιμότητες. Αποτελεί επίσης θεσμική εγγύηση που αποσκοπεί στην προστασία αξιοπιστίας και του μακροπρόθεσμου συμφέροντος της οικονομίας. Ταυτόχρονα, η ανεξαρτησία αυτή συνοδεύεται από αυξημένη ευθύνη, υποχρέωση διαφάνειας, δημόσιας λογοδοσίας και σαφούς τεκμηρίωσης των θέσεων της Τράπεζας.

Σε αυτή τη βάση, η Τράπεζα της Ελλάδος οφείλει να συμβάλλει στον δημόσιο διάλογο με ανεξάρτητη ανάλυση, τεχνική επάρκεια και σαφή προειδοποίηση για τους κινδύνους. Ο ρόλος αυτός είναι ακόμη πιο σημαντικός σε περιόδους αυξημένης αβεβαιότητας, όπως η σημερινή, όπου η οικονομική πολιτική καλείται να ισορροπήσει ανάμεσα στη στήριξη της ανάπτυξης, τη σταθερότητα των τιμών, τη δημοσιονομική υπευθυνότητα και την κοινωνική συνοχή. Με αυτό το θεσμικό πνεύμα, θα ήθελα να παρουσιάσω τις βασικές εκτιμήσεις της Τράπεζας της Ελλάδος για το διεθνές περιβάλλον, τις προοπτικές της ελληνικής οικονομίας, τις εξελίξεις του τραπεζικού συστήματος και τις κύριες προκλήσεις της επόμενης περιόδου.

Οι κίνδυνοι για την παγκόσμια οικονομία

Οι κίνδυνοι για την παγκόσμια και την ευρωπαϊκή οικονομία έχουν ενταθεί. Η άνοδος του προστατευτισμού στο διεθνές εμπόριο, η όξυνση των γεωπολιτικών εντάσεων, ιδίως στη Μέση Ανατολή, και οι συνεχιζόμενες διαταραχές των αλυσίδων εφοδιασμού επιβαρύνουν τις προοπτικές ανάπτυξης. Το κλείσιμο του Στενού του Ορμούζ έχει προκαλέσει απότομη άνοδο των τιμών του πετρελαίου και του φυσικού αερίου, με πιθανές δευτερογενείς επιδράσεις σε μισθούς και τιμές άλλων αγαθών και υπηρεσιών. Οι εξελίξεις αυτές εντείνουν τους κινδύνους στασιμοπληθωριστικών πιέσεων, δηλαδή ανόδου του πληθωρισμού με ταυτόχρονη μείωση των ρυθμών οικονομικής ανάπτυξης, ιδίως στις χώρες που είναι καθαροί εισαγωγείς ενέργειας, όπως οι οικονομίες της Ευρώπης.

Παράλληλα, η αβεβαιότητα οδηγεί σε αύξηση των αποδόσεων των κρατικών ομολόγων και της μεταβλητότητας στις χρηματοπιστωτικές αγορές, διατηρώντας υψηλό τον κίνδυνο απότομης διόρθωσης των τιμών των χρηματοοικονομικών περιουσιακών στοιχείων διεθνώς . Η επίπτωση στα μακροοικονομικά μεγέθη και στη χρηματοοικονομική κατάσταση επιχειρήσεων και νοικοκυριών θα καθοριστεί σε μεγάλο βαθμό από τη διάρκεια του κλεισίματος του Στενού του Ορμούζ και από την συνολική ένταση της σύρραξης.

Η συγκυρία αυτή διαμορφώνει μια εξαιρετικά λεπτή ισορροπία για τη νομισματική πολιτική: από τη μία πλευρά, είναι αναγκαία η διασφάλιση της επιστροφής του πληθωρισμού στον μεσοπρόθεσμο στόχο του 2%, ενώ από την άλλη πρέπει να αποφευχθεί μια υπερβολικά περιοριστική νομισματική κατεύθυνση που θα μπορούσε να επιβαρύνει περαιτέρω την οικονομική δραστηριότητα και τις επενδύσεις. Σε περίπτωση σημαντικής αλλά παροδικής υπέρβασης του πληθωριστικού στόχου, η απάντηση θα πρέπει να είναι ισορροπημένη: μια προσεκτική προσαρμογή της νομισματικής πολιτικής προς πιο περιοριστική κατεύθυνση είναι ικανή να περιορίσει την ένταση των δευτερογενών επιδράσεων, χωρίς να πλήξει δυσανάλογα την οικονομική δραστηριότητα.

Η ελληνική οικονομία αναπτύχθηκε με ικανοποιητικό ρυθμό και το 2025, παρά τις προκλήσεις που απορρέουν από το διεθνές περιβάλλον. O ετήσιος ρυθμός αύξησης του ακαθάριστου εγχώριου προϊόντος διαμορφώθηκε σε 2,1% (στο ίδιο επίπεδο με το 2024) και υψηλότερα σε σχέση με τον μέσο όρο της ευρωζώνης (1,4%). Η μεγέθυνση της οικονομικής δραστηριότητας στηρίχθηκε κυρίως στην άνοδο των επενδύσεων (που κατέγραψαν σχεδόν διπλάσιο ρυθμό αύξησης σε σχέση με το 2024) και της ιδιωτικής κατανάλωσης, ενώ θετική ήταν και η συμβολή του εξωτερικού τομέα. Η σημαντική ενίσχυση της επενδυτικής δραστηριότητας βελτίωσε τον λόγο επενδύσεων προς ΑΕΠ, υποδηλώνοντας τη σταδιακή εξάλειψη του επενδυτικού κενού της προηγούμενης περιόδου.

Παράλληλα, οι ξένες άμεσες επενδύσεις κατέγραψαν ιστορικώς υψηλό επίπεδο, αντανακλώντας τη βελτίωση του επενδυτικού κλίματος και της εμπιστοσύνης των διεθνών επενδυτών προς την ελληνική οικονομία. Επιπρόσθετα, η απασχόληση ενισχύθηκε το 2025, με ηπιότερο όμως ρυθμό σε σχέση με το 2024. Ο πληθωρισμός, όπως μετριέται από τον Εναρμονισμένο Δείκτη Τιμών Καταναλωτή (ΕνΔΤΚ), υποχώρησε οριακά στο 2,9% το 2025, έναντι 3,0% το 2024, παραμένοντας σημαντικά υψηλότερος από τον μέσο όρο των χωρών της ζώνης του ευρώ (2,1%).

Οι προοπτικές της ελληνικής οικονομίας παραμένουν ευνοϊκές. Ωστόσο, η πρόσφατη έξαρση της γεωπολιτικής αβεβαιότητας εκτιμάται ότι θα μετριάσει τη δυναμική της ανάπτυξης το 2026.νομισματικήομισματική και χρηματοπιστωτική σταθερότητα και προώθηση μεταρρυθμίσεων που ενισχύουν την παραγωγικότητα.

Αξιοποίηση των ευκαιριών

Η αξιοποίηση των ευκαιριών που διανοίγονται συνδέεται κυρίως με σημαντικές επενδύσεις, και η Ελλάδα προσφέρει ευκαιρίες για την προσέλκυση τέτοιων στρατηγικών επενδύσεων κατά τα επόμενα έτη. Ο συνδυασμός μακροοικονομικής, δημοσιονομικής και χρηματοπιστωτικής σταθερότητας, βελτιωμένης πιστοληπτικής ικανότητας και χρηματοδότησης από την Ευρωπαϊκή Ένωση, δημιουργεί ένα ελκυστικό περιβάλλον για τους επενδυτές. Και για την Ελλάδα σήμερα, οι επενδύσεις, ιδιαιτέρως σε υποδομές και σε τομείς που ενισχύουν την παραγωγή διεθνώς εμπορεύσιμων αγαθών και υπηρεσιών, που είτε εξάγονται είτε υποκαθιστούν εισαγωγές, είναι πολύτιμες, διότι, πέραν της συμβολής τους στην οικονομική ανάπτυξη, συμβάλλουν και στη μείωση του ελλείμματος του ισοζυγίου τρεχουσών συναλλαγών, που αποτελεί σημαντική διαρθρωτική πρόκληση για την ελληνική οικονομία.

Η κεντρική πρόκληση για την Ελλάδα είναι να μετατρέψει τη σημερινή μακροοικονομική σταθερότητα σε υψηλότερη παραγωγικότητα, περισσότερες παραγωγικές επενδύσεις και ταχύτερη πραγματική σύγκλιση με την Ευρώπη

Στουρνάρας: Πιθανή μια αύξηση επιτοκίων από την ΕΚΤ τον Ιούνιο

Wood: Ανθεκτική η ελληνική οικονομία παρά τη γεωπολιτική κρίση

Η Λάουρα Κοβέσι έστειλε επιστολή στην Κομισιόν με ανησυχίες για τη λειτουργία της Ευρωπαϊκής Εισαγγελίας στην Ελλάδα

Διαβάστε ακόμη: