Η Ελλάδα παραμένει σταθερά εντός της επενδυτικής βαθμίδας, καθώς ο οίκος Fitch επιβεβαίωσε το αξιόχρεο της χώρας στο BBB+, με σταθερές προοπτικές. Η απόφαση έρχεται μετά την αναβάθμιση του περασμένου Νοεμβρίου και λειτουργεί ως νέα ένδειξη εμπιστοσύνης προς την ελληνική οικονομία.

Ο οίκος αναγνωρίζει ότι η Ελλάδα έχει πλέον ισχυρότερο οικονομικό προφίλ σε σχέση με το παρελθόν. Στέκεται ιδιαίτερα στο υψηλότερο κατά κεφαλήν εισόδημα σε σύγκριση με άλλες χώρες της ίδιας βαθμίδας, στους βελτιωμένους δείκτες διακυβέρνησης και στο αξιόπιστο πλαίσιο πολιτικής, το οποίο ενισχύεται από τη συμμετοχή στην Ευρωπαϊκή Ένωση και στην Ευρωζώνη.

Ανάπτυξη, πλεονάσματα και αξιοπιστία

Σύμφωνα με τον Fitch, η ελληνική οικονομία έχει δείξει ανθεκτικότητα μέσα σε ένα δύσκολο διεθνές περιβάλλον, με γεωπολιτικές εντάσεις, εμπορικές αναταράξεις και ενεργειακές πιέσεις. Η ανάπτυξη κινήθηκε λίγο πάνω από το 2% την περίοδο 2023–2025, ενώ για το 2026 προβλέπεται ελαφρώς χαμηλότερος ρυθμός, κυρίως λόγω των επιπτώσεων από τον πόλεμο στη Μέση Ανατολή.

Παρά ταύτα, η οικονομία αναμένεται να στηριχθεί από το τελευταίο έτος του ευρωπαϊκού προγράμματος Next Generation EU, από την αύξηση της απασχόλησης, τη βελτίωση των οικονομικών των νοικοκυριών και την άνοδο των επενδύσεων. Η εγχώρια ζήτηση παραμένει ο βασικός μοχλός της ανάπτυξης.

Ιδιαίτερη βαρύτητα δίνει ο οίκος και στη δημοσιονομική εικόνα. Η Ελλάδα πέτυχε πλεονάσματα στους προϋπολογισμούς του 2024 και του 2025, επίδοση που χαρακτηρίζεται πολύ ισχυρή σε σύγκριση με άλλες χώρες της βαθμίδας BBB και της Ευρωζώνης. Τα αποτελέσματα αυτά συνδέονται με την καλύτερη είσπραξη φόρων και τον αυστηρό έλεγχο των δαπανών.

Ο Fitch θεωρεί ότι η κυβέρνηση παραμένει προσηλωμένη στη δημοσιονομική σύνεση και δεν αναμένει μεγάλη χαλάρωση πριν από τις εκλογές, παρά το διαθέσιμο δημοσιονομικό περιθώριο.

Το χρέος μειώνεται, αλλά παραμένει βαρύ

Κεντρικό σημείο της αξιολόγησης παραμένει το δημόσιο χρέος. Ο λόγος χρέους προς ΑΕΠ μειώθηκε σχεδόν κατά 20 ποσοστιαίες μονάδες την περίοδο 2024–2025, φθάνοντας στο 146% του ΑΕΠ. Η μείωση αυτή αποδίδεται στην ανάπτυξη και στα δημοσιονομικά πλεονάσματα.

Ωστόσο, το χρέος εξακολουθεί να είναι πολύ υψηλό. Παραμένει περίπου δυόμισι φορές πάνω από τη διάμεση τιμή των χωρών με αντίστοιχη αξιολόγηση. Παρ’ όλα αυτά, ο Fitch εκτιμά ότι θα συνεχίσει να αποκλιμακώνεται γρήγορα τα επόμενα χρόνια, προσεγγίζοντας το 120% έως το 2030.

Σημαντικό ρόλο παίζουν τα υψηλά ταμειακά αποθέματα, τα οποία επιτρέπουν πρόωρες αποπληρωμές και μειώνουν τους κινδύνους χρηματοδότησης. Το ευνοϊκό προφίλ του ελληνικού χρέους, με μεγάλη μέση διάρκεια και χαμηλά επιτόκια, λειτουργεί ως ασπίδα απέναντι σε αναταράξεις στις αγορές.

Οι αδυναμίες που παραμένουν

Η θετική εικόνα δεν σημαίνει ότι έχουν εξαφανιστεί τα προβλήματα. Ο Fitch επισημαίνει το μεγάλο έλλειμμα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών, το οποίο παραμένει υψηλότερο από τον μέσο όρο των χωρών της ίδιας βαθμίδας. Βασική αιτία είναι το χαμηλό ποσοστό αποταμίευσης, αλλά και οι επενδύσεις που έχουν έντονο εισαγωγικό χαρακτήρα.

Παράλληλα, ο οίκος σημειώνει τη μεγάλη βελτίωση του τραπεζικού τομέα. Οι συστημικές τράπεζες έχουν αναβαθμιστεί σε επενδυτική βαθμίδα, καθώς ενισχύθηκαν τα κεφάλαιά τους, μειώθηκαν οι κίνδυνοι και σταθεροποιήθηκε η κερδοφορία τους.

Ωστόσο, παραμένει ως κατάλοιπο της κρίσης ο στενός δεσμός τραπεζών και Δημοσίου, κυρίως λόγω των αναβαλλόμενων φορολογικών πιστώσεων και των κρατικών εγγυήσεων του προγράμματος «Ηρακλής».

Η συνολική εικόνα, πάντως, είναι καθαρή: η Ελλάδα έχει γυρίσει σελίδα, αλλά δεν έχει κλείσει όλα τα μέτωπα του παρελθόντος. Ο Fitch βλέπει σταθερότητα, πρόοδο και αξιοπιστία, ζητώντας όμως συνέχιση της προσεκτικής οικονομικής πολιτικής.

Διαβάστε ακόμη: