Σε πιο ασφαλείς επιλογές στρέφονται ολοένα και περισσότερα νοικοκυριά και επιχειρήσεις όταν λαμβάνουν χρηματοδότηση από τις τράπεζες.

Μέχρι και το καλοκαίρι του 2022, η πλειονότητα των υφιστάμενων χορηγήσεων, περί το 90%, αφορούσε σε προγράμματα κυμαινόμενου επιτοκίου

Πηγές από τον κλάδο κάνουν λόγο για μία ξεκάθαρη αλλαγή των τάσεων, τόσο στα δάνεια λιανικής, όσο και στην επιχειρηματική πίστη, η οποία έρχεται σε συνέχεια του τελευταίου κύκλου αυστηροποίησης της νομισματικής πολιτικής από την Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα (ΕΚΤ).

Όπως λένε, μέχρι και το καλοκαίρι του 2022, η πλειονότητα των υφιστάμενων χορηγήσεων, περί το 90%, αφορούσε σε προγράμματα κυμαινόμενου επιτοκίου.

Ως αποτέλεσμα, με την εκκίνηση της διαδικασίας προς τα πάνω αναπροσαρμογής των παρεμβατικών δεικτών της ΕΚΤ, οι δανειολήπτες είδαν τις δόσεις τους να αυξάνονται για πρώτη φορά μετά από αρκετά χρόνια.

Ορίστηκε πλαφόν στα κυμαινόμενα επιτόκια και σταμάτησε από την άνοιξη του 2023 η άνοδος των μηνιαίων καταβολών

Οι τράπεζες προχώρησαν σε διευκολύνσεις για όσους το ζήτησαν, ενώ στα στεγαστικά δάνεια από ένα σημείο και ύστερα ενεργοποιήθηκε πρόγραμμα προστασίας των συνεπών νοικοκυριών.

Συγκεκριμένα, ορίστηκε πλαφόν στα κυμαινόμενα επιτόκια και σταμάτησε από την άνοιξη του 2023 η άνοδος των μηνιαίων καταβολών.

Πλέον, η συγκεκριμένη δράση έχει σταματήσει, καθώς οι συνδεδεμένοι ευρωπαϊκοί δείκτες έχουν επιστρέψει κάτω από τα ανώτατα όρια που είχαν θεσπιστεί.

Ωστόσο, μέσα από αυτήν την εμπειρία, σημειώνουν τραπεζικά στελέχη, οι δανειολήπτες έγιναν πιο προσεκτικοί στις επιλογές τους.

Έτσι, με την προτροπή και των πιστωτικών ιδρυμάτων που λάνσαραν και προώθησαν τα κατάλληλα προϊόντα, καταγράφηκε στροφή σε λύσεις με σταθερά επιτόκια.

Τα στεγαστικά δάνεια

Η πιο χαρακτηριστική περίπτωση είναι η στεγαστική πίστη. Σύμφωνα με τα στοιχεία της Τράπεζας της Ελλάδος, στο 10μηνο 2025 συμβασιοποιήθηκαν δάνεια συνολικού ύψους 1,63 δισ. ευρώ.

Ενα εύλογο ποσοστό δανειοληπτών προτίμησε δάνεια με αμετάβλητη δόση για το σύνολο της διάρκειας αποπληρωμής

Από αυτά, ποσοστό άνω του 65%, περί τα 1,08 δισ. ευρώ, αφορούσαν σε σταθερά προγράμματα.

Μάλιστα, ένα εύλογο ποσοστό δανειοληπτών προτίμησε δάνεια με αμετάβλητη δόση για το σύνολο της διάρκειας αποπληρωμής, ήτοι για 20 ή περισσότερα χρόνια.

Μέχρι και το 2022, η εικόνα ήταν αντίστροφη. Δηλαδή, περίπου το 60% των στεγαστικών δανείων ήταν κυμαινόμενου επιτοκίου. Κι αυτό παρ΄ ότι εκείνη την περίοδο τα σταθερά επιτόκια ήταν εξαιρετικά χαμηλά.

Στα καταναλωτικά δάνεια, περίπου στο 40% των νέων εκταμιεύσεων επιλέγεται σταθερό επιτόκιο

«Η αδυναμία διατύπωσης ασφαλών προβλέψεων για την πορεία του κόστους χρήματος και οι κίνδυνοι που ελλοχεύουν σε περίπτωση έξαρσης των πληθωριστικών πιέσεων για τους δανειολήπτες, αναδείχθηκαν στην τελευταία κρίση» σημειώνει πηγή από συστημική τράπεζα.

Αυτό, εξηγεί, «έχει καταστήσει περισσότερο προσεκτικούς τους πελάτες μας, ειδικά σε μακροπρόθεσμες χορηγήσεις».

Από την άλλη, στα καταναλωτικά δάνεια, περίπου στο 40% των νέων εκταμιεύσεων επιλέγεται σταθερό επιτόκιο.

Το ποσοστό αυτό εκτιμάται πως θα ήταν υψηλότερο αν οι τράπεζες διέθεταν περισσότερα προγράμματα της με αμετάβλητες δόσεις.

Οι επιλογές των επιχειρήσεων

Τέλος σε επαγγελματική και επιχειρηματική πίστη οι τράπεζες έχουν εμπλουτίσει σημαντικά τις λύσεις που προσφέρουν στους πελάτες τους, οι οποίοι μπορούν να εξασφαλίσουν σταθερό κόστος.

Ως αποτέλεσμα και σε αυτές τις χορηγήσεις παρατηρείται άνοδος των πωλήσεων σε προϊόντα αμετάβλητων δόσεων.

Συγκεκριμένα, στο 10μηνο του 2025 το ποσοστό τους στα επαγγελματικά δάνεια τακτής λήξης έφτασε το 8% έναντι ουσιαστικών μηδενικών χορηγήσεων της κατηγορίας το 2022, την τελευταία χρονιά πριν την αυστηροποίηση της νομισματικής πολιτικής.

Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η μεταστροφή των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων σε προγράμματα σταθερών επιτοκίων

Ακόμη πιο ενδιαφέρουσα είναι η μεταστροφή των μη χρηματοπιστωτικών επιχειρήσεων σε προγράμματα σταθερών επιτοκίων.

Με βάση τα δεδομένα της Τράπεζας της Ελλάδος, στα επιχειρηματικά δάνεια έως 250.000 ευρώ την περίοδο Ιανουάριος – Οκτώβριος 2025 το ποσοστό τους επί του συνόλου των νέων συμβάσεων ξεπέρασε το 20%.

Πρόκειται για υπερτριπλασιασμό σε σύγκριση με το 2022.

Πηγές από τον κλάδο εκτιμούν ότι οι παραπάνω τάσεις είναι πιθανό να ενισχυθούν τα επόμενα χρόνια, καλύπτοντας την ανάγκη τόσο των δανειοληπτών για αποπληρωμή του χρέους τους χωρίς εκπλήξεις, όσο και τραπεζών για όσο το δυνατόν μεγαλύτερη προβλεψιμότητα στα έσοδά τους.

Διαβάστε ακόμη: