Σταδιακά και λόγω των εξελίξεων στα πολεμικά μέτωπα, αλλά κυρίως για λόγους κόστους, υπάρχει μια υφέρπουσα τάση, η οποία επαναφέρει τη συζήτηση για τη χρήση του λιγνίτη, τον οποίο “εξόρισαν” πολλές χώρες, στο πλαίσιο συμφωνιών για την απανθρακοποίηση, υπέρ του κλίματος και του περιβάλλοντος.

Ήδη, πολλές χώρες αναθεωρούν τα προγράμματά τους αυτά, με πρώτη τη Γερμανία – που πλέον φαίνεται ότι μεταθέτει για αργότερα το κλείσιμο ενός εργοστασίου της στη Ρηνανία – διαπιστώνοντας ότι οι Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας τελικά δεν αποτελούν λύση μέλλοντος, καθώς έχουν υψηλό κόστος κατασκευής, υψηλό κόστος μεταφοράς στα κεντρικά δίκτυα, όπως το ίδιο υψηλό κόστος έχουν και οι περίφημες μπαταρίες αποθήκευσης.

Είχα την ευκαιρία, λόγω των διακοπών που έκανε στην Ελλάδα, στην πατρίδα του, να συναντήσει έναν παλιό φίλο που διαπρέπει τώρα σε κορυφαίες θέσεις του ενεργειακού τομέα στη Γερμανία και ως εκ τούτου έχει πλήρη εικόνα τόσο για τις εξελίξεις στο ενεργειακό, όσο και για όσα συζητούνται σε διάφορα ενεργειακά φορά, ευρωπαϊκά ή διεθνή.

Και ο οποίος μου μετέφερε τις πλέον πρόσφατες συζητήσεις και τους προβληματισμούς, όσων αποφασίζουν για το ενεργειακό μας αύριο, το οποίο “έχει καταστεί από ευλογία σε γάγγραινα για οικονομίες, κοινωνίες και επιχειρήσεις”, όπως χαρακτηριστικά ανέφερε ο εν λόγω Έλληνας παράγων της γερμανικής αγοράς ενέργειας.

Η τάση αυτή, για την οποία κάναμε λόγο στην αρχή, καταγράφεται ως “ενεργειακός πραγματισμός” και εκτός από το φυσικό αέριο, το πετρέλαιο και την πυρηνική ενέργεια, επαναφέρει πλέον το θέμα της αξιοποίησης του λιγνίτη, ενώ για τις ΑΠΕ φαίνεται ότι επανεξετάζονται όλα εξ αρχής. Όσο για το υδρογόνο, ούτως ή άλλως οι επενδύσεις είναι μικρής κλίμακας, αλλά και από άποψη κάλυψης αναγκών, εκτιμάται ότι δεν μπορεί να παίξει τον ρόλο ενός μέσου μαζικής παραγωγής ενέργειας, οπότε τίθεται εκ των πραγμάτων σε δεύτερη μοίρα.

Οι Γερμανοί βιομήχανοι ζητούν να μην κλείσει το λιγνιτικό εργοστάσιο στη Β. Ρηνανία

Στη Γερμανία, έχουν κατασκευάσει μια τεράστια μονάδα παραγωγής ενέργειας, με βάση το λιγνίτη, η οποία είναι εξοπλισμένη με ειδικά βιολογικά φίλτρα, που εμποδίζουν τη μόλυνση του περιβάλλοντος. Το εργοστάσιο, που λειτούργησε το 2021, βρίσκεται στο Dattelm στη βόρεια Ρηνανία και η ισχύς του φτάνει στο 1,1 GW.

Μέχρι πρότινος, η γερμανική κυβέρνηση είχε δεσμευτεί ότι δεν θα το έκλεινε το 2038, όπως αρχικά σχεδίαζε, αλλά νωρίτερα, το 2032. Πλην όμως, όπως προέκυψε από τη συζήτηση με τον συνομιλητή μου (αλλά και από ορισμένες δηλώσεις γερμανών παραγόντων) υπάρχουν πλέον εισηγήσεις για περαιτέρω λειτουργία του εργοστασίου αυτού της RWE, τουλάχιστον μέχρι την αρχική δέσμευση του 2038 και ανάλογα με τις τότε εξελίξεις να ληφθεί η οριστική απόφαση.

Το ακριβό φυσικό αέριο έχει δημιουργήσει μεγάλα προβλήματα στη γερμανική οικονομία, καθώς μεγάλες και μικρότερες βιομηχανίες, με αποτέλεσμα ολοένα και περισσότερο να ακούγονται διαμαρτυρίες για τη σημερινή κατάσταση από κορυφαία εργοδοτικά χείλη. Τα οποία ζητούν και επαναδιαπραγμάτευση με τη Ρωσία για την επάνοδο του φθηνού φυσικού αερίου της και διατήρηση των λιγνιτικών μονάδων, που λειτουργούν ως σανίδα σωτηρίας για δεκάδες και εκατοντάδες επιχειρήσεις.

Μια παρόμοια, εντελώς καινούργια μονάδα, θυμίζω ότι κατασκευάσαμε και εμείς στην Ελλάδα, την Πτολεμαϊδα 5, αλλά τελικά τη θέσαμε εκτός λειτουργίας, παρά το γεγονός ότι η ρύπανσή της ήταν η μισή από αυτή των υφιστάμενων μονάδων φυσικού αερίου.

Πολλά θα μπορούσαν να ειπωθούν, για τη βιασύνη της κυβέρνησης να κλείσει όλες τις λιγνιτικές μονάδες, για το ποιοι ωφελήθηκαν τα μέγιστα από την επιλογή αυτή (η οποία, θυμίζω, πήγαινε χέρι-χέρι με την πλήρη άρνηση γεωτρήσεων, πριν έρθουν οι Αμερικανοί επενδυτές) και γιατί δεν κρατάμε ένα μικρό έστω δυναμικό τους, για λειτουργία σε έκτακτες καταστάσεις.

Διαβάστε ακόμη: