Οι αγορές ασφυκτιούν εδώ και αρκετό χρονικό διάστημα, από τα συνεχή χτυπήματα που δέχονται βασικές οικονομικές συνιστώσες και κρίσιμα εργαλεία άσκησης νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής, αλλά μόλις τώρα γίνεται αντιληπτό το μέγεθος της ζημιάς που έχει προκαλέσει η ενεργειακή κρίση, η οποία επιβαρύνει με πρωτοφανείς συνέπειες οικονομίες, επιχειρήσεις και δανειολήπτες και καταναλωτές.

Η διεθνής οικονομία μεταφέρει συσσωρευμένες πληγές από τις απανωτές κρίσεις που διήλθε, με πιο πρόσφατες αυτές που άφησε η πανδημία τη διετία 2020-2021, με βασικές δραστηριότητες- βιομηχανικές, οικονομικές, εμπορικές κλπ – να δοκιμάζονται και να οδηγούν σε νέες ισορροπίες. Ακολούθησε ο πόλεμος στην Ουκρανία, που έφερε σε πρώτο πλάνο την ενεργειακή κρίση, κυρίως της Ευρώπης, που πρωτίστως επλήγη και ακόμα μετράει τις απώλειες σε πολλαπλά επίπεδα.

Το φθηνό ρωσικό φυσικό αέριο, που αποτελούσε το μεγάλο πλεονέκτημα των ευρωπαϊκών βιομηχανιών, αποτελεί παρελθόν Και πέρυσι ήρθε ο Τραμπικός πόλεμος των δασμών, που συντάραξε τις μέχρι τότε και επί δεκαετίες εδραιωμένες οικονομικές και εμπορικές σχέσεις, σχεδόν όλων των υπόλοιπων κρατών, με τις ΗΠΑ.

Και φτάσαμε στο τελευταίο και πιο σφοδρό πλήγμα, πάλι λόγω Τραμπ και Νετανιάχου, στον πόλεμο στη Μέση Ανατολή, ο οποίος έχει αναστατώσει οικονομίες και επιχειρήσεις, αλλά και κάθε καταναλωτή, καθώς οι τιμές των καυσίμων εκτοξεύθηκαν.

Ουσιαστικά, οικονομίες και αγορές βιώνουν συνεχόμενες κρίσεις, αλλά, κατά έναν περίεργο τρόπο, οι αγορές όλο αυτό το διάστημα υπεραποδίδουν και μετοχικά και σε επίπεδο ομολόγων, σε αντίθεση με τις οικονομίες, που βιώνουν τα φαινόμενα της ακρίβειας και του πληθωρισμού.

Αλλά φαίνεται ότι πλέον ήρθε η ώρα του…ισοζυγίου, καθώς πλέον και τα επιτόκια οδεύουν ήδη σε ανοδική πορεία, επηρεάζοντας το κόστος δανεισμού χωρών και επιχειρήσεων και μειώνοντας τα δανειοδοτικά ανοίγματα των τραπεζών, που σπεύδουν να υιοθετήσουν συντηρητικότερη πολιτική χορηγήσεων, ως άμυνα του δικού τους κόστους χρήματος.

Οι πληθωριστικές πιέσεις και η αύξηση των τιμών μειώνουν, όπως είναι γνωστό την πραγματική αξία των κεφαλαίων. Για τον λόγο αυτό άλλωστε, οι δανειστές αυξάνουν τα επιτόκιά τους, για να μειώσουν τους κινδύνους που μπορεί να προκύψουν. Το ίδιο κάνουν και οι κεντρικές τράπεζες, αυξάνοντας τα επιτόκιά τους, προκειμένου να μειώσουν ή καλύτερα να συγκρατήσουν τον πληθωρισμό.

Οι αγορές θεωρούν βέβαιη μια νέα αύξηση των επιτοκίων της Ευρωπαϊκής Κεντρικής Τράπεζας αυτό το μήνα, με τον πληθωρισμό στην ευρωζώνη τον Αύγουστο στο 3,3%, δηλαδή στο υψηλότερο επίπεδο των τελευταίων τριών ετών, από 2,9% τον Ιούλιο. Αλλά οι δανειστές αναμένουν προσεχώς αύξηση επιτοκίων και από την αμερικανική Fed, καθώς ο στόχος και του νέου διοικητή της, Κέβιν Γουόρς, για πληθωρισμό 2%, βρίσκεται πολύ μακριά από τα σημερινά δεδομένα του 3,7%.

Διαβάστε ακόμη: