Έναν απροσδόκητο και με πολλαπλασιαστικά οφέλη «σύμμαχο», βρίσκουν στο πρόσωπο της ΕΚΤ και της διαφαινόμενης αλλαγής επιτοκιακής πολιτικής μέχρι το τέλος του έτους, οι τράπεζες και οι μέτοχοί τους.

Όπως έχει γράψει η «axianews» οι διοικήσεις των εγχώριων πιστωτικών ιδρυμάτων αναζητούν το τελευταίο διάστημα «καύσιμα» για να συντηρήσουν το μεγάλο ράλι που έχουν καταγράψει οι ελληνικές τραπεζικές μετοχές από την αρχή του έτους με την απόδοση του κλαδικού δείκτη να βρίσκεται στο 70% περίπου.

Σε αυτό το περιβάλλον υψηλόβαθμος τραπεζίτης τονίζει ότι «έχει εμφανιστεί τις τελευταίες εβδομάδες στο προσκήνιο ένας νέος καταλύτης ο οποίος μάλιστα δεν έχει αποτιμηθεί ακόμη στο χρηματιστηριακό ταμπλό. Πρόκειται, προσθέτει ο ίδιος, για την προοπτική ενός περιβάλλοντος «υψηλών επιτοκίων για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα» στην Ευρωζώνη» από ό,τι προέβλεπαν αρχικά οι αναλυτές.

Ολοένα και συχνότερα τις τελευταίες ημέρες οι αναλυτές κάνουν λόγο ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα πάτησε «μεγάλο φρένο» στην χαλάρωση της νομισματικής πολιτικής που είχε υιοθετήσει τους τελευταίους μήνες με την επόμενη μείωση των επιτοκίων να μεταφέρεται πλέον για τον Μάρτιο του 2026 και όχι το τελευταίο τετράμηνο του 2025.

Ήδη τόσο η Goldman Sachs όσο και άλλες επενδυτικές τράπεζες, παρά το γεγονός ότι οι κίνδυνοι από το εμπόριο ενδέχεται να επηρεάσουν την ανάπτυξη και τον πληθωρισμό, έχουν αναθεωρήσει τις προβλέψεις τους, αναμένοντας τώρα ότι η Ευρωπαϊκή Κεντρική Τράπεζα έχει ολοκληρώσει τον τρέχοντα κύκλο μείωσης των επιτοκίων.

Άλλωστε και η ίδια η ΕΚΤ έχει εκτιμήσει ότι είναι πιθανό να διατηρήσει τα επιτόκια στα επίπεδα του 2% για το προσεχές μέλλον.

Συνεταιριστικές τράπεζες: Έντονη παρασκηνιακή κινητικότητα μετά την είσοδο του Πέτρου Νομικού στη Συνεταιριστική Τράπεζα Ηπείρου

Αύξηση δανεισμού και νέες εξαγορές

Υπενθυμίζεται ότι οι Έλληνες τραπεζίτες δέχθηκαν μεγάλες πιέσεις από αναλυτές και μετόχους στην αρχή της χρονιάς – πολλοί από τους οποίους έκαναν λόγο μάλιστα για σοβαρή ανησυχία – για το πώς θα κινηθούν οι οικονομικές επιδόσεις των εγχώριων πιστωτικών ιδρυμάτων σε ένα περιβάλλον χαμηλότερων επιτοκίων, δεδομένου του κύκλου νομισματικής χαλάρωσης της ΕΚΤ.

Για να κατευνάσουν τις ανησυχίες η απάντηση που έδιναν σε κάθε τέτοια ευκαιρία οι τραπεζίτες ήταν ότι θα επιταχυνθούν οι ρυθμοί πιστωτικής επέκτασης, καλύπτοντας το «χαμένο» έδαφος των επιτοκιακών εσόδων.

Υπενθυμίζεται εδώ ότι τα καθαρά έσοδα από τόκους των ελληνικών τραπεζών το πρώτο εξάμηνο του έτους ανήλθαν σε 4,098 δισ. ευρώ, μειωμένα κατά 2,4% σε σύγκριση με το πρώτο εξάμηνο του 2024 (4,2 δισ. ευρώ).

Η μείωση, φυσικά, αυτή είναι σχετικά μικρή, δεδομένου ότι το επιτόκιο διευκόλυνσης αποδοχής καταθέσεων βρισκόταν στο 4% το μεγαλύτερο μέρος του 2024, ενώ φέτος ξεκίνησε στο 3% και έφτασε στο 2% τον Ιούνιο.

Και πράγματι, οι οικονομικές επιδόσεις του εξαμήνου επιβεβαιώνουν ότι οι τράπεζες κατάφεραν να περιορίσουν την πτώση των επιτοκιακών εσόδων λόγω της ισχυρής πιστωτικής επέκτασης, η οποία έφτασε τα 7,4 δισ. ευρώ, καθώς και των κερδών από θέσεις αντιστάθμισης κινδύνου και την υποχώρηση των εξόδων για τόκους, επιβεβαιώνοντας τους στόχους που είχαν θέσει οι τραπεζίτες.

Οι παραπάνω επιδόσεις δεν πέρασαν απαρατήρητες από τους επενδυτικούς οίκους με την UBS να επισημαίνει, ότι η ανάπτυξη των δανείων αναδεικνύεται ως ένας από τους βασικούς παράγοντες στη φετινή περίοδο αποτελεσμάτων των ευρωπαϊκών τραπεζών. Επίσης, ήταν ένα από τα κεντρικά θέματα στα αποτελέσματα του δεύτερου τριμήνου για τις ελληνικές τράπεζες, με αναβάθμιση των εκτιμήσεων για την πιστωτική επέκταση το 2025.

Σε τροχιά βιώσιμης και ισχυρής κερδοφορίας οι τράπεζες – Οι εκτιμήσεις των ξένων οίκων

O εταιρικός δανεισμός

Υπενθυμίζεται ότι οι τέσσερις μεγάλες ελληνικές τράπεζες ανέφεραν αύξηση του εταιρικού δανεισμού κατά 17% σε ετήσια βάση (+2,6% σε τριμηνιαία βάση) και συνολική ανάπτυξη του δανεισμού κατά 12,3% σε ετήσια βάση (+2,7% σε τριμηνιαία βάση). Σε σύγκριση με την γενική ανάπτυξη του χρέους στον τομέα, η οποία ανήλθε σε 5,4%, οι τράπεζες συνεχίζουν να καθαρίζουν τα μη εξυπηρετούμενα δάνεια (NPEs), κάτι που μειώνει τα ακαθάριστα δάνεια.

Επίσης, οι διοικήσεις τραπεζών κατά τις πρόσφατες τηλεδιασκέψεις με τους αναλυτές επιβεβαίωσαν πως εξετάζουν νέες εξαγορές τόσο εντός όσο και εκτός των συνόρων, που θα ενισχύουν την αξία για τους μετόχους τους. Όπλο τους στην προσπάθεια αυτή θα αποτελέσουν τα σημαντικά κεφαλαιακά μαξιλάρια που έχουν δημιουργήσει την τελευταία τριετία, μετά από συνεχόμενες χρήσεις ισχυρής κερδοφορίας.

Όπως τονίζουν σε κάθε ευκαιρία βρίσκονται σε συνεχή, αλλά προσεκτική αναζήτηση ευκαιριών, που θα αυξήσουν τους δείκτες αποδοτικότητάς τους και θα διαφοροποιήσουν τις πηγές των εισοδημάτων, διευκρινίζοντας ωστόσο ότι προτεραιότητα παραμένει η ενίσχυση της επιβράβευσης των μετόχων μέσω της μερισματικής πολιτικής.

«Θερμός» Ιανουάριος για τις τράπεζες – Πιέζει ο χρόνος για την εφαρμογή των κυβερνητικών μέτρων για τις προμήθειες που θα πιέσουν τα έσοδα – Στο β' δεκαπενθήμερο οι παραδοχές του stress test του 2025 με ΑΕΠ και Ακίνητα να προβληματίζουν

Τα καθαρά έσοδα

Την ίδια στιγμή και τα καθαρά έσοδα από προμήθειες διαμορφώθηκαν σε 1,14 δισ. ευρώ, σημειώνοντας αύξησης 13,11% ή 132,3 εκατ. ευρώ σε σχέση με το πρώτο μισό του 2025.

Η άνοδος αυτή σημειώθηκε παρά την αρνητική επίδραση των κυβερνητικών μέτρων στις αρχές του 2025, με τα οποία μηδενίστηκαν ή περιορίστηκαν σημαντικά οι χρεώσεις σε βασικές συναλλαγές ιδιωτών. Οι σχετικές απώλειες υπερκαλύφθηκαν από την ενίσχυση των εργασιών στο asset management, στο bancassurance και στα δάνεια.

Τράπεζες: Ξαναγράφονται τα business plans του 2025 μετά τα κυβερνητικά μέτρα - Πως σχεδιάζουν να καλύψουν τη ζημιά και οι νέοι στόχοι για το 2025 - Αύξηση δανείων, ενίσχυση πωλήσεων επενδυτικών και τραπεζοασφαλιστικών προϊόντων και συγκράτηση των εξόδων τα πρώτα μέτρα!

Τι βλέπουν οι αναλυτές

Σε ένα τέτοιο πλαίσιο, οι εκτιμήσεις για νέα ώθηση στα επιτοκιακά έσοδα των ελληνικών τραπεζών έχουν αρχίζει να πληθαίνουν. Μία ακόμη απόδειξη αποτελούν τα συμβόλαια μελλοντικής εκπλήρωσης για το επίσημο επιτόκιο αναφοράς της ΕΚΤ, το euroshort-termrate (ESTR), τα οποία και υποδεικνύουν πιθανότητα περίπου 60% για μείωση των επιτοκίων κατά 25 μονάδες βάσης έως τον Μάρτιο, και επιτόκιο καταθέσεων 1,92% τον Δεκέμβριο του 2026.

Το παραπάνω είναι το βασικό σενάριο, χωρίς να αποκλείεται το «βραχυπρόθεσμο», όπως το χαρακτήρισε η ING, κατά το οποίο υπάρχει η πιθανότητα να μην επιτευχθεί ο στόχος του πληθωρισμού. Ο ίδιος οίκος προσδιόρισε ότι ο πληθωρισμός θα παραμείνει δομικά πάνω από το 2% τα επόμενα χρόνια, λόγω της δημόσιας δαπάνης και της αναδιάρθρωσης των αλυσίδων εφοδιασμού.

Η Rabobank από την πλευρά της αναφέρει ότι οι αγορές προβλέπουν μέτρια άνοδο των επιτοκίων Euribor το 2027, με την τάση να κινείται προς το 2% ή και υψηλότερα.

Επίσης, η BNP Paribas εκτιμά ότι η ΕΚΤ θα αυξήσει τα επιτόκια το τέταρτο τρίμηνο του επόμενου έτους, υπογραμμίζοντας ότι η απόφαση αυτή θα συνιστά μια ανακατεύθυνση εντός του ουδέτερου εύρους των επιτοκίων, καθώς η ισορροπία των δεδομένων και των κινδύνων μετατοπίζεται από τις επιπτώσεις των δασμών προς μια πιο θετική ώθηση που θα προέρχεται από την δημοσιονομική πολιτική.

Διαβάστε ακόμη: